Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο Παύλος Ταμουρίδης Η βιβλιοθήκη εκδόσεις Το ροδακιό-Με τον Παύλο Ταμουρίδη συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου


Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο


Παύλος Ταμουρίδης


Η βιβλιοθήκη


εκδόσεις Το ροδακιό





Με τον Παύλο Ταμουρίδη

συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου



-Αγαπάτε τη μικρή φόρμα στην αφήγηση. Δύο συλλογές διηγημάτων στο ενεργητικό σας ως τώρα. «Νυχτερινό ταξίδι» το 2017 και τώρα η «Βιβλιοθήκη». Κάποιοι ισχυρίζονται πως πρόκειται για μια εύκολη επιλογή γραφής. Πιστεύετε ότι είναι πράγματι εύκολο το άπλωμα της αφήγησης μέσα σε λίγες σελίδες;



Καμία γραφή δεν είναι εύκολη, άσχετα από το μέγεθος του κειμένου. Σε ένα κείμενο μερικών σελίδων απαιτείται η ικανότητα του συγγραφέα να γίνεται εξαιρετικά καίριος, λιτός και ουσιαστικός. Σε ένα μεγαλύτερο κείμενο απαιτείται μια συνεχής προσπάθεια για τον εμπλουτισμό του, μια επίπονη αναμέτρηση με ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπινων χαρακτήρων και γεγονότων.



-Μια από τις αρετές ενός πεζογραφήματος είναι η κινητοποίηση του αναγνώστη, που νιώθει το ξάφνιασμα, την ανατροπή στην πλοκή. Ο μυθιστοριογράφος έχει την άνεση του χώρου για να δουλέψει τους αιφνιδιασμούς του. Τι γίνεται, όμως, με τις μικρές ιστορίες;



Η δυνατότητα ανατροπής της πλοκής υπάρχει και στις μικρές σε μέγεθος ιστορίες. Και επειδή σε αυτές συμβαίνει μέσα σε μερικές μόνο σελίδες, αφήνει ίσως πιο έντονα τα ίχνη της στον αναγνώστη από ό,τι σε ένα μεγαλύτερο κείμενο.



-Εσείς κατορθώνετε να ανατρέψετε το σκηνικό σας. Ο αναγνώστης νιώθει το ευρηματικό γύρισμα της ιστορίας. Είναι ο σκοπός σας εξ αρχής αυτή η τεχνική; Ή, να το θέσω αλλιώς: θα γράφατε ποτέ μια ιστορία πιο προβλέψιμη;



Επειδή η ίδια η πραγματικότητα μας αιφνιδιάζει, πρέπει και οι αφηγήσεις να μην είναι προβλέψιμες. Πρέπει, ωστόσο, να μας προετοιμάζουν και να μας προειδοποιούν.



-Ας μιλήσουμε για τις έξι ιστορίες του βιβλίου σας. Αρχικά η πρώτη που τιτλοφορεί όλη τη συλλογή, η Βιβλιοθήκη. Το θέμα σας εδώ είναι η οικειοποίηση των βιβλίων, η ιδιαίτερη σχέση που αποκτούμε μαζί τους. Υπάρχουν, λοιπόν, τα βιβλία μόνο μέσα από τον αναγνώστη;



Για τον κάθε ξεχωριστό αναγνώστη υπάρχει μια προσωπική πρόσληψη του κειμένου. Δημιουργείται έτσι μια βιβλιοθήκη που ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν και που η ζωή της είναι άμεσα εξαρτημένη από τη φυσική  του ύπαρξη. Ο θάνατός του σημαίνει την εξαφάνιση μιας βιβλιοθήκης, μικρότερης ή μεγαλύτερης ανάλογα με το αριθμό των βιβλίων που είχε διαβάσει. Βέβαια, η υποκειμενική πρόσληψη του κειμένου δεν μπορεί να αναιρέσει την αντικειμενική ύπαρξη και το νόημα ενός βιβλίου.



-Στην Είδηση, τη δεύτερη ιστορία σας, θα έλεγα πως επιχειρείτε μια ψυχογράφηση των ηρώων· πώς αντιλαμβάνονται την απώλεια, τι μετράει περισσότερο γι’ αυτούς. Είναι, ίσως, λίγο ακραία η αντίδρασή τους; Η αιτία ενός θανάτου ή ο τρόπος που κάποιος πεθαίνει έχει μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το γεγονός;



Ό,τι εξαρτάται από εμάς έστω και σε ένα βαθμό, όπως ο τρόπος που ζούμε αλλά  και πεθαίνουμε, δεν μπορεί παρά να είναι σημαντικότερο από το αναπόφευκτο, από αυτό που δεν μπορούμε να αλλάξουμε ή να αποφύγουμε.



-Στην ίδια ιστορία, τουλάχιστον για τη δική μου ανάγνωση, υπάρχει και δεύτερος θεματικός άξονας, που αφορά τις αντιδράσεις του πλήθους. Δεν είναι σύνηθες σε τόσο μικρά αφηγήματα να μοιράζεται το σκηνικό. Νιώθετε ότι πρωτοτυπήσατε;



Δεν γνωρίζω αν πρωτοτύπησα. Κατά τα άλλα το πλήθος είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, ίσως ο σημαντικότερος.



Στον Εξαφανισμένο, την τρίτη ιστορία σας, δίνετε μια άλλη διάσταση στο πρόβλημα της μοναξιάς. Πιστεύετε πως ο ήρωάς σας αντιπροσωπεύει μια ευρεία ομάδα ανθρώπων, που επιζητούν την προσοχή που δικαιούνται αλλά δεν τους τη χαρίζει κανείς;



Νομίζω ότι δεν θα απείχε κάποιος πολύ από την πραγματικότητα, αν ισχυρίζονταν ότι είμαστε όλοι, ή έστω έχουμε υπάρξει, κάποια στιγμή εξαφανισμένοι.



-Στον Οίκο ευγηρίας χρησιμοποιείτε με εύστοχο τρόπο την τεχνική της παραβολικής αφήγησης, γι’ αυτό και η ιστορία σας μοιάζει εξωπραγματική. Έχει για εσάς η χρήση της παραβολής μεγαλύτερη δύναμη από τη ρεαλιστική αφήγηση;



Η παραβολή αναμιγνύεται με την πραγματικότητα και ο στόχος του συγγραφέα πρέπει να είναι η εναρμόνιση και η συνεργασία τους. Άλλωστε η παραβολή και η φαντασία πρέπει να είναι εργαλεία προσέγγισης  της πραγματικότητας και όχι βέβαια η διαγραφή της.



-Σκέφτομαι πώς με την πέμπτη ιστορία σας, τους ευφάνταστους Θαλασσοπόρους, μοιάζει να διαβάζετε τα ιστορικά γεγονότα αλλιώς, δίνοντάς τους μια διάσταση πιο ανθρώπινη, εστιάζοντας στους αδικημένους του πολιτισμού και της Ιστορίας. Έχει, κατά τη γνώμη σας, η λογοτεχνία τη δύναμη να «γράψει» αλλιώς την Ιστορία;



Αν με τη λέξη «αλλιώς» εννοούμε ότι  πρέπει να  αποτυπώσει την αλήθεια για την Ιστορία και να υπονομεύσει την κυρίαρχη και πλαστογραφημένη εκδοχή της, τότε μπορεί και πρέπει να το κάνει, με τον δικό της βέβαια ιδιαίτερο τρόπο.



-Στον χώρο του φανταστικού θα μας οδηγήσετε με την τελευταία ιστορία σας, το Άγαλμα. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται στη βαθμιαία μετατροπή του τοπίου από απολύτως ρεαλιστικό σε εξωπραγματικό, τεχνική που δείχνει άλλη μια αρετή της γραφής σας. Ταυτόχρονα δίνετε με υπόρρητο τρόπο πολιτικό χαρακτήρα στο διήγημά σας. Θέλετε να σχολιάσετε αυτές τις δύο ενδιαφέρουσες παραμέτρους στην ιστορία σας;



Είναι μια αναφορά σε αυτούς που τις τελευταίες δεκαετίες φαντάζονται ότι έχουν νικήσει οριστικά, ότι έχουν εξαφανίσει κάθε δύναμη αντίστασης, ότι η κοινωνική πραγματικότητα που εκπροσωπούν είναι ακλόνητη και θα διαρκέσει αιώνια. Υποθέτω ότι τους περιμένουν δυσάρεστες εκπλήξεις



-Τα έξι διηγήματά σας θα μπορούσα να πω ότι έχουν λόγο ύπαρξης. Εννοώ πως συναντάμε συχνά πεζογραφήματα που ο συγγραφέας τους δεν είχε εξ αρχής εστιάσει σ’ ένα θέμα. Κι όμως όλα από αυτόν τον ελάχιστο πυρήνα ξεκινούν. Εδώ, λοιπόν, η κάθε ιστορία έχει συγκεκριμένο θέμα. Ξεκινάτε από αυτό όταν γράφετε ή σας παρασύρει η ιστορία σας στην πορεία; Σας αιφνιδιάζουν οι ήρωές σας;



Την στιγμή της εκκίνησης υπάρχει σε γενικές γραμμές  διαμορφωμένη  η πορεία και η κατάληξη της αφήγησης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στη διάρκεια της γραφής δεν αλλάζει η διαδρομή αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και ο προορισμός. Θα μπορούσα να πω ότι, πριν αιφνιδιασθεί ο αναγνώστης, έχει αιφνιδιασθεί ήδη ο συγγραφέας.



-Παρατηρώ ότι οι τίτλοι των διηγημάτων σας αρκούνται σε ένα μόνο ουσιαστικό αποφεύγοντας κάτι περισσότερο και ίσως περιττό. Η επιλογή σας αυτή, λιτή και περιεκτική, αφορά την ουσία των λέξεων – τι άλλο άλλωστε δηλώνει η λέξη «ουσιαστικό»;



Θεωρώ τις λέξεις που επέλεξα ως τίτλους  των ιστοριών μου περιεκτικές και επαρκείς,  «ουσιαστικές», όπως λέτε.



-Θα σκεφτόσασταν να δοκιμάσετε την ικανότητά σας στη γραφή μεγαλύτερης αφήγησης, εννοώ το μυθιστόρημα, ή είναι η μόνη σας συνειδητή επιλογή η  μικρή φόρμα, την οποία φυσικά υπηρετείτε άριστα;



Αν  το θέμα, για το οποίο θα ήθελα να γράψω, απαιτούσε μεγαλύτερου μεγέθους κείμενα, θα το δοκίμαζα. 





 Ο Παύλος Ταμουρίδης γεννήθηκε το 1957. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων "Νυχτερινό ταξίδι" (Σαιξπηρικόν, 2017) και "Η βιβλιοθήκη" (Το Ροδακιό, 2019).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου