Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

27+7 πεζογραφήματα Άννα Σερέτη-Στάικου εκδόσεις Νοών η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

27+7

πεζογραφήματα

Άννα Σερέτη-Στάικου

 εκδόσεις Νοών

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ: Ο σωστός χειρισμός του ελάχιστου • Fractal (fractalart.gr)

 



Ο σωστός χειρισμός του ελάχιστου

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ανακαλύπτουμε μια γραφή άξια λόγου, η οποία να επιλέγει τη μικρή φόρμα, και μάλιστα την πολύ μικρή – λίγη απόσταση να τη χωρίζει από τα μικρο-διηγήματα μπονσάι. Η Άννα Σερέτη-Στάικου, στην πρώτη της εκδοτική εμφάνιση επέλεξε τη γοητεία του ελάχιστου (ιστορίες μέσα σε μία έως τρεις σελίδες με μία μόνον να ξεφεύγει από τον κανόνα), που λίγοι κατορθώνουν να τη χειριστούν εύστοχα. Θεωρώ πως η μικρή φόρμα στην πεζογραφία πρέπει να συμφιλιωθεί με τη συνθήκη που καθορίζει τα πλαίσια των κινήσεών της. Μέσα στην έκταση μιας ή δυο σελίδων δεν είναι ποτέ δυνατόν να ολοκληρώσεις την εικόνα του χώρου, να πλάσεις την προσωπικότητα του ενός (φυσικά) ήρωα, να απλώσεις την πλοκή, μέχρι να φθάσεις στο ικανό (δηλαδή αρκετό) σημείο που θα μπει μια τελεία. Έτσι κι αλλιώς, τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα (και αυτά της μεγάλης αφήγησης, δηλαδή του μυθιστορήματος) αφήνουν ανοιχτή τη χαραμάδα του συμβατικού τέλους, ώστε να «συνεχίσει» ο αναγνώστης· η ποθητή μέθεξη, η συνοδοιπορία. Πολύ περισσότερο, επομένως, δεν απαιτείται καμία θεματική ολοκλήρωση στα περιορισμένα πλαίσια  (σε λέξεις και σε χρονική έκταση πλοκής) που προσφέρει η μικρότερη φόρμα.

Διαβάζω το βιβλίο της Στάικου και σκέφτομαι τι είναι αυτό που με ελκύει στη γραφή της. Δεν έχει ενιαία θεματική (αν εξαιρέσουμε τα αναφερόμενα στα χρόνια που έζησε ως εκπαιδευτικός στη Γερμανία) κάτι που συνήθως αναζητάμε στις συλλογές πεζογραφημάτων. Κι όμως, έχεις την αίσθηση πως κάποιο νήμα, φαινομενικά αόρατο, συνδέει τις ιστορίες της. Εντοπίζω τρία στοιχεία που συνιστούν το δέσιμο των ιστοριών, και τα τρία εξω-θεματικά.

Αρχικά, οι ήρωές της (υπαρκτά πρόσωπα ή επινοημένα αδιάφορο) αποπνέουν, ακόμη και στα αρνητικά τους σημεία, μια γνησιότητα, έναν πηγαίο αυθορμητισμό, που ίσως οφείλεται στην αφηγηματική ικανότητα της Στάικου να φωτίζει λεπτομέρειες από τον εσωτερικό τους κόσμο, μέσα από μία λέξη, μία κίνηση, μια αντίδραση.



Δεν γίνεται, λοιπόν, να μη σχολιαστεί ο ιδιαίτερα ελκυστικός τρόπος γραφής, που ξέρει πώς να μιλήσει για τα πρόσωπα και τα γεγονότα, χωρίς καμία περιττολογία, χωρίς τίποτα να βαραίνει την αφήγηση. Ανακαλύπτει το κεντρικό στοιχείο που αξίζει να σταθεί, να μιλήσει γι’ αυτό εστιάζοντας στο ουσιώδες, ενστικτωδώς ίσως, γιατί δεν μοιάζει με γραφή που δουλεύτηκε πολύ στα σημεία της, μάλλον, θα έλεγα, φαίνεται να δανείστηκε τον αυθορμητισμό των ηρώων της. 

Επόμενο είναι πως αυτή η γραφή φαίνεται να ξέρει και πού θα πρέπει  να σταματήσει. Κι εδώ εντοπίζεται το πιο αξιόλογο στοιχείο από όλα. Η κάθε ιστορία «κόβεται» εκεί που, γυρνώντας τη σελίδα, περιμένεις μια συνέχεια, κι όμως αντικρίζεις την τελευταία παράγραφο. Για να επανέλθω στην αρχική μου παρατήρηση για τα όρια της μικρής φόρμας,  η Στάικου ξέρει πώς να χειριστεί το ελάχιστο «σώμα» της κάθε ιστορίας, ώστε  να έχει πει όσα ήθελε ως συγγραφική πρόθεση, αλλά ταυτόχρονα να έχει αφήσει ανοιχτό το πεδίο στον αναγνώστη της.

Ξεχωρίζω το διήγημα «Ο δρόμος» για τη δύναμη του, αν και δύσκολα θα το χαρακτήριζε κανείς «ιστορία». Κι όμως, είναι ίσως το πιο «ανοιχτό» στην ανάγνωση αφήγημα, αυτό που χωράει μέσα του όλες τις αναγνωστικές προσβάσεις, που ενσωματώνει όλες τις φωνές/κραυγές στην κραυγή της γυναίκας, που όταν όλα σκοτεινιάζουν γύρω της και μέσα της, παρατηρεί καπνίζοντας τα τραίνα που περνούν, χαιρετώντας μάταια  τους επιβάτες. Σβήνει το τσιγάρο κι ανάβει άλλο κι άλλο. Προσπαθεί να υπολογίσει πόσο κρατάει ένα τσιγάρο αλλά ποιο το νόημα; Προσπαθεί να βρει ένα νόημα σ’ όλον αυτόν τον χυλό πραγματικότητας και φαντασίας αλλά δεν βρίσκει. Πόσα τσιγάρα είχε άραγε καπνίσει μέχρι που αποφάσισε πως αυτό ήταν το τελευταίο; Ανάβει, λοιπόν, το τελευταίο, περιμένει το επόμενο τρένο και ουρλιάζει. (σ. 78).

Στο αυτοαναφορικό περί γραφής διήγημά της «Μικρόψυχα διηγήματα σε μικρόψυχους καιρούς» διαβάζουμε: Πόσο δύσκολο είναι να γράψεις κάτι απλό και δυνατό! Να δώσεις μια βαθιά ανθρώπινη φωνή σ’ αυτά που γράφεις και να ξαναδώσεις φρεσκάδα στα χιλιοειπωμένα και οικεία θέματα, στον έρωτα, στο θάνατο, στην ηδονή και στην οδύνη. (σ. 80). Έχει δίκιο. Θα έλεγα πως η ίδια βρήκε τον τρόπο, τουλάχιστον να μην προδώσει ούτε τα θέματα αυτά ούτε όμως και την ίδια τη γραφή, που υπηρετεί εδώ με σοβαρότητα και γνώση.

Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου