Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

Τόμας Μπέρνχαρντ Άπαντα τα ποιήματα Μετάφραση: Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Ιωάννα Διαμαντοπούλου Πρόλογος: Ευριπίδης Γαραντούδης Εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Τόμας Μπέρνχαρντ
Άπαντα τα ποιήματα
  Μετάφραση: 
Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου,
 Ιωάννα Διαμαντοπούλου
Πρόλογος: Ευριπίδης Γαραντούδης
Εκδόσεις Βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/bakchikon-apanta-ta-poiimata-dimitriadou-bernhard-thomas





Μια φυλακή ο κόσμος

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, ήταν αρχικά ποιητής. Καθόσον η ιδιότητα αυτή ήταν ελάχιστα γνωστή στην Ελλάδα, αποτελεί ξάφνιασμα ευχάριστο η ενασχόλησή του με την ποίηση (συνολικά έξι ποιητικές συλλογές στο διάστημα 1952-1963), όπως παρουσιάζεται στην έκδοση των ποιητικών απάντων του από τις εκδόσεις Βακχικόν. Μια πλήρης δεκαετία αποκλειστικής ποιητικής παραγωγής, την οποία αργότερα ο Μπέρνχαρντ αποκήρυξε στρεφόμενος στην πεζογραφία και στο θέατρο θεωρώντας πως με την ποίηση ούτε ξορκίζεις ούτε κατακτάς τον κόσμο, όπως συνήθιζε ο ίδιος να λέει. Ωστόσο, η πνευματική συνέχεια του έργου είναι αναμφισβήτητη· στη νεανική ποίησή του, που συνιστά και την πρώτη ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ανιχνεύονται όλα τα στοιχεία που τον οδήγησαν στην τόσο ξεχωριστή πρόζα του.
Η αίσθηση της αβέβαιης πρόσληψης του κόσμου που τον περιβάλλει, το ανικανοποίητο συναίσθημα που κινητοποιεί τη σκέψη του, προβάλλει στα πρώτα του ποιήματα:

Ω βαθιά νύχτα, ω νύχτα μέσα στο χιόνι,
Που μέσα της σκεπτικός πηγαίνω…
(Ω βαθιά νύχτα)

Εφήμεροι είμαστε όλοι σ’ αυτήν τη θέση,
Παρατηρώντας τη ζωή, όπως χύνεται,
Όρθιοι και μόνοι σήμερα στο κατώφλι,
Κολυμπώντας αύριο στο στιλπνό κύμα
Με το ρεύμα που ρέει και ρέει
(Ρεύμα της ύπαρξης)

Οδηγείται σταδιακά στη συνειδητοποίηση· πρώτα νιώθει τη μοναξιά της  θνητότητας, όταν αναφωνεί:

Γιατί πρέπει την κόλαση ν’ αντικρίσω; Άλλος δρόμος προς τον Θεό δεν υπάρχει; (Η μέρα των προσώπων)

Κατόπιν αισθάνεται τη δική του θέση, με την απόλυτη αψηφισιά που η νεαρή ηλικία διαθέτει:

Η πλευρά του πηγαδιού κραυγάζει μπροστά απ’ το σάπιο παραθύρι…
Εγώ όμως δεν φοβάμαι.
(Κοράκια)

Φθάνει από νωρίς στη στάση που θα κρατήσει σε όλα του τα γραπτά: την πολεμική αντιμετώπιση του κόσμου, μέσα από την επίγνωση πως το απώτατο όριο της απελπισίας του ανθρώπου γειτνιάζει επικίνδυνα με το οπλισμένο χέρι – εν προκειμένω με την επιθετική πένα:

Κεντώ μέσα στη νύχτα μου
και την πείνα μου,
το πένθος μου
και το πολεμικό πλοίο των απελπισιών μου,
που γλιστράει πέρα σε χίλια ύδατα,
στα ύδατα της ανησυχίας, στα ύδατα της αθανασίας.
(Σε ένα χαλί από νερό)

Στα μισά περίπου της γόνιμης ποιητικής του πορείας θα εννοήσει την ουσία της «φυλακισμένης» ζωής – με όποια μορφή μπορεί να πάρει ο περιορισμός της ανθρώπινης ελευθερίας στα πλαίσια ενός συστήματος πιεστικού και εκ φύσεως ανελεύθερου:

Το μυαλό είναι τόσο ανελεύθερο και το σύστημα που μέσα του γεννήθηκε το μυαλό μου, τόσο ελεύθερο, το σύστημα τόσο ελεύθερο και το μυαλό μου τόσο ανελεύθερο, που σύστημα και μυαλό καταποντίζονται.
(Οι τρελοί – Οι φυλακισμένοι)

Ανάμεσά τους και ο ίδιος (Σε γελωτοποιούς πάνω κρεμιέμαι και σε από βάσανα τρελούς), ο παρατηρητής της ζωής, ο ποιητής, οδεύοντας προς το τέλος της ποιητικής του γραφής και λίγο πριν αποκηρύξει το έργο του, θα γράψει τα πιο σπουδαία του ποιήματα εγκαταλείποντας τα ψήγματα λυρισμού που είχαν διεισδύσει στα πρώτα του και που τον δυσκόλευαν να δει ολοκληρωμένη την αληθινή όψη του κόσμου. Τώρα η σταδιακά αποκτημένη επιθετικότητά του γίνεται ένας γνήσιος αρνητισμός σε πρωτοπρόσωπη αναφορά με τη χρήση του «εγώ», η ζωή όπως αποτυπώνεται στα ποιήματά του καταλήγει συνώνυμη της απόγνωσης, η γραφή του απογειώνεται καταγγελτικά.

Η χώρα μου είναι σκοτεινή και κανένας δεν βγαίνει
το βράδυ χωρίς μαχαίρι στην τσέπη…
(Η χώρα μου)

Ο ασταμάτητος χρόνος ανέβηκε
στα πτερύγια των αυτιών και ξέσχισε τα σπλάχνα,
ματωμένων ρευμάτων παράνοια μας οδηγεί στη δόξα.
(Ο πόλεμος)


Κι όμως, ο αρνητισμός του δεν οδηγεί σε μια αποστασιοποίηση από τον κόσμο που καταγγέλλει. Δεν είναι ισοπεδωτικός και μηδενιστικός. Και μόνο το γεγονός ότι καταγράφει και σχολιάζει όσα τον θλίβουν και τον απογοητεύουν αποδεικνύει τη διάθεσή για παρέμβαση και όχι για παραίτηση. Σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα η προστακτική που χρησιμοποιεί είναι δηλωτική μιας ελπίδας (με όποια διάσταση μπορεί να της δοθεί) που κυοφορείται μέσα στο ζοφερό τοπίο:

Σήκω πάνω και μίλα για τις γενεές,
για το σκοτάδι και την άγια παγωνιά του θανάτου,
σε μεγάλες σχολικές αίθουσες δίδαξέ τους να πεθαίνουν
την άνοιξη, στο τραύλισμα των καταιγίδων…
(Σήκω πάνω και μίλα)

Τα Άπαντα ποιητικά του Μπέρνχαρντ, σε μια προσεγμένη έκδοση από το Βακχικόν που ξεπερνά τις 400 σελίδες, μεταφράστηκαν από την Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου και την Ιωάννα Διαμαντοπούλου. Ποιήτριες και οι δύο ήξεραν τον τρόπο να αποδοθεί στην ελληνική γλώσσα όχι μόνον η πιστότητα των λέξεων  του πρωτοτύπου αλλά και ο ρυθμός της ποίησης του Αυστριακού δημιουργού, καθώς και το ύφος των ποιημάτων του. Την έκδοση προλογίζει ο Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α. Ευριπίδης Γαραντούδης. Το κείμενό του δεν είναι μόνο κατατοπιστικό για την ποιητική ιδιότητα του Μπέρνχαρντ αλλά επιχειρεί και μια πρωτότυπη συσχέτιση της ποίησής του με την ποίηση της  δεύτερης μεταπολεμικής ελληνικής ποιητικής γενιάς. Όσο κι αν τα μεγέθη είναι διαφορετικά, τα συμπεράσματα είναι ενδιαφέροντα στα πλαίσια της συγκριτικής θεώρησης της λογοτεχνίας. Εν συνόλω μία πλήρης παρουσίαση του ποιητικού έργου του Τόμας Μπέρνχαρντ. Μια πρόκληση αναγνωστική για να γνωρίσουμε τον σπουδαίο συγγραφέα μέσα από τις πρώτες του αναζητήσεις στη λογοτεχνική γραφή. Ένα κομμάτι που έλειπε για να συμπληρωθεί η εικόνα του.


Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου