Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Ποίηση από όλον τον κόσμο τρεις ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις βακχικόν


Ποίηση από όλον τον κόσμο

τρεις ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις βακχικόν







Γκιουργκέντς Κορκμάζελ


Η τελευταία μέρα του Αρθούρου Ρεμπώ στη νησί

μετάφραση-επίμετρο: Αγγελική Δημουλή

εισαγωγή: Λευτέρης Παπαλεοντίου





Σρέτσκο Κοσοβέλ

Κονς και άλλα ποιήματα

μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου

                     Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

εισαγωγή: Dr. Marko Yuvan





Ράμι Σαάρι


Ο προσκυνητής του Βυζαντίου

μετάφραση: Θοδωρής Σκλαβούνος











Γκιουργκέντς Κορκμάζελ

Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Gürgenç Korkmazel) γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της Πάφου. Μετά το 1974 και τη διαίρεση της Κύπρου, το χωριό εκκενώθηκε και ο Γκιουργκέντς μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Λύση, στην πεδιάδα της Μεσαορίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Φοίτησε σε δύο πανεπιστήμια αλλά δεν αποφοίτησε από κανένα. Το 1992 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Η ιδιότητα του μισού (Yarımlık). Αργότερα, έφυγε από την Κύπρο για να ζήσει στην Τουρκία, στη Φετίγιε (Fethiye). Το 1996 μετακόμισε στην Αγγλία (Λονδίνο και Μάντσεστερ). Το 2003 επιστρέφει στην Κύπρο και επί του παρόντος ζει στο Μπογάζι, ανάμεσα στην Κερύνεια και τη Λευκωσία, και εργάζεται ως συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. Έχει μεταφράσει τον Τανέρ Μπαϊμπάρς και τον Τζον Κλαρ στα τουρκικά. Επιπλέον έχει επιμεληθεί τις Σύντομες Ιστορίες Τουρκοκυπριακής Λογοτεχνίας και την Ανθολογία Ελληνοκυπριακής Ποίησης. Έχει απαγγείλει ποιήματά του σε πολλές χώρες. Ποιήματα και πεζά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Δανικά και Λιθουανικά. Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.



[…] ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ είναι μια αυθεντική φωνή της Κύπρου. Αφουγκράζεται τον παλμό της πληγωμένης πατρίδας του αλλά και πανανθρώπινα θέματα και προβλήματα , γεφυρώνοντας στο έργο του στοιχεία εντοπιότητας και οικουμενικότητας. Πάνω απ’ όλα, προσεγγίζει τα θέματά του με καθαρό βλέμμα, απροκατάληπτα, χωρίς να εγκλωβίζεται σ εθνικά ή άλλα στερεότυπα.

(από την εισαγωγή του Λευτέρη Παπαλεοντίου)



[…] Η ποίηση του Κορκμάζελ δεν φοβάται να δείξει την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια του ποιητή για τον κόσμο, μια αβεβαιότητα που δημιουργείται αναπόφευκτα από την περιπλοκότητα των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων και που καλούν το υποκείμενο-ποιητή να βρει στηρίγματα  στα μικρά και καθημερινά όπως για παράδειγμα σε μια βόλτα ή στη σεξουαλική εμπειρία, χωρίς ωστόσο να κατορθώνει να βρει την ευτυχία ή την  πληρότητα.

(από το Επίμετρο της Αγγελικής Δημουλή)



[…] δεν βλέπω τη δουλειά μου ως κομμάτι της Τουρκικής λογοτεχνίας, είμαι Κύπριος και η δουλειά μου είναι κομμάτι της τέχνης της Κύπρου […] τα ελληνικά είναι μια από τις γλώσσες μου και η παράδοση της Ελληνοκυπριακής ποίησης είναι κομμάτι της δικής μου παράδοσης επίσης.

(από συνέντευξη του ποιητή στην Κωνσταντία Σωτηρίου)




Κορεσμένος, σχεδόν τύφλα από πικρό βουνίσιο κρασί, στάθηκε δίπλα

σ’ έναν κέδρο μεγάλο σαν τον ουρανό και κατέβασε το φερμουάρ του.

Κατέλαβε το ύψος και την απόσταση!

Από την καλοπληρωμένη του θέση ατένισε τις ασήμαντες κοιλάδες, τα

δάση που δεν είδαν ποτέ τη θάλασσα και τις γεμάτες βαρεμάρα πεδιάδες.

Δεν έχει τίποτα καινούριο να γράψει!

Με τη βαριεστημένη μελωδία συνοδεία αρχαίου μουσικού οργάνου,

κατούρησε κάτω στο «χάος των χιονισμένων βουνών», πάνω από την

εκκολαπτόμενη δημοκρατία μιας αγέννητης γενιάς…



(Η τελευταία μέρα του Αρθούρου Ρεμπώ στο νησί, μετ. Αγγελική Δημουλή)




Ο άνεμος που κουβαλάει αποστάσεις

με το φύσημά του

σώματα νέα θα φέρει

όχι ακόμα παγωμένα ολοσχερώς

με τα μαλλιά να συνεχίζουν να μακραίνουν

θα ξαπλωθούν στον δρόμο  μου·

με το σχήμα της του θανάτου στιγμής

και την εντύπωση στο πρόσωπό τους

θα πουν πως είναι ενημερωμένοι για τον χαμό τους



Το πιο δύσκολο πράγμα είναι

να προσπαθώ να προχωρήσω χωρίς να περάσω από πάνω τους·

να προχωρήσω κατευθείαν προς τη ζωή

και να με αναγκάσω να φαίνομαι τόσο λυπημένος



(Οι νεκροί, μετ. Αγγελική Δημουλή)




Ένας σκουριασμένος ιστός χωρίς σημαία

είναι η σημαία μας που χωλοί ρινόκεροι

έρχονται για να ξεκουραστούν

Ίσιος δεν είναι ούτε μπορεί να υψωθεί

αν δεν τον αγγίξεις



Για μας είναι αρκετός ένας μεγάλος χώρος σαν πετσέτα για να ξαπλωθείς

Με ή δίχως καπνό μαστουρώνουμε με κάθε τρόπο

και μαζί μ’ αυτόν τον παλιό πνευματικό δρόμο

ρουφάμε και φτύνουμε το δηλητήριο του εθνικισμού

μέσα από σγουρούς αφαλούς

πρόσφατα χωρισμένων γυναικών



(Χωρίς σημαία, μετ. Αγγελική Δημουλή)





Σρέτσκο Κοσοβέλ

Ο Σρέτσκο Κοσοβέλ –ο «Ρεμπώ» του σλαβόφωνου κόσμου– γεννήθηκε στην πόλη Σεζάνα της Σλοβενίας, το 1904. Σπουδάζει Ρωμανική και Σλαβική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνας.
Το 1922, ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό Lepa Vida. Η συντακτική επιτροπή του εντύπου αποτελείται από Σλοβένους φοιτητές που αντιδρούν στην κατοχή της πατρίδας τους από τα ιταλικά στρατεύματα. Το 1923, εκδίδει την εφημερίδα Novi Kres και το 1925 το πρωτοποριακό περιοδικό Mladina, το οποίο ο Κοσοβέλ φιλοδοξεί να ανάγει σε πανεθνική, αριστερή έκδοση που θα φιλοξενεί όλους τους μοντερνιστές και αβανγκάρντ καλλιτέχνες της ευρύτερης γιουγκοσλαβικής επικράτειας. Πεθαίνει από μηνιγγίτιδα στις 26 Μαίου του 1926, μόλις σε ηλικία 22 ετών. Ο Κοσοβέλ, εν ζωή, δημοσίευσε ποιήματά του μόνο σε λογοτεχνικά περιοδικά.



[…] Ο Κοσοβέλ έχτισε την ποιητική του ταυτότητα λιγότερο επιτηδευμένα, αλλά με εξίσου μεγάλο βαθμό δράματος. Μετακινήθηκε από τον έναν ποιητικό λόγο στον άλλο, αλλά, κυρίως, συνύφανε τους διάφορους ποιητικούς λόγους σε υβρίδια. Έτσι, ο Κοσοβέλ έγινε ένας από τους πρώτους που σφράγισαν τη Σλοβενική λογοτεχνία με την χαρακτηριστική σφραγίδα της νεωτερικότητας.

(από την Εισαγωγή του Dr. Marko Yuvan)



Ο «Σλοβένος Ρεμπώ». Και όμως, δεν πρόκειται για διαφημιστικό  υπερθεματισμό. Η ποιητική διάνοια των Κοσοβέλ και Ρεμπώ -κυρίως στο Μεθυσμένο καράβι του δεύτερου- συλλαμβάνει μια γερασμένη , ετοιμοθάνατη Ευρώπη […] Ο Ευρωπαίος άνθρωπος […] δεν παύει να οραματίζεται τη γέννηση μιας Νέας Ηπείρου, θεμελιωμένης σε ανθρωπιστικά ιδεώδη – γιατί η Ευρώπη είναι η αμετάκλητη μοίρα του.

(από το Επίμετρο του μεταφραστή)




Η Ευρώπη πεθαίνει.

Ψέματα η Κοινωνία των Εθνών

και η φαρμακευτική.

Στρατιωτικές επεμβάσεις! Επαναστάσεις!

Να ’μια, στον γκρίζο δρόμο.

Πέφτουν καστανά τα φύλλα από τα δέντρα,

και φοβάμαι μοναχά  το εξής:

μόλις αυτά τα δέντρα μαυρίσουν και ξεραθούν

και τα χωράφια γίνουν γκρίζα

και τα σπίτια μικρά

κι εγώ ουρλιάζω

τότε όλα, όλα τριγύρω,

θα  βουβαθούν.



(Η Ευρώπη πεθαίνει, μετ. Λαμπριάνα Οικονόμου)




Είδα να μεγαλώνουν τα πεύκα

ως τον ουρανό. Ήσυχα, στωικά

μέσα από τον ήλιο που έκαιγε.

Είδα να τα λαμπαδιάζει η φωτιά.



Σαν γέροι, οι λόφοι

έγειραν τα κεφάλια τους

σε άσπρα μαξιλάρια και έμειναν βουβοί.

Τα πεύκα ψιθυρίζουν.

(Σε ποιον να μιλάνε;)



Είδα τα πεύκα να κινούνται

-φλεγόμενοι στύλοι-

Στον ουρανό.



Το σώμα μου έγινε στάχτες.



(Είδα να μεγαλώνουν τα πεύκα, μετ. Λαμπριάνα Οικονόμου)




Δεν πα’ στο διάβολο, φώναξε κάποιος,

και παρήγγειλε άλλη μια καράφα κρασί.

Στις τέσσερις το πρωί δεν έσβησε

για πάντα η καρδιά του ποιητή;

Στον κούφιο ήχο της καμπάνας

Γνωρίζω ένα ποίημα κενό.

Αυτό κάθομαι εδώ και τραγουδώ, αγαπημένε:

ένα ρέκβιεμ ανέστιο,

δίχως θυμό.

Έζησα πολύ καιρό το μίσος

και τη χλεύη και το μένος των ανθρώπων·

ο πόνος ήταν τυφλή παρηγοριά μου.

Όμως, ακόμη γελώ

με τα ολοστρόγγυλα πρόσωπα των ηλίθιων θνητών.

Ναι, εσάς εννοώ. Δείτε:

είμαι ακόμη ζωντανός.



(Δε πα’ στο διάβολο, φώναξε κάποιος, μετ. Μιχάλης  

Παπαντωνόπουλος)



Ράμι Σαάρι

O Rάμι Σαάρι γεννήθηκε το 1963 στην Πέταχ Τικβά του Ισραήλ και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αργεντινή και στην πατρίδα του. Σπούδασε και δίδαξε γλωσσολογία, σημιτικές και φιννο-ουγγρικές γλώσσες στη Φινλανδία, την Ουγγαρία και το Ισραήλ.
Το 2003 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Δόκτορος Εργάζεται ως μεταφραστής για διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής δέκα ποιητικές συλλογές: To 1996 και το 2003 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Ισραήλ και το 2006 το Βραβείο Τσερνιχόβσκυ για τις  μεταφράσεις του. Έχει μεταφράσει στα εβραϊκά παραπάνω από τριάντα πέντε βιβλία από τα ελληνικά, τα αλβανικά, τα ισπανικά, τα εσθονικά, τα πορτογαλικά, τα ουγγρικά, και τα φινλανδικά.



[…]

Ο Ράμι Σαάρι ζει σε μια ρευστή εποχή. Στοχαστής; Φιλόσοφος; Ποιητής; Μοναχικός περιπλανώμενος; Πολίτης; Όλα τα παραπάνω; Στο ζενίθ της κοινωνικοπολιτικής αστάθειας, της μεταβολής και του σταθερά αβέβαιου ψάχνει να ορίσει τη δική του διαδρομή. Σε μια εποχή που όλα είναι δυνατά, καλείται να επιλέξει τι είναι και έτσι αναζητώντας το ποιητικό «είναι» καταλήγει να γνωρίζει άριστα το ποιητικό «δεν είναι»:

δεν είναι ένας λυρικός στο απόγειο του καπιταλισμού,

δεν είναι συμβολιστής

ούτε μετασυμβολιστής,

δεν είναι υπερρεαλιστής·

σίγουρα ο Σαάρι δεν είναι στρατευμένος

γιατί δεν αναγνωρίζει «πλευρές» για να ταχθεί.



Η ποίησή του δανείζεται δια-κειμενικά κείμενα απ' τους προκατόχους του, ξεκινώντας από τα θρησκευτικά κείμενα, ωστόσο δεν αναγνωρίζει κάποιον ως ιδανικό εμπνευστή γιατί η μετανεωτερικότητα εγκαταλείπει το υποκείμενο στην αυτονομία του και η διαχείριση της ευθύνης αυτής αποτελεί και την αιτία της μοναξιάς του. Μιας μοναξιάς κοινής αλλά όχι κοινοποιημένης στην οποία οι λέξεις και η σειρά τους έχουν βρει τη θέση τους. Βέβαια, αυτό θα μας το αποκαλύψει ο Ράμι Σαάρι στη Μεταμοναχική Εποχή.

(από την Εισαγωγή της Αγγελικής Δημουλή)




Μόνο κοχύλια στην ακτή,

Οι πάσσαλοι κοντά στα πόδια

κι οστέινα απομεινάρια απολιθωμάτων

διάσπαρτα στη μεγάλη αποχέτευση της ερήμου.

Σχεδόν τίποτα δεν έμεινε απ’ το περασμένο Πάθος,

μια βροχή μόνο λούζει την άνυδρη καρδιά,

βροχή σιγανή, αθόρυβη, όλο στερεύει,

σώμα που μοιάζει με πτώμα.

Μα η αγάπη βρίσκεται πέρα μακριά,

σε χώρο περίκλειστο.

Εκεί γεννιούνται οι λέξεις.



(Η αποχέτευση της ερήμου, μετ. Θοδωρής Σκλαβούνος)




Για να δώσεις στην αχαλίνωτη ανατολίτικη φαντασία σου

αυτό που της ανήκει, αναγκαστικά κρυφοκοιτάζεις πουλιά

ή ερωτοτροπείς με φαντάσματα. Υποχρεώνεσαι

να υπερβείς πολιτικά τα εσκαμμένα

αφήνοντας πίσω τις πρώτες σου ιδέες

και στο βάθος του συρταριού να καταχωνιάσεις

τα γράμματα που χρόνια σού τα άνοιγαν

χωρίς να σε ρωτήσουν. Διευρύνοντας

τα όρια του ανύπαρκτου και το οπτικό πεδίο

σε μια εποχή τόσο ανήθικη

επινοείς την παραληρηματική σου τάξη

και εν τέλι κατακτά ένα μυστικό κατάδικό σου.



(Διευρύνοντας τα όρια του νόμου, μετ. Θοδωρής Σκλαβούνος)






Μνημόνευσέ με στις προσευχές σου

κι όταν χτυπάς ξύλο να εύχεσαι για μένα.

Κι ας δώσει ο Πολυέλεος θεραπεία τέλεια και τέλος νηπενθές,

Κι ας διώξει κάθε πεισιθάνατη σκέψη

εμψυχώνοντάς μας για μακροημέρευση.



Ζήτα για μένα ευλογία,

κάνε να ρίξει κατακλυσμό.

Το σώμα μου κολλάει στο χώμα.

Ψυχή μου, ακόμα ξεψυχάς στους δρόμους.



(Το φυλακτό της θλίψης, μετ. Θοδωρής Σκλαβούνος)





Επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου

Φωτογραφίες: Johnny W.N.L.