Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

O Γιώργος Ρούσκας γράφει για το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου «Ο Βιωμένος Χρόνος - μικρές ιστορίες» εκδόσεις ΑΩ 2017 (πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr τεύχος 41 https://www.vakxikon.gr/o-viwmenos-xronos/)


O Γιώργος Ρούσκας
γράφει για το βιβλίο
της Διώνης Δημητριάδου
«Ο Βιωμένος Χρόνος -  μικρές ιστορίες» εκδόσεις ΑΩ 2017
(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr τεύχος 41 https://www.vakxikon.gr/o-viwmenos-xronos/)





Μικρές ιστορίες; Έτσι γράφεται στον υπότιτλο του βιβλίου. Σε έκταση; Ναι. Σε ανάστημα όμως; Μεγάλες. Όπως ένας ολόκληρος κόσμος μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα ποίημα έτσι και ο «βιωμένος χρόνος» της Διώνης Δημητριάδου συμπυκνώνει χωροχρονικά όσα έχει να πει σε λακωνικές ιστορίες, σε αφηγηματικά αριστουργήματα, σε διαμάντια διηγημάτων ή σε κελαρυστή πρόζα. Πηγή; Ίσως κομμένες σελίδες από το ημερολόγιο της ενεργής μνήμης αλλά και της δημιουργικής φαντασίας της συγγραφέως. Τολμά να τις στεγάσει σε ένα καλαίσθητο Χάρτινο Οίκο, όπου στους τοίχους των 50 δωματίων του υπάρχουν ευκρινή αποτυπώματα από αγγίγματα και μυρωδιές βιωμένου χρόνου. Για παράθυρα έχει επιλέξει προβολικούς καθρέφτες μνήμης. Όταν κοιτάζεις μέσα από αυτούς, άλλοτε βλέπεις εκείνη, άλλοτε κάποιον οικείο, άλλοτε εσένα τον ίδιο και κάποιες φορές πολλούς μαζί να μοιράζεστε έντονες συναισθηματικές καταστάσεις αλλά και τη βεβαιότητα πως έχετε πολλά κοινά, πως είστε παλιοί γνώριμοι.

Η κατασκευή αυτή δεν έγινε τυχαία τόσο στέρεη και καλοχτισμένη. Είναι αποτέλεσμα αρμονικής συνεργασίας πολλών δεξιοτήτων της Διώνης Δημητριάδου: της λογοτεχνικής, της φιλολογικής και της κριτικής, τις οποίες αξιοποίησε χρησιμοποιώντας προσεκτικά επιλεγμένα υλικά (λέξεις) με συνδετική ψυχική κονία αποτελούμενη από ευαισθησία, σαφήνεια, αμεσότητα, αλήθεια, αυτοσαρκασμό, ανθρωπιά.

Πολλές από τις ιστορίες αυτές πρωτοτυπούν και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων τους, ο οποίος είναι δοκιμιακός. Όλες ανεξαίρετα δίνονται όχι με φόρμα στερεοτυπική και υπάκουη σε κανόνες, αλλά με μια γραφή ζωντανή, ελεύθερη, άμεση, βιωματική τόσο πολύ που είναι σαν να ζεις εσύ τα δρώμενα. Τηλεμεταφέρεσαι χωρίς να το καταλάβεις στη σκηνή όπου εκτυλίσσεται η κάθε ιστορία και περιφέρεσαι ανάμεσα στους ήρωες σαν παρατηρητής, σαν φίλος, σαν γνωστός, έτσι όπως γίνεται με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη.

Όταν αυτός που γράφει καταφέρει το δικό του «μου» να το κάνει «εμείς» και μετά «εγώ, εσύ, αυτός», τότε έχει προσθέσει αυτό το «συν» στη γραφή του και από «γραφέας» γίνεται αληθινός «συγγραφέας». Εδώ ισχύει στο ακέραιο.

Οι περιγραφές, οι ψυχικές καταστάσεις, τα σκηνικά, ο φωτισμός, γίνονται με τη μέγιστη οικονομία λέξεων. Το αποτέλεσμα ισορροπεί ανάμεσα σε πεζό και ποιητικό.

Αρκετές ιστορίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πεζόμορφη ποίηση. Φτάνει να τολμήσεις να φανταστείς κάποιες φράσεις ως στίχους, όπως λ.χ. στη μικρή ιστορία «τοπία», η οποία μπορεί να διαβαστεί ως ποίημα, δηλαδή:

«Τα θαλασσινά τοπία,

σαν τα δεις έρημα,

θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής

που ο ζωγράφος εγκατέλειψε.

Όχι γιατί

του τέλειωσαν τα χρώματα,

μα γιατί ένιωσε ξαφνικά

ότι δεν θα μπορούσε να

αποδώσει πειστικά

την πίκρα που έχουν μέσα τους».

Η πρώτη επαφή με το βιβλίο είναι θερμή. Σε κερδίζει η σχεδίασή του, ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Ο ασκήσας την τυπογραφική επιμέλεια, ήταν «στα καλύτερά» του. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ιδιαίτερη γραμματοσειρά.

Ο πίνακας του 1925 του Paul Klee με τίτλο Fish Magic, που δεσπόζει στο εξώφυλλο, μίγμα εξπρεσιονισμού, ρομαντισμού και σουρεαλισμού, δεν είναι τυχαία επιλογή. Άνθρωποι, λουλούδια, ψάρια, ως και πλανήτες, κολυμπούν στη σκούρα πράσινη θάλασσα της ζωής. Στο κέντρο; Κρεμασμένο το ρολόι του χρόνου, το οποίο είναι σαν να διαφεντεύει το κορδόνι της κουρτίνας της θεατρικής σκηνής για την έναρξη, τη δράση ή τη λήξη.

Το πράσινο ιαματικό χρώμα στο μπροστινό «αυτί» του βιβλίου, φέρνει γαλήνη και απορροφά τις εντάσεις. Η αίσθηση αυτή ολοκληρώνεται όταν τελειώνοντας την ανάγνωση, αγγίξεις τη βαθιά ώχρα στο πίσω «αυτί» του βιβλίου, που σε αποθέτει πάλι στη γη μαλακά.

Τρία γενικά τα είδη του χρόνου: Ο βιωμένος χρόνος, δηλαδή ο χρόνος ουσιαστικής εμπειρίας, ο θεσμοθετημένος και ο ιστορικός χρόνος. Η μέτρησή του, αποδεικνύει και το πεπερασμένο της διάστασής του. Υπάρχει και τέταρτο; Ίσως ο φανταστικός χρόνος.

Βιωμένος χρόνος! Τι ρόλο παίζει η παθητική μετοχή παρακειμένου ως επιθετικός προσδιορισμός του καθ’ όλα ανεξέλεγκτου μέσα μας χρόνου;

Πότε ξεκινάει στον άνθρωπο; Μα με τη γέννηση, όταν αρχίζει:

«μια νέα ζωή, έτοιμος να ζήσει όλα αυτά που μόλις είχε ξεχάσει».

Το τι είναι όμως, δίνεται λίγο λίγο μέσα από τις μικρές ιστορίες. Μόνο προς το τέλος του βιβλίου δηλώνεται:

«υπάρχει ένα σημείο που αρχίζει ο χρόνος πια να νιώθεται και οι μέρες να βιώνονται. Ως παρελθόν με αντικαθρέπτισμα στο τώρα. Μα απαιτούνται αρκετές δεκαετίες για να το πεις αυτό… »

Ο ανθρώπινος χρόνος, μπορεί να γίνει βιωμένος όταν ο άνθρωπος δρα συνειδητά, όταν μπαίνει σε καταστάσεις έντονων ψυχικών διεργασιών, όταν το «είναι» του ενεργοποιείται. Όταν μετέχει πλήρως στην αλήθεια κάποιας μορφής δημιουργίας ή επικοινωνίας ή δράσης αλλά και όταν είναι σε ακινησία φαινομενική, σε σιωπή, σε μοναξιά, γιατί τότε μπορεί εξίσου να βιώνει χρόνο ταξιδεύοντας. Με τη γραφή, την ανάγνωση, την πνευματική ή τη δια των αισθήσεων δημιουργία, ακόμα και με το όνειρο. Τότε αυτός ο χρόνος, παντρεύεται τη μνήμη και γίνεται καταγεγραμμένος.

Από την άλλη, μπορεί όταν δρα να δρα μηχανικά και ο χρόνος του όχι μόνο να μην είναι αληθινός, αλλά αδιάφορος, άχρωμος, μη συνειδητοποιημένος.

Πλησιάζοντας στο πανέμορφο χάρτινο κτίσμα, βλέπω μία επιγραφή: «Χρονοβιβλιοθήκη». Πειρασμός. Ανοίγω το μεγάλο μπροστινό εξώφυλλο. Εισέρχομαι. Στον προθάλαμο βλέπω μια πορτοκαλιά να μοιράζει πορτοκάλια σε παιδιά. Πλησιάζω, μπα σε καλό μου, η Διώνη είναι, μιλάει στους μαθητές της. Τους δίνει σφαιρική γνωσιακή εμπειρία. Κρυφακούω. Τους μιλάει για το πως διαβάζεις διαρκώς ανάμεσα σε δύο στάσεις του μετρό, αν… Αν τι;

«… Αν πολύ το αγαπάς το διάβασμα, τα καταφέρνεις έτσι όπως κρατιέσαι από τη χειρολαβή, … νοιώθοντας στην πλάτη καρφωμένα τα βλέμματα των άλλων, που δεν κατανοούν ποιος σε υποχρέωσε να το υποστείς όλο αυτό».

Τους εξηγεί ότι κατά τη διάρκεια του διαβάσματος, ο χρόνος νιώθεται, ενώ επανερχόμενη αργότερα, εστιάζει στη δύναμη του «τυπωμένου πόνου», ο οποίος «στριμώχνεται και ασφυκτιά μέσα στις σελίδες, φωνάζει κι αλυχτά, ίδιο(ς) με τη φωνή του πληγωμένου ζώου».

Εσύ; Ζεις μέσα από αυτή την εμπειρία: «το πάθος το αβίωτο».

Σκέφτεσαι ότι ίσως ο βιωμένος χρόνος να είναι ο ίδιος μια χειρολαβή που κρατιέσαι, γαντζώνεσαι από αυτήν να μην πέσεις από τα ταρακουνήματα και τους κλυδωνισμούς του συρμού του συνολικού χρόνου, που σε σέρνει ανελέητα πάνω στις ράγες της ζωής σου.

Μια ανοιχτή πόρτα οδηγεί στην Αίθουσα Τέχνης. Διαβάζεις:

«Η Τέχνη εισβάλλει στη ζωή ακάλεστη και σου παίρνει τον αέρα, μόλις αντιληφθεί την ασθενή σου αντίσταση στις εκπλήξεις». Καταλαβαίνεις. Άλλη μια μορφή πραγματικού χρόνου. Η επαφή με την Τέχνη. Στον επόμενο Χώρο, της Μουσικής, το εμπεδώνεις μια για πάντα.

Περνάς στην Αίθουσα Προβολής. Βλέπεις διαδραστικά την έξοχη ιστορία με τίτλο: «η στιγμή». Αισθάνεσαι ότι πραγματικός χρόνος είναι όλες αυτές οι στιγμές που θέλεις να τις ξαναζήσεις αυτούσιες μα δεν γίνεται. Έχουν κυλήσει σαν σταγόνες, έχουν φύγει για πάντα. Η αγωνία να τις κρατήσεις, είναι ένα αλάθητο κριτήριο για το αν είναι βιωμένες.

Θυμάσαι τον Γιώργο Δουατζή (από το βιβλίο του «Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη»): «Ο χρόνος, δεν μπορεί παρά να καταγράφεται, να αξιώνεται ύπαρξης, μόνο μέσα από γεγονότα… Μπορεί να προσμετρηθεί και με απολύτως προσωπικά κριτήρια. Μπορεί να πλησιάζεις τα σαράντα και να έχεις δικό σου μετρήσιμο χρόνο τα ογδόντα».

Τα βήματά σου σε φέρνουν σε έναν υποβλητικό χώρο με αναμμένους πυρσούς. Αίθουσα Τελετών. Ανατριχιάζεις. Η συμμετοχή σου σε τελετουργίες σε μια προσπάθεια κατανόησης της ζωής και του θανάτου (Πάσχα, Φώτα, κλπ οι χριστιανοί / Διονύσια, Ελευσίνια, κλπ οι αρχαίοι Έλληνες) σε έχει σημαδέψει. Η φωνή της Ιέρειας ακούγεται από το υπερπέραν να μιλάει για όλα τούτα με αφορμή ένα δέντρο:

«Η πασχαλιά με το πένθιμο χρώμα να είναι εκεί να σου θυμίζει την ανάγκη για ζωή, να μεθάς με το άρωμά της, αλλά την ίδια στιγμή να στολίζεις μ’ αυτήν νεκρούς και επιτάφιους. Ασύλληπτη στο μέγεθός της επινόηση του ανθρώπου μπροστά στην ανάγκη να κατανοήσει τον θάνατο όχι σαν τελείωμα αλλά σαν στάδιο, σαν σκαλί για ζωή πάλι».

Ο άνθρωπος θέλει να ζει, και μετά το σκαλί του θανάτου. Πάντα. Θέλει να υπάρχει στον χρόνο, όσο κι αν αυτός είναι επινόησή του.

Στην Ενδιάμεση Αίθουσα, κάθεσαι να ξεκουραστείς. Ανατρέχεις στο παρελθόν. Βιωμένος χρόνος είναι κι όταν αναπολείς βιωμένο χρόνο. Τότε ζεις διπλά διότι ξαναζείς -έστω και λίγο αλλαγμένα- αυτά που τότε είχες ζήσει. Τα ηχεία μεταδίδουν ραδιόφωνο. Ένα έργο της Διώνης Δημητριάδου, από το Θέατρο της Δευτέρας. Συγκρατείς:

«θυμήθηκε πάλι τη μάνα της που, χρόνια πολλά πριν σ’ αυτό το ίδιο μέρος, έβγαλε τα παπούτσια της, τα πέταξε στο νερό…»

Και λίγο μετά:

«αυτή τη διαδρομή, τη θυμόταν από μικρή, τότε που κατηφόριζαν με τον πατέρα της προς τον κεντρικό δρόμο, όπου βρίσκονταν όλα τα θαύματα».

Γίνεσαι πάλι παιδί. Έφηβος. Ταξιδεύεις. Τελειώνοντας το θεατρικό, σε σημαδεύει αυτή η τελευταία φράση που λες και γράφτηκε για σένα:

«Εκείνη κατέβηκε τις σκάλες και χύθηκε στον δρόμο με όλο το βάρος μιας λέξης που δεν ειπώθηκε».

Κλαις. Σε κυνηγάει εδώ και χρόνια μία λέξη. Μία μόνο λέξη, ειπωμένη ή ανείπωτη, έχει τη δύναμη να σημαδέψει ανεξίτηλα το χρόνο σου, άρα και τη ζωή σου. Ο τραγικός χρόνος είναι αναντίρρητα ο περισσότερο βιωμένος από όλους.

Σηκώνεσαι ν’ αλλάξεις διάθεση. Περνάς στη Σχολική Αίθουσα, δίπλα στην Αίθουσα της Εφηβείας, που τη φωτίζει επιγραφή με νέον: «ταξιδιώτισσα είναι η γνώση». Η παιδική ηλικία, οι συνήθειες των γειτόνων, των κατοίκων, οι τότε παραστάσεις, οι διαφορετικές ενέργειες της κάθε πόλης, το σχολείο, οι αίθουσες, τα θρανία, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι, οι κιμωλίες, ζουν κανονικότατα μέσα σου. Όπως και ο «λύκος» στο υποσυνείδητό σου.

Μπαίνοντας στον Χώρο του Αρχείου με «όλα αυτά που ευχαρίστως κάποτε θα πέταγε η μάνα μας» αισθάνεσαι πως η καταγραφή χρονικών στιγμών ή περιόδων, ενισχύεται από το δέσιμο με αγαπημένα μας αντικείμενα, ως και με τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου δέντρου, αφού αυτά με ψυχεδελική μουσική δωματίου:

«σου θυμίζουν τα πρόσωπα που μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια θέλησαν να σου στολίσουν όχι μόνο το δέντρο αλλά και την ψυχή».

Στην Αίθουσα της Συνήθειας, επαναλαμβανόμενες μικρές οικογενειακές τελετουργίες και συνήθειες ξεπηδούν από το ενεργειακό αρχείο των ταινιών μικρού μήκους της ζωής σου. Εκεί, μαζί με άλλα συμβάντα, συρράπτονται στη μοναδική για τον καθένα ταινία απρόβλεπτου μήκους της ζωής του.

Πήρε να βραδιάζει. Στο Αναγνωστήριο, ψάχνεις να βρεις πότε χάνεται ο χρόνος. Πέφτεις στον Τάσο Λειβαδίτη:

«Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ’να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ».

Στην Αίθουσα της Γκρίνιας, αντιλαμβάνεσαι ότι αν μονίμως λες «δεν μου φτάνει ο χρόνος», εσύ είσαι υπεύθυνος που δεν τον αξιοποιείς, εσύ που τον αφήνεις να πηγαίνει χαμένος.

Περνάς στη Θερμή Αίθουσα. Άλλη αίσθηση. Αν έχεις γνωρίσει τον Έρωτα με κεφαλαίο το έψιλον, έχεις εμπειρία του τι σημαίνει να βγαίνεις εντελώς έξω

από τον χρόνο. Εκεί, ο χρόνος ίσως να είναι υπέρ-βιωμένος.

Τι να γίνεται άραγε εκείνη; Θυμάσαι:

«… αυτή τον έρωτα τον γεύονταν σα μια στιγμή που χάνεται αφήνοντας άγγιγμα στο κορμί και πιο βαθιά το σκίρτημα μιας πάσχουσας ενθύμησης».

Ως γυναίκα, ήξερε καλύτερα: αυτή η στιγμή, θα ζούσε για πάντα μέσα της, έστω και ως «πάσχουσα ενθύμηση».

Στη Γενική Βιβλιοθήκη, χαϊδεύεις τις ράχες των βιβλίων. Παίρνεις ένα στην τύχη. Πέφτεις επάνω σε μια αριστουργηματική ιστορία με τίτλο «εμμονή με την αφή», όπου η Διώνη Δημητριάδου, τονίζει πως από τις πέντε αισθήσεις, εκείνη προσλαμβάνει τον χρόνο ως βίωμα, πρωτίστως με την αφή. Λέει:

«υπάρχει σε όσα γράφω μια εμμονή με την αφή», θεωρώντας την «νοητή προέκταση του σώματος». Το έχει πει προ μηνών στην ποιητική της συλλογή [Λέξεις απόκρημνες] στο ποίημα “Μόνη Αίσθηση”:

«Η μνήμη κατεξοχήν / είναι υπόθεση αφής».

Η συνέπεια του λογοτέχνη.

Δεν έχει άδικο. Η εγγραφή θέλει άγγιγμα. Η μικρή ιστορία ξεκινάει λέγοντας «Αν κάποτε όλα εξαφανιστούν, σκέφτομαι, μπορεί να μείνει η ανάμνηση των αγγιγμάτων». Πώς να ξεχάσεις το πρώτο χάδι του γονιού, το άγγιγμα της γιαγιάς, το ερωτικό άγγιγμα;

Επιλέγεις και άλλο βιβλίο. Στο ψυχογραφηματικό και πιθανότατα αυτοβιογραφικό διήγημα με τίτλο «κι ούτε σκαρί πετούμενο», μέσα από τις συνήθειες των παλιών, τα σημάδια των ονείρων, την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στη μοίρα, τη σύνδεση ανθρώπου και πράγματος, την επίδραση μιας ασθένειας ή τη συμπεριφορά υπό την επήρεια φαρμάκων, βλέπεις τον χρόνο να βιώνεται στο έπακρο.

Νύχτωσε πια για τα καλά. Ψυχανεμίζεσαι «όσους ανέχονται στην τετράγωνη ζωή τους μια κυκλική πορεία των φυσικών πραγμάτων… Χωρίς ξαφνιάσματα και απορίες. Κυρίως χωρίς να νιώθουν την ανάγκη κάποιας ερμηνείας». Αναρωτιέσαι αν είσαι ή όχι ένας από αυτούς.

Βγαίνεις έξω. Κλείνοντας την πόρτα, το σκοτάδι σου ψιθυρίζει:

«Η νύχτα όλα τα εξηγεί, όπως θέλει, και όλα τα ανατρέπει ανενδοίαστα, με το ασύγγνωστο της φύσης της. Ποιος θα την καταδικάσει όμως;».

Εσύ, μαγεμένος ακόμη, αντί για «νύχτα» ακούς «χρόνος». Επαναλαμβάνεις καθώς βηματίζεις αργά, με τα μαύρα μαλλιά της νύχτας στο πρόσωπό σου:

«Ο χρόνος όλα τα εξηγεί, όπως θέλει, και όλα τα ανατρέπει ανενδοίαστα, με το ασύγγνωστο της φύσης του. Ποιος θα τον καταδικάσει όμως;»

Γιώργος Ρούσκας