Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο Κωνσταντία Σωτηρίου Πικρία χώρα - Με την Κωνσταντία Σωτηρίου συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου


Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο


Κωνσταντία Σωτηρίου

Πικρία χώρα


εκδόσεις Πατάκη





Με την Κωνσταντία Σωτηρίου

συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου



-Για μια ακόμη φορά αυτό που σας απασχολεί είναι το δράμα της Κύπρου, αυτή η ανοιχτή πληγή για το σύνολο του Ελληνισμού. Πέρα από αφορμή για τη γραφή σας, θα μπορούσε να είναι ένα κίνητρο για να καταγράψετε την προσωπική σας θέση στο θέμα αυτό;

Παρά το γεγονός ότι ξεκίνησα να γράφω χωρίς να το έχω αυτό στο μυαλό μου (ξεκίνησα να γράφω και όπως πολλοί άλλοι Κύπριοι συγγραφείς κατέληξα να γράφω για το Κυπριακό), στην πορεία της γραφής το να πω τη δική μου εκδοχή των γεγονότων, ως ένας νέος άνθρωπος που γεννήθηκε μετά τον πόλεμο και ως γυναίκα, αποτελέσαν μεγάλο κίνητρο για να γράψω ό,τι έγραψα. Νομίζω πως μπορούμε να μιλάμε για τα ίδια πράγματα λέγοντας διαφορετικά τις ιστορίες, αναψηλαφώντας διαφορετικά τα πράγματα – ειδικότερα για κάποια θέματα που θεωρείται κιόλας πως είναι και κάπως ταμπού να τα δεις διαφορετικά. Τα λεγόμενα εθνικά, για παράδειγμα, ζητήματα για τα οποία υπάρχει μια δεδομένη αφήγηση που εξυπηρετεί και τους δεδομένους σκοπούς.

-Να γενικεύσω το προηγούμενο ερώτημα. Η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα, την ικανότητα ή και τη νομιμότητα να διαδραματίσει τον ρόλο της συνεισφοράς στην ιστορική έρευνα παίρνοντας θέση ή αναδεικνύοντας άλλες πτυχές από τις συνήθως προβαλλόμενες;

Νομίζω πως η λογοτεχνία κάνει ακριβώς αυτό, γεμίζοντας τα κενά και λέγοντας ιστορίες που δεν θα μπορούσαν να λεχθούν διαφορετικά. Η λογοτεχνία, επειδή ακριβώς δεν έχει τα στεγανά της επίσημης  ιστορίας, έχει τη δυνατότητα όταν μιλά για ιστορικά θέματα να αγγίξει αυτά που η «άλλη» ιστορία δεν επιτρέπεται. Και είναι, πιστεύω, σημαντικό να διαβάζουμε για φιλίες ανθρώπων, για κοινές πατρίδες, για κοινούς πόνους και κοινά μνήματα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και όλα όσα συνέβησαν. Επιπλέον πιστεύω ότι η λογοτεχνία και ο λογοτέχνης κουβαλούν ένα άλλοθι, αυτό του παραμυθά, όχι αυτού που λέει όμως ψέματα, αλλά του αφηγητή, και μέσα από αυτό το πρίσμα κάποια πράγματα είναι πιο εύκολο να ακουστούν και να γίνουν αποδεκτά.

-Στο βιβλίο σας, όπως και στα δύο προηγούμενα της τριλογίας, δίνετε το «βήμα» στους απλούς ανθρώπους. Είναι σαν να τους χαρίζετε το δικαίωμα να βγουν από την αφάνεια και να φωνάξουν το δικό τους δίκιο. Είναι, άραγε, αυτοί που φτιάχνουν την ιστορία, πίσω από τους επώνυμους και επιφανείς;

Αρχίζοντας να γράφω ένιωθα πολύ έντονα την πεποίθηση πως θα πρέπει να δώσω τον λόγο στους απλούς ανθρώπους να πουν τη δική τους αλήθεια για τα γεγονότα. Είναι οι απλοί άνθρωποι που φτιάχνουν την ιστορία και σίγουρα είναι η δική τους η ζωή που πλήττεται μετά από τους πολέμους και τις καταστροφές. Ξέρετε, μεγάλωσα ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, και οι ιστορίες που έλεγαν ήταν πολύ διαφορετικές από τις ιστορίες που άκουγα στο σχολείο. Στο σπίτι μεγαλώσαμε ακούγοντας ιστορίες για τους Τουρκοκύπριους και την κοινή συμβίωση και πολύ νωρίς κατάλαβα πως η αλήθεια για το απόλυτο καλό και το απόλυτο κακό είναι κάπως θολή. Επίσης με συγκλόνιζε πάντα η στωικότητα αλλά και η απόλυτη απελπισία των ανθρώπων για όσα συνέβησαν. Θυμάμαι πολύ έντονα μια θεία μου που έλεγε για τον πόλεμο πως έχασε τον κόσμο της και ότι ένιωθα πως αυτή η φράση περιέκλειε τα πάντα. «Έχασα όλο τον κόσμο μου» έλεγε και άνοιγε τα χέρια να μας δείξει πόσο πολύ. Ο πόλεμος στην Κύπρο, και δεν αναφέρομαι μόνο στο ’74, έκανε τους ανθρώπους να χάσουν αυτό που υπήρξαν, άνοιξε μια τρύπα κάτω από τα πόδια τους μέσα στην οποία ρίχτηκε όλη η παλιά τους ζωή. Πιστεύω λοιπόν πως έχουν κάθε δικαίωμα να πουν το δίκιο τους, έστω και μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, μακριά από ιστορικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

-Και μάλιστα δίνετε τον λόγο σε γυναικείες φωνές μεταφέροντας το δραματικό σκηνικό στα μετόπισθεν, στον απόηχο του πολέμου. Υπάρχει διαφορά, πιστεύετε, στον τρόπο που εννοεί τα δραματικά γεγονότα μια γυναίκα;

Για να πάρω το νήμα από την προηγούμενη απάντηση, αν οι απλοί άνθρωποι θεωρούνται περίπου αναλώσιμα και κανένας δεν ρωτά τη δική τους γνώμη για τον πόλεμο και την κάθε καταστροφή, αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τις γυναίκες, που κυριολεκτικά και μεταφορικά βρίσκονται στα μετόπισθεν. Επιπλέον, η κυπριακή λογοτεχνία που μιλά για την καταστροφή παρουσιάζει έντονα τη γυναίκα ως  θύμα των περιστάσεων, ως μια ύπαρξη που υπέφερε και κουβαλά τον πόνο της τραγωδίας, κάπως άβουλη για την πολιτική διάσταση των πραγμάτων. Οι δικές μου γυναίκες, Τουρκοκύπριες και Ελληνοκύπριες, δεν ήθελα να είναι θύματα, ήθελα να είναι δυνατές, να αντιδρούν στην καταστροφή, να κάνουν επιλογές και να τολμούν να πουν την αλήθεια τους. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα των συζύγων και μανάδων των αγνοουμένων στην Κύπρο που έγιναν άθελά τους ηρωίδες και όχημα μιας συγκεκριμένης πολιτικής θέσης.  Εγώ ήθελα να τις βάζω να θέτουν ερωτήματα και να αμφισβητούν τη θέση στην οποία τις τοποθέτησαν οι άντρες. Συνειδητά ήθελα να δώσω ένα φεμινιστικό βήμα για να πουν όσα θα ήθελα να πουν.

-Κουβαλούν κομμάτι από θάνατο, όπως λέτε, οι γυναίκες. Πρόκειται για μια διαφορετική βίωση του πένθους; Σκέφτομαι τις Τρωάδες του Ευριπίδη. Κι εκεί γυναικείος ο θρήνος.

Είναι αναμφισβήτητος ο θρήνος των γυναικών και ο τρόπος που  η κοινωνία περιμένει να κουβαλήσουν το πένθος τους. Η ζωή των γυναικών που περιγράφω στα βιβλία μου έχει ρημάξει από τα γεγονότα της ιστορίας, από πράγματα που οι ίδιες δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Ζητούν ωστόσο το δικαίωμα να πουν τα πράγματα με το δικό τους στόμα και να ζητήσουν αξιοπρέπεια. Θέματα όπως τα αντιλαμβάνονται οι ίδιες, όχι όπως οι άντρες τα βλέπουν ή θέλουν για τους δικούς τους σκοπούς να τις τοποθετήσουν. 



-Είναι αυτές οι πραγματικές ηρωίδες της ιστορίας, αν θέλετε να γενικεύσουμε;

Μέσα από τα βιβλία μου δεν θέλω να πω ότι οι γυναίκες είναι κατά ανάγκη ηρωίδες, αλλά μάλλον ότι διεκδικούν ισότιμη μεταχείριση στην ιστορική αφήγηση, στα γεγονότα που τις επηρέασαν όπως τις επηρέασαν και στη θέση που παίρνουν στην ιστορία. Οι γυναίκες δεν είναι θύματα ή δεν είναι περισσότερο θύματα από τους άντρες λόγω του φύλου τους. Αντίθετα, υπήρξαν γενναίες και δυνατές και την είδα αυτή τη δύναμη στις γυναίκες που με μεγάλωσαν και για αυτό ήθελα να γράψω για τη δύναμή τους.

-Μέσα από τις αφηγήσεις των γυναικών αναδεικνύονται οι χαμένοι του πολέμου, οι αφανισμένοι, οι αγνοούμενοι. Είναι συγκλονιστική η ερώτηση της γυναίκας: «Πες μου, Σπασούλα, υπάρχουν άνθρωποι που για πάντα χαθήκανε; Που δεν θα τους βρει ποτέ τους κανείς;» Είναι, αλήθεια, ο πιο τραγικός θάνατος αυτός;

Όταν άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ταυτοποιήσεις αγνοουμένων, να ανακαλύπτονται αυτοί που οι δικοί τους νόμιζαν για πάντα χαμένους και να γίνονται οι κηδείες των ανθρώπων, με όσα κομμάτια από κόκκαλα επέτρεπε η κατάσταση, ήρθαμε αντιμέτωποι με μεγάλες τραγωδίες. Ακόμα μεγαλύτερες από αυτές που νομίζαμε ότι ζήσαμε. Ότι δηλαδή υπήρχαν στοιχεία για τους ανθρώπους αυτούς και οι γυναίκες αφέθηκαν άδικα τόσο χρόνια και περίμεναν, ότι πέθαναν μανάδες βουτηγμένες στο πένθος σε όλη τους τη ζωή, ενώ κάποιοι γνώριζαν και δεν μίλησαν. Δεν μπορώ να περιγράψω την οργή και τον θρήνο που έζησαν. Πέραν από αυτό ωστόσο υπήρξαν και αυτοί που τα οστά τους δεν βρέθηκαν ούτε θα βρεθούν ποτέ, είτε επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία, είτε επειδή σε κάποια στιγμή οι πηγές για τη χρηματοδότηση θα τελειώσουν. Οι δικοί τους τελικά δεν θα έχουν την ευκαιρία γι’ αυτό το «κλείσιμο» του πένθους και του θρήνου. Ναι, αυτός είναι ο πιο τραγικός θάνατος. 

-Το αφήγημά σας αφορά βέβαια την κυπριακή τραγωδία. Ωστόσο, θα μπορούσε να είναι ευρύτερο το μήνυμά του, αν εστιάσουμε στα πιο γενικά θέματα που θίγει. Αναφέρω ενδεικτικά το δράμα του πολέμου, τις αδικίες των ισχυρών σε βάρος των ασθενέστερων, το τίμημα της γεωγραφικής θέσης ή της ιστορικής συγκυρίας, ακόμα και τη βίωση του πένθους, αν θέλουμε να γενικεύσουμε περισσότερο αγγίζοντας πανανθρώπινες συνθήκες. Ο στόχος σας ήταν να δείξετε παράλληλα κάποιες από αυτές τις παραμέτρους ή αναπόφευκτα προκύψανε;

Αναπόφευκτα πιστεύω πως προκύψανε. Στόχος μου, ειδικότερα στο τρίτο βιβλίο, ήταν να μιλήσω για το πένθος, αυτό που προκάλεσε τον θάνατο και τους τρόπους που το βιώνουν οι γυναίκες, μέσα από τις συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες που κλήθηκαν να λειτουργήσουν. Το δράμα του πολέμου, οι αδικίες που αναφέρετε και η ιστορική συγκυρία είναι το φόντο για να αναδειχτούν αυτά που ήθελα να περιγράψω. Πιστεύω πως τα στοιχεία που αφορούν την τραγωδία της Κύπρου  είναι πανανθρώπινα και γι’ αυτό μπορούν να αφορούν όλες αυτές τις παραμέτρους και κατά συνέπεια να αφορούν και άλλους ανθρώπους.

-Κάτω από αυτό το πρίσμα, θα λέγατε πως το βιβλίο σας είναι και πολιτικό; Ή, ίσως, κάθε γραφή έχει έτσι κι αλλιώς πολιτική διάσταση;

Σίγουρα κάθε γραφή έχει πολιτική διάσταση. Η γραφή είναι μια πράξη πολιτική –  πόσο μάλλον όταν μιλά για θέματα που είναι πολιτικά. Πέραν αυτού πιστεύω πως στα βιβλία μου πρώτον εκφράζεται μια συγκεκριμένη πολιτική θέση και αυτή είναι η ανάγκη της συμφιλίωσης, της συγχώρεσης, της ειρηνικής διαβίωσης και της αγάπης. Πέραν αυτού νομίζω ότι είναι φανερή η αριστερή πολιτική θέση του βιβλίου μου, τουλάχιστον όπως αυτή εκφράζεται για το Κυπριακό στην Κύπρο. Ωστόσο, αυτό που ήθελα να πω είναι πως η πολιτική θέση, όποια και να είναι αυτή, δεν υπήρξε αυτοσκοπός. Κυρίαρχη θέση είχε η γραφή ως πολιτική πράξη παρά ως πολιτική θέση.

-Το σκηνικό του  βιβλίου σας θυμίζει θεατρικό έργο. Η Ύβρις έχει διαπραχθεί, οπότε μπορεί να αρχίσει το έργο της η τραγική ποίηση. Οι γυναίκες ηρωίδες (οι φωνές) είναι σαν να βγήκαν από τον Χορό μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Υπήρχε στην πρόθεσή σας η σύνδεση αυτή;

Μου έχουν πει πως η γραφή μου είναι θεατρική και τα δύο προηγούμενα έργα μου μεταφέρθηκαν με επιτυχία στο θέατρο. Και στα τρία βιβλία στο μυαλό μου είχα γυναίκες να παίρνουν τον λόγο και να μιλούν μπροστά από ανθρώπους, να έχουν το δικαίωμα να ανοίξουν την αλήθεια τους στον αέρα, να μην την κρατούν μέσα τους. Στο τρίτο βιβλίο συνειδητά ωστόσο οι γυναίκες μου κρατούν τον ρόλο του χορού, όπως σε μια αρχαία ελληνική τραγωδία. Πλαισιώνουν την ηρωίδα, στηρίζουν τη δική της αφήγηση και στέκονται αρωγοί στον πόνο της.

-Αν όντως είναι η σύνδεση (συνειδητή ή όχι) σωστή, υπάρχει και η αναμενόμενη Κάθαρσις; 

Η κάθαρσις υπάρχει στη συνειδητοποίηση της ηρωίδας πως σε ένα κόσμο που όλοι εξυπηρετούν σκοπιμότητες, ακόμα και οι ίδιοι οι χαμένοι, ακόμα και οι ίδιοι οι νεκροί, οι μανάδες των αγνοουμένων, «αυτές που περίμεναν, αυτές που υπέφερα» όπως λέω και στο βιβλίο, είναι αθώες. Οι μόνες αθώες και μόνον αυτές. Όχι ηρωίδες ή θύματα. Αθώες.

-Αλλά και λαϊκό μοιρολόι θα μπορούσε να είναι η ιστορία σας με τον τρόπο που την παρουσιάζετε. Άλλωστε προσιδιάζει στις γυναίκες ο θρήνος παραδοσιακά. Ήταν συνειδητή επιλογή σας να δώσετε την κυπριακή τραγωδία με τα πιο γνήσια λαϊκά στοιχεία;

Και στα τρία μου βιβλία κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης είναι ο τόπος, η Κύπρος με τους θρύλους της και τις δοξασίες της και τη λαϊκή της παράδοση. Ειδικά στην Πικρία χώρα, ήθελα πολύ να μεταφέρω τα νεκρικά έθιμα , τον τρόπο που οι γυναίκες συνοδεύουν την κάθοδο στον άλλο κόσμο, την παράδοση που καταπραΰνει και συντροφεύει και παρηγορεί μπροστά στον μέγα τρόμο του θανάτου. Πιστεύω πως αυτά τα στοιχεία, με τα οποία εγώ μεγάλωσα και βίωσα, χαρίζουν στους ανθρώπους τη μεγαλύτερη παρηγοριά. Και ήθελα πολύ να αναδείξω την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά των γυναικών του τόπου μου. Επίσης να σας πως ότι ειδικά  το τρίτο βιβλίο είναι ένα μοιρολόι γυναικών και έτσι ένιωθα όταν το έγραφα.

Χρησιμοποιείτε εμβόλιμα στη γραφή σας την κυπριακή διάλεκτο. Είναι η προφορικότητα και η αληθοφάνεια του λόγου που εξυπηρετείται με την επιλογή αυτή ή μια ανάγκη προσωπική να διασώσετε σε γραπτό λόγο την ντοπιολαλιά;



Ήταν πολύ συνειδητή η γραφή στη διάλεκτο, με έναν τρόπο που να μην τη διακωμωδεί ή να τη θίγει αλλά να την αναδεικνύει στην αληθινή της διάσταση, που είναι η μόνη γλώσσα στην οποία θα μπορούσα να αφηγηθώ κάποια πράγματα. Ήθελα να γράψω σύγχρονη Κυπριακή λογοτεχνία στη διάλεκτο, επειδή ως Κύπρια λογοτέχνης αυτή η ντοπιολαλιά αποτελεί σημαντικό μέρος της λογοτεχνικής μου ταυτότητας. Αυτό λοιπόν έγινε συνειδητά, Ωστόσο στην πορεία η γραφή κάποιων πραγμάτων ήταν μονόδρομος. Και είμαι περήφανη για τον τρόπο που η διάλεκτος παρουσιάζεται στα βιβλία μου με όλα τα μηνύματα που αυτό κουβαλά.

-Στην ουσία το βιβλίο σας είναι πολλές ιστορίες, πολλές αφηγήσεις, μείξη πολλών διαφορετικών στοιχείων, που το καθένα από αυτά κυοφορεί μια αλήθεια. Αν θέλατε να δώσετε τον κεντρικό άξονα που τα δένει όλα σε ενιαία ιδέα, ποιος πιστεύετε πως θα ήταν αυτός;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Νομίζω πως ο βασικός άξονας είναι στην πραγματικότητα η αναζήτηση της αλήθειας των ανθρώπων που τη διηγούνται. Η αλήθεια του κάθε ανθρώπου, η δική του πραγματικότητα, ο δικός του πόνος όπως τον βίωσε. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το αν ήταν Τούρκος ή Έλληνας, άντρας ή γυναίκα, δίκαιος ή άδικος. Αυτό ας κάνει τον κόπο να το ανακαλύψει ο αναγνώστης διαβάζοντας.

-Πικρία χώρα, λοιπόν, η Κύπρος;

Ο τίτλος αφουγκράζεται εννοείται την αφήγηση της Γλυκείας Χώρας, τον Κρόνακα του Λεόντιου Μαχαιρά. Σίγουρα σε μας, τους ανθρώπους της, η πατρίδα μας έχει αφήσει μια γεύση πικρή. Είναι Πικρία Χώρα η Κύπρος; Είναι πικρή και γλυκιά όπως όλα τα πράγματα τα αγαπημένα των ανθρώπων. 

(25 Μαρτίου 2020)




Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και κάτοχος μεταπτυχιακού στην ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται ως λειτουργός τύπου στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το μυθιστόρημά της "Η Αϊσέ πάει διακοπές" βραβεύτηκε με το Athens Prize for Literature, ήταν στη βραχεία λίστα των κρατικών βραβείων Κύπρου και στη βραχεία λίστα στην κατηγορία των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων των βραβείων του περιοδικού 'Ο Αναγνώστης' και του περιοδικού 'Κλεψύδρα'. Αναδείχθηκε νικήτρια του λογοτεχνικού Βραβείου της Κοινοπολιτείας 2019 της περιφέρειας Ευρώπης και Καναδά, για το διήγημά της "Έθιμα θανάτου" που αποτελεί μέρος της "Πικρίας χώρας".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου