Τρίτη, 10 Μαρτίου 2020

Όπου και να ταξιδέψω Περπατώντας σε 24 πόλεις Νίκος Βατόπουλος Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Όπου και να ταξιδέψω

Περπατώντας σε 24 πόλεις

Νίκος Βατόπουλος

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
https://diastixo.gr/kritikes/diafora/13846-opou-na-taxidepso






Ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει και αυτό που μπορεί. 
Η στοιχειώδης συνθήκη, μιλώντας για τον ταξιδιώτη όπου γης. Οι βιωματικές προσλαμβάνουσες, η προσωπική οπτική αλλά και οι γνώσεις, διαφοροποιούν τις εντυπώσεις και συνακόλουθα διαμορφώνουν τα τοπία τα ίδια. Ετούτη η ποικιλομορφία δεν είναι μόνον αναπόφευκτη αλλά καταλήγει να δώσει τη μαγική εικόνα ενός τόπου, που άλλα αποκαλύπτει στον καθένα· αρκεί να ψάχνει και να βλέπει. Την ικανότητα της διεισδυτικής ματιάς την κατέχει σε μεγάλο (αν όχι απόλυτο) βαθμό ο Νίκος Βατόπουλος. Στο πρόσφατο βιβλίο του αναλαμβάνει να μας καθοδηγήσει να γνωρίσουμε, μέσα από τη δική του αισθητική και τις προσωπικές του αναμνήσεις, είκοσι τέσσερις ελληνικές πόλεις. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτού του πονήματος προκύπτει από τις κρυμμένες πτυχές των πόλεων, που ο Βατόπουλος αναζητά και αποκαλύπτει. Με άλλα λόγια, μην περιμένει κανείς ότι θα καταγράψει γνωστές εικόνες· αντιθέτως θα παρουσιάσει τις πόλεις αυτές με μια νέα όψη, πέρα από τις διαφημιζόμενες «προθήκες» τους, που συχνά θα ξαφνιάσει όσους τις έχουν επισκεφθεί.

Ωστόσο, διαβάζοντας κατανοείς πως ο «ταξιδιώτης» εδώ επιθυμεί μέσα από τις πόλεις που επισκέπτεται (ετυμολογικά εύστοχη η λέξη) να ξαναβρεί κάτι από τις παλαιότερες (ακόμη και παιδικές) μνήμες του. Αν το ταξίδι του συνιστά και την πρώτη επαφή του με την πόλη, τότε ψάχνει μέσα της να βρει κάτι που δυνάμει είναι δικό του. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ένα ταξίδι αυτοπροσδιορισμού, όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου. Είμαστε τα μέρη που βρισκόμαστε, είμαστε οι τόποι που μας ορίζουν, το σημείο μέχρι το οποίο θα πορευθούμε. Ο άνθρωπος και ο χώρος, άρρηκτη σχέση, πολυεπίπεδη και πολύμορφη.

Ξεκίνησα, αρχικά, ως περιηγητής στον τόπο μου. Ήταν ένα συναίσθημα ζωογόνο και ευεργετικό. Ένιωθα πως μου είχε δοθεί ένα κλειδί και ότι με αυτό θα μπορούσα να ανοίξω τα δωμάτια του νου μου. (σελ.12)

Ακριβώς επειδή πρόκειται για μια περιπλάνηση του νου, ένα μνημονικό διαρκές ταξίδι, άπειρες συνδέσεις προκαλούνται ανάμεσα σε φαινομενικά ανόμοιους τόπους. Ποια σχέση, για παράδειγμα, μπορεί να έχει μια αθηναϊκή συνοικία με το θεσσαλικό τοπίο; Κι όμως, αρκεί μια κεραμική μορφή Σφίγγας,  απομεινάρι νεοκλασικού σπιτιού στην Αγιά της Λάρισας, για να λειτουργήσει ο συνειρμός με την αδιόρατα αρ νουβό μάσκα στο εγκαταλελειμμένο διώροφο στου Ψυρρή.

Είναι αυτές οι ακροβασίες που ενθουσιάζουν και που αντλούν από μια αστείρευτη δεξαμενή αναφορών και τεκμηρίων. (σελ. 17)

Ή, κάτι ακόμη πιο ακραίο, αρκεί η θέα της Λαμίας, από ένα ύψωμα στον περιφερειακό δρόμο, για να λειτουργήσει η αίσθηση (ή η γεύση, όπως λέει) ότι το τοπίο γειτνιάζει με τη θέα του Κολωνακίου από τους δρόμους του Λυκαβηττού. Παραδέχεται και ο ίδιος πως μοιάζει παράταιρο

… αλλά οι συνειρμοί που γεννούν οι συγκριτικές και ψυχικές γειτνιάσεις των πόλεων αιφνιδιάζουν ακόμη και αυτόν που βιώνει τη γέννησή τους. (σελ. 219)

Με περιέργεια και καλή πρόθεση ο Βατόπουλος ψάχνει τα κατάλοιπα παλαιότερων εποχών  κάτω από τις νέες επιφάνειες που συνιστούν το σύγχρονο πρόσωπο των πόλεων, τα ανακαλύπτει και τα αναδεικνύει, με τη χαρά της αποκάλυψης ενός παλίμψηστου, που είναι εκεί και περιμένει υπομονετικά την επανεμφάνισή του ή (το πιο συχνό) τον οριστικό αφανισμό του στη λήθη.  Ιμπρεσιονιστικά, όπως τα ονομάζει, κείμενα για τις εξής πόλεις: Άμφισσα, Άρτα, Βόλος, Δράμα, Ερμούπολη, Ζάκυνθος, Ηράκλειο, Ιωάννινα, Καλαμάτα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κατερίνη, Κομοτηνή, Κόρινθος, Λαμία, Λάρισα, Λιβαδειά, Μυτιλήνη, Ξάνθη, Πάτρα, Ρόδος, Τρίκαλα, Τρίπολη, Φλώρινα. Και πάρα πολλές έγχρωμες φωτογραφίες που δεν χρειάζονται (οι περισσότερες) λεζάντα, καθώς παρακολουθούν την αφήγηση ενταγμένες λειτουργικά στο κείμενο.
Αξίζουν ένα σχόλιο εδώ δύο θέματα στα οποία εστιάζει το ενδιαφέρον του ο συγγραφέας, γι’ αυτό και επιστρέφουν σε πολλά από τα κείμενα του βιβλίου.
Το ένα αφορά το αστικό πρόσωπο των πόλεων της ελληνικής επαρχίας. Σε άλλες από αυτές έχει διασώσει κάτι από την παλαιά του αίγλη, από τη νεοκλασική αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα αλλά και την ενδιαφέρουσα αισθητική των μέσων δεκαετιών του 20ου. Άλλες, ακολουθώντας εν πολλοίς το παράδειγμα της πρωτεύουσας, εύκολα κατέστρεψαν το παρελθόν τους χάριν του κέρδους, σε μια νεοπλουτίστικη λογική ρυμοτομίας και αρχιτεκτονικής, που καταλήγει ισοπεδωτική μέσα στην ανομοιογένειά της και την ασχήμια της.

Το δεύτερο αγαπημένο θέμα/εύρημα του ταξιδιώτη/συγγραφέα αφορά τα σπαρμένα σε επιλεγμένες (λόγω τουριστικού ενδιαφέροντος) πόλεις  ξενοδοχεία Ξενία, που κάποτε αποτελούσαν το καύχημα των πόλεων, και τώρα ρημάζουν  εγκαταλελειμμένα. Το καθένα με την αισθητική του αρχιτέκτονά του, που φρόντιζε να ταιριάζει με την ιδιαιτερότητα του τοπίου ως προς την αισθητική αλλά και την ιστορική  αξία του χώρου. Νομίζω πως η καλύτερη μνεία ενός τέτοιου κτιρίου βρίσκεται στο κεφάλαιο του βιβλίου που αφορά στην Καστοριά, εκεί που η εικόνα της εγκατάλειψης δίνει την εντύπωση  ότι αντικρίζεις έναν Τιτανικό της στεριάς ή μια Πομπηία της Μακεδονίας. Κι όμως, χτισμένο το 1952, απηχούσε τη γνώση και την αισθητική του αρχιτέκτονα Χαράλαμπου Σφαέλλου, που το σχεδίασε σε ένα ύφος που συνδύαζε το μακεδονίτικο στυλ με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, και εξηγούσε το σκεπτικό του:

«…προσπαθούμε να χρησιμοποιούμε τα κεφάλαια που διατίθενται στον τομέα αυτόν για μια ορθολογιστική αξιοποίηση του ιστορικού και καλλιτεχνικού παρελθόντος μας, αποκαθαίροντάς το, ώστε να αποτελεί ένα ζωντανό κομμάτι της σημερινής Ελλάδος και όχι μουσειακά κατάλοιπα ενός παρελθόντος». (σελ. 172)

Τώρα και αυτό το ίδιο ένα μουσειακό κατάλοιπο.

Τις πόλεις που παρουσιάζει με τον ξεχωριστό του τρόπο ο Βατόπουλος τις γνωρίζει και ο αναγνώστης με όλες τις αισθήσεις του σε ενάργεια. Ακούει τους ήχους τους, συχνά υπόκωφους, νιώθει τις γεύσεις τους, την υγρασία στο άγγιγμά τους, οσφραίνεται τις μυρωδιές τους, κάτω από τα πολλά νεωτερικά στρώματα που απειλούν να τις καταπιούν, τέλος χαίρεται την ιδιαίτερη θέα της καθεμιάς. Συνταξιδιώτης ακολουθεί το νήμα των εικόνων και των σκέψεων στους πιο δυναμικούς και απρόβλεπτους συνειρμούς, στις πιο αιφνιδιαστικές παρατηρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πόλεις χαρακτηρίζονται άρρητες (Η άρρητη πόλη είναι η πιο μεγάλη δύναμη). Νιώθεις τα μηνύματα που σου στέλνουν, τους δίνεις νόημα.  Ξέρεις, όμως, πως ό,τι βλέπεις από αυτές δεν εξαντλείται εύκολα· δουλεύει μέσα σου το ανείπωτο κομμάτι τους, και αυτό το εσωτερικής αξίας ταξίδι είναι το σημαντικότερο από όλα τα ταξίδια.


Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου