Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Ahlam Ahlam στα αραβικά σημαίνει όνειρα του Marc Trévidic μετάφραση: Αλέξης Εμμανουήλ εκδόσεις Utopia η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/9290-ahlam


Ahlam

Ahlam στα αραβικά σημαίνει όνειρα

του Marc Trévidic

μετάφραση: Αλέξης Εμμανουήλ

εκδόσεις Utopia
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/9290-ahlam





Η επιστροφή στον φονταμενταλισμό του Ισλάμ για να ξεφύγεις από τον παραλογισμό της πραγματικότητας. Μια απλουστευτική θέαση του κόσμου: ο Θεός ψηλά απάνω κι ο άνθρωπος φτιαγμένος να τον υπηρετεί.

Οι πιο ακραίες ιδεολογίες έχουν συχνά τις πιο απλοϊκές ερμηνείες, ένα ευτελές υπόβαθρο. Η παραπάνω άποψη του Marc Trévidic, στο βραβευμένο μυθιστόρημά του Ahlam (Prix Maison de la Presse 2016, Shortlist για το Prix des Lecteurs 2017),  συνοψίζει την ουσία της ιστορίας που αφηγείται. Η Αραβική Άνοιξη εισβάλλει στην Τυνησία, οι λαϊκές κινητοποιήσεις κάνουν επιτακτική την ανάγκη ανατροπής του καθεστώτος. Για τους ισλαμιστές, όμως, η εξέγερση αυτή ισοδυναμεί με αίρεση· τα συνθήματα στους δρόμους δεν έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα και κηρύσσουν την πίστη σε μια δημοκρατία με ισότητα και προσωπικές ελευθερίες.  Οπότε θα αναλάβουν δράση υπηρετώντας με τις πράξεις τους τη τζιχάντ· η ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος μετατρέπεται σε αληθινό εφιάλτη. Βρισκόμαστε στο σημαδιακό 2010.

Όλα όμως είχαν ξεκινήσει, δέκα χρόνια πριν, τελείως διαφορετικά. Όταν έφθασε το 2000 στην Κερκενά, το ειδυλλιακό νησί της Τυνησίας, ο διάσημος ζωγράφος Πολ Αρέτζο, νόμιζε ότι τίποτα πλέον δεν θα μπορούσε να τον συγκινήσει. Έμοιαζε μάταια να αναζητά την έμπνευση που τον είχε εγκαταλείψει μαζί με τον έρωτα. Επειδή όμως αρκεί μια στιγμή, μια εικόνα αθέατη για τους πολλούς, για να τεθεί σε λειτουργία η δημιουργία, ο ζωγράφος θα απαθανατίσει σε σκίτσο το αρχέγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης: μια καμήλα που διασχίζει τη θάλασσα για να βρει τροφή. Ο ζωγράφος ανακαλύπτει ξανά τη χαρά της έμπνευσης και της δημιουργίας.

Το ζώο βυθιζόταν λίγο λίγο στο νερό ώσπου η θάλασσα έφτασε να γλείφει την κοιλιά του. Απτόητο, συνέχισε την πορεία του και αναδύθηκε στην επιφάνεια για να πατήσει επιτέλους στη στεριά.

Σ’ αυτή τη γωνιά της γης, τόσο  μακριά από το Παρίσι, η ζωή κυλά με άλλους ρυθμούς, και ο Πολ θα συγχρωτισθεί με τον ντόπιο ψαρά Φαρχάτ και την οικογένειά του, μοραία θα ερωτευθεί τη γυναίκα του Φαρχάτ, τη Νόρα, και θα γοητευθεί από τη δυνατότητα που του δίνεται να μυήσει στον μαγικό κόσμο της Μουσικής και της Ζωγραφικής τα δύο παιδιά, την Αχλάμ και τον Ισάμ. Μετά τον πρόωρο θάνατο της Νόρας θα αποφασίσει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κερκενά παίρνοντας υπό την προστασία του τα δύο παιδιά. Η δημιουργική του φαντασία συλλαμβάνει ένα όνειρο: οι διαφορετικές μορφές της Τέχνης μπορούν (αυτό είναι γνωστό) να συνομιλήσουν· πώς, όμως, θα δώσουν την ενιαία σύλληψη, πώς θα ενωθούν σε ταυτόχρονη αμφίδρομη και αμοιβαία δημιουργία; Δεν είναι, φυσικά, τυχαία η αναφορά στο μυστηριακό σονέτο του Ρεμπώ, το Voyelles (Φωνήεντα):

Α μαύρο, Ε άσπρο, Ι κόκκινο, Ο μπλαβό, Υ σμαράγδι

θα ειπώ πως ήρθατε κρυφά στον κόσμο μια φορά.

Α μαύρος χνουδωτός κορσές σ΄ έντομα αστραφτερά

που σ’ ανυπόφορες βρωμιές γυροβολούνε ομάδι,



ισκιεροί κόρφοι. Ε βαποριών, σκηνών ασπράδα τόση,

ρήγας λευκός, παγωτατζή δόρυ, ρίγη ανθών.

Ιώτα πορφύρες, αιμόφτυσμα, γέλιο ωραίων χειλιών

σ’ ώρα θυμού ή μάνητας που έχουμε μετανιώσει.



Υ, κύκλος, θεϊκοί παλμοί σε θάλασσα αγριεμένη,

αγρών σιγή με ζωντανά, ειρήνη τυπωμένη

αλχημικά, σε μέτωπα μεγάλα και σοφά.



Ο, σάλπιγγα που ξαπολνά στριγγές δαιμονισμένες,

Κόσμων κι Αγγέλων σιωπές μακροταξιδεμένες.

Ω μέγα, από τα μάτια Του ακτίνα βιολετιά.

(μετάφραση: Νίκος Στρατάκης)



Πίσω από τις αινιγματικές συνδέσεις του Ρεμπώ είδε τον συμβολισμό, τον ιμπρεσιονισμό, κατανόησε τον τρόπο που ο ποιητής επέβαλε τους χρωματισμούς των φωνηέντων. Ο Πολ, όμως, ήθελε να πάει πιο πέρα, να αφήσει τα χρώματα να εμφανιστούν από μόνα τους με τους ήχους της μουσικής. Ήθελε την πιο αυθεντική σύνδεση. Τα δύο χαρισματικά παιδιά, η Αχλάμ στο πιάνο και ο ακόμα πιο ευφυής Ισάμ με τα χρώματα παστέλ, θα απογειώσουν τη σύζευξη των δύο Τεχνών σε ενιαία δημιουργία και θα κάνουν το όνειρο του Πολ να φαντάζει πραγματοποιήσιμο. Ο ίδιος νιώθει τώρα πολύ κοντά στην ευτυχία.



Αν το μυθιστόρημα του  Trévidic εστίαζε σ’ αυτό το θέμα, της δημιουργίας, της φαντασίας και της Τέχνης, θα είχαμε άλλο ένα -καλογραμμένο οπωσδήποτε- μυθιστόρημα, ωστόσο μονοσήμαντο. Η σύλληψη του συγγραφέα ήταν διαφορετική, ευτυχώς. Σε έντονη αντίθεση με αυτό το κλίμα, που παραπέμπει στη δυτική σκέψη και κουλτούρα, θα αναδυθεί η άλλη όψη του κόσμου, η σκοταδιστική. Όσο η Αχλάμ θα μεγαλώνει και θα μεταμορφώνεται σε μια όμορφη και ερωτεύσιμη γυναίκα με προοδευτικές αντιλήψεις, ο αδελφός της ο Ισάμ θα βυθίζεται όλο και περισσότερο στον κόσμο της τυφλής πίστης, στον φονταμενταλισμό και στη βίαιη ανατροπή κάθε ίχνους διαφορετικής ιδεολογίας.
Ο Marc Trévidic, δικαστής ειδικευμένος στην αντιτρομοκρατία, γνωστός για τις μελέτες του στα ισλαμιστικά τρομοκρατικά δίκτυα, θα παρουσιάσει εδώ τον τρόπο που οι φονταμενταλιστές οργανώνονται, μυούν και εκπαιδεύουν νέα στελέχη, οργανώνουν τα χτυπήματά τους. Θα δείξει το βάθος του μίσους τους απέναντι σε κάθε τι που ιδεολογικά τίθεται εμπόδιο στη διάδοση   του δικού τους μοντέλου του κόσμου, θα δείξει παράλληλα πόσο εύκολα καταργούνται οι συγγενικοί και αδελφικοί δεσμοί μπροστά στο όραμα για το παντοδύναμο ισλαμικό τοπίο. Ο Ισάμ θα στραφεί ενάντια στον Πολ, αν και ως τότε πιστά τον ακολουθούσε θαυμάζοντάς τον, και θα αποκηρύξει κάθε σχέση με τη βλάσφημη Τέχνη. Σε μια ακόμη πιο εφιαλτική, όμως, εκδοχή του φανατισμού του, θα καταδικάσει την ίδια του την αδελφή για τις νεωτεριστικές της δυτικές συνήθειες. Η ζωή είναι έτσι κι αλλιώς γεμάτη αντιθέσεις, με τις οδυνηρές στιγμές να διαδέχονται τις μαγικές. Τώρα είναι η σειρά της οδύνης. Η ζωή της Αχλάμ απειλείται. Στο πρόσωπό της εκδηλώνεται όλο το μίσος προς κάθε τι το προοδευτικό που υπονομεύει τον κλειστό κόσμο του ισλάμ, ταυτόχρονα πάνω της θα δοκιμαστεί ο νεοφώτιστος Ισάμ για την πίστη του στις εντολές των καθοδηγητών του.

Η Αχλάμ ένιωθε να την πλακώνει όλο το βάρος της Τυνησίας, αυτής της δίχως μέλλον χώρας, που από τη μια μεριά είχε ένα απαίσιο καθεστώς κι απ’ την άλλη κάμποσους τρελούς φανατικούς που κυνηγούσαν χίμαιρες.

[…]

Μα πώς είχαν μπορέσει οι Τυνήσιοι να εμπιστευθούν τη σύνταξη ενός καινούργιου Συντάγματος σε ισλαμιστές που θεωρούσαν τις γυναίκες κατώτερα ανθρώπινα πλάσματα κι έβλεπαν τη Δημοκρατία σαν εφαλτήριο για να εγκαθιδρύσουν τη σαρία;

Η εξέλιξη θα είναι απρόσμενη. Η βία και ο τυφλός φανατισμός αποδεικνύονται ισχυρότεροι από κάθε λογική και ευαισθησία. Ο Marc Trévidic έδωσε με τον τρόπο που έχτισε την ιστορία του την εφιαλτική εικόνα, έδειξε τους δύο κόσμους που αντιπαλεύουν, με αδιόρατη την απόληξη ακόμα. Τα γεγονότα που αφηγείται αποτελούν μια εκδοχή της διαμάχης. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται συνήθως πιο δυνατή στα σημεία της από τη λογοτεχνική μυθοπλασία. Κι ας έχει αυτή η τελευταία την αφορμή της σε όσα διαδραματίζονται γύρω μας. Το μυθιστόρημα του Trévidic δείχνει μια πιθανή εξέλιξη των γεγονότων μέσα σ’ έναν κόσμο αντιθέσεων, που ψάχνει να βρει τον δρόμο του χωρίς να καταφέρνει ως τώρα να συμβιβάσει τις πιο απλές απ’ αυτές. Για τις πιο σύνθετες, αυτές που αγγίζουν τις θρησκευτικές προκαταλήψεις, που έλκουν την αρχή τους στα πιο σκοτεινά μέρη του θυμικού των ανθρώπων, αυτός ο κόσμος αδυνατεί ακόμα να βρει τα αρχικά πατήματα μιας ασφαλούς πορείας. Ωστόσο, εδώ στη λογοτεχνία ίσως είναι ορατή και μια πιο αισιόδοξη εκδοχή του μέλλοντος.

Στη βεράντα, ένα αγοράκι δυο χρονών, το στερνό αριστούργημα του μεγάλου ζωγράφου, έβγαζε με περισσή προσοχή τα παιχνίδια του από ένα μεγάλο πλαστικό κουτί κάτω απ’ το βλέμμα της Αχλάμ και της Φατίμα. Πήρε τρία κραγιόνια παστέλ, τα έσφιξε στην παλάμη του, στάθηκε όρθιο στα δύο στρουμπουλά ποδαράκια του και προχώρησε προς τη μητέρα του. Όταν έφτασε  μπροστά της, άνοιξε τη χούφτα του κι η Αχλάμ είδε τα κραγιόνια.

«Ο μπαμπάς», είπε.

Άλλωστε, όπως μας πληροφορεί και ο υπότιτλος του βιβλίου, Ahlam στα αραβικά σημαίνει όνειρα.



Διώνη Δημητριάδου