Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2020

Για τα αιρετικά παραμύθια της Ai Ogawa – γράφει ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=27043


Για τα αιρετικά παραμύθια της Ai Ogawa – γράφει ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr
http://frear.gr/?p=27043


Ai Ogawa, Τα αιρετικά παραμύθια
Ανθολογία ποιημάτων 
(Ανθολόγηση-Μετάφραση:
Βαγγέλης Αλεξόπουλος
 Διώνη Δημητριάδου)
 Εκδόσεις Βακχικόν,
 Αθήνα 2020

Ο ομότιμος καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νάσος Βαγενάς, σε άρθρο του στην εφημερίδα Το Βήμα στις 25.11.2018 είχε γράψει σχετικά με την τέχνη της μετάφρασης της ποίησης: «Βασική προϋπόθεση της ποιητικής μετάφρασης είναι η συγγένεια της ευαισθησίας του μεταφραστή με την ευαισθησία του ποιητή, η ανάγνωση του ξένου ποιήματος είναι γι’ αυτόν εμπειρία ζωής (διαφορετικά δεν θα ένιωθε την ανάγκη να το ξαναγράψει στη δική του γλώσσα): είναι βιωματικό υλικό ισότιμο με εκείνο από το οποίο αντλεί ένας ποιητής για να συνθέσει τα ποιήματά του». Και συνεχίζει σε άλλο σημείο: «Στην πραγματικότητα τα κείμενα των ποιητικών μεταφράσεων δεν ανήκουν στη λογοτεχνία της γλώσσας από την οποία μεταφράστηκαν αλλά στη λογοτεχνία της γλώσσας του μεταφραστή. Γι’ αυτό μια Ιστορία της λογοτεχνίας που δεν περιλαμβάνει και τις μεταφράσεις είναι ελλιπής Ιστορία. Όπως λειψή είναι και μια ποιητική Ανθολογία χωρίς αυτές».
Αντίστοιχα ο ποιητής Γιώργος Κεντρωτής Κοσμήτορας της Σχολής Ιστορίας, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου και καθηγητής Θεωρίας και Πράξης της Μετάφρασης στο Τμήμα Μετάφρασης και Διερμηνείας με έδρα την Κέρκυρα, σε συνέντευξή του στην Μαρία Δουκάκη (www.katiousa.gr) τo 2018 είχε αναφέρει: «Ο μεταφραστής, όταν προτείνει κάτι ως μετάφρασμα, δεν κάνει τίποτα άλλο από αυτό που κάνει ο διευθυντής της ορχήστρας που διευθύνει ένα μουσικό έργο: έχει την παρτιτούρα (το πρωτότυπο), την ακούει, την κατανοεί, την ερμηνεύει, προτείνει εκτέλεσή της και τέλος την εκτελεί», ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει: «Για να έχει λόγο υπάρξεως η μετάφραση δεν πρέπει να είναι κάτι σαν μεταπρωτότυπο, αλλά νέο πρωτότυπο».

Η απόδοση στην ελληνική γλώσσα των ποιημάτων της Ai Ogawa, υπήρξε για τους μεταφραστές μια μεγάλη πρόκληση. Πώς να αποδώσει κανείς σε άλλη γλώσσα από αυτή που γράφτηκαν, τα ιδιαίτερα ποιήματα της Ai, διατηρώντας τη μουσικότητα και τον εσωτερικό τους ρυθμό;
Παρόλο που τα ποιήματα είναι γραμμένα σε πρόζα η ανάγνωσή τους ρέει αβίαστα στην αγγλική γλώσσα. Αυτοί οι θεατρικοί μονόλογοι χαρακτηρίζονται από μία εξαιρετική ένταση. Το πέρασμα αυτής της έντασης στην ελληνική γλώσσα υπήρξε και το μεγαλύτερο στοίχημα για εμάς. Εάν δεν ήμασταν εργάτες της ποίησης αλλά απλώς μεταφραστές δε θα τολμούσαμε ποτέ αυτό το εγχείρημα.
Αν ο στόχος ήταν απλώς η μεταφορά των νοημάτων και η μεταγλώττισή τους στη δική μας γλώσσα, τότε το «προϊόν» δεν θα ήταν ποίηση αλλά κάτι άλλο.
Η επικοινωνία και η ανταλλαγή απόψεων των δύο ποιητών ήταν μια εμπειρία μεθυστική, διδακτική και βαθιά ποιητική.
Η συνεργασία διήρκησε περίπου δύο έτη και ήταν καθημερινή. Εκατοντάδες οι ώρες της ποιητικής «βύθισης» στο έργο της Ai Ogawa. Δεκάδες και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανταλλάχτηκαν για το σώμα της ποίησης της Ai καθώς και διαφόρων άλλων τεχνικών λεπτομερειών.

Η ποίηση της Άι Ογκάουα είναι μια αποκάλυψη. Ποιήματα, μικρές ιστορίες. Σκηνές που περνούν μπροστά από τον αναγνώστη με κινηματογραφική ταχύτητα. Πρόκειται για ψυχαναλυτικούς μονόλογους. Σε αυτούς κυριαρχεί μία μακάρια αποδοχή του παραλόγου της ζωής, των ανθρώπινων σχέσεων και της πολιτικής τελικά. Νηφάλια ενατένιση της ανθρώπινης κατάστασης, εμφανώς επηρεασμένη από τη Βουδιστική διδασκαλία.
Η ποίησή της δεν ηθικολογεί. Φωτογραφίζει. Άλλωστε οι περισσότερες «ιστορίες» που διηγείται έχουν ρεαλιστικό υπόβαθρο. «Ήθελα οι άνθρωποι να δουν πως συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλο αλλά και στον εαυτό τους» θα δηλώσει.
Κάθε ποίημα παραπέμπει σε θεατρικό μονόλογο. Διακρίνεται πλήρως η θεατρική δομή και η σπουδαία σκηνοθεσία της ποιήτριας, με ηθοποιούς, σκηνικά, φωτισμούς, κουστούμια και φυσικούς θεατές τους αναγνώστες.
Με την ίδια επιτυχία σκηνοθετεί και τις ίδιες τις ποιητικές συλλογές της. Έτσι καταφέρνει το απόλυτο με την ποιητικής τέχνη. Η κάθε ποιητική συλλογή διαβάζεται σαν ένα ενιαίο ποίημα. Ένα συνθετικό ποίημα δηλαδή, ενώ ταυτόχρονα το κάθε ποίημα από μόνο του είναι αυτοδύναμο και αυτάρκες.

Στην ποιητική συλλογή «Σκληρότητα» η συμπεριφορά των υποκειμένων των ποιημάτων δεν είναι «κανονική». Πόσο κανονική όμως μπορεί να είναι μία συμπεριφορά κάτω από την πίεση της φτώχιας, της περιθωριοποίησης και της καθημερινής βιοπάλης σε σημείο που να μην αφήνει περιθώρια οικοδόμησης υγιεινών διαπροσωπικών σχέσεων.

Γυναίκα, μια που σ’ αγαπάω ό,τι κι αν κάνεις
τι να πω, μονάχα αυτό που έχω ακούσει
ότι οι φτωχοί δεν έχουν παιδιά, παρά μικρούς ανθρώπους
και υπάρχει χώρος μόνο για έναν άντρα σ’ αυτό το σπίτι.
(Έκτρωση)

Ακούω το βρόντημα της εξώπορτας και συνεχίζω να περπατώ.
Ξέρω πως θα ακολουθήσεις, πάντα πίσω μου ή μπροστά μου,
ποτέ στο πλευρό μου.
(1931)

Στην επόμενη συλλογή «Σφαγείο» η σκληρότητα της πρώτης, θα επεκταθεί στην κοινωνία. Η παράνοια γίνεται συλλογική και εξαπλώνεται σαν ένας ιός που έχει δραπετεύσει από το εργαστήριο του Δημιουργού.

Κυρία, όταν ήσασταν ζωντανή,
σας έβλεπα στους δρόμους,
(Ο δωδεκάχρονος γιος του εργολάβου κηδειών)

Τα τριαντάφυλλα είναι κόκκινα, οι βιολέτες μπλε,
μία σφαίρα για το μαύρο άλογο, δύο για το καφετί.
(Το παιδί)

Σύνηθες σκηνικό η αμερικανική επαρχία, οι μικρές πόλεις αλλά και οι μητροπόλεις.
Οκτώ χρόνια αργότερα το 1986, θα ακολουθήσει η «Αμαρτία». Η τεχνική της Άι εξελίσσεται σε πιο περίπλοκους και πληρέστερους δραματικούς μονολόγους.
Οι ιστορίες από γενικές γίνονται συγκεκριμένες. Υπαρκτά πρόσωπα κάνουν την εμφάνισή τους όπως ο Robert Lowell, James Wright, η Σαλώμη, ο Francisco Pizarro, ο Ιησούς.
Βιβλική αγανάκτηση θα διαπιστώσει στο έργο της η αμερικανίδα ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας Ρέιτσελ Χαντάς (Rachael Hadas).

Ο Κρόνος, γράφει, καταβροχθίζει τα παιδιά του.
Ναι, είναι αλήθεια, το ξέρω.
Ένας συνηθισμένος άντρας, όμως, ένας άντρας σαν εμένα
τρώει και χορταίνει.
Μόνον ο Θεός δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος.
(Ο καλός ποιμήν, Atlanta, 1981)

Η κόλαση απέχει όσο η επόμενη ανάσα σου
και ο παράδεισος είναι αφάνταστα μακριά.
Η μία πύλη μετά την άλλη στέκεται ανάμεσα σ’ εσένα και τον Θεό,
λοιπόν γιατί να μη συναντήσεις τον διάβολο καλύτερα;
Αυτός τουλάχιστον έχει χρόνο για τους ανθρώπους.
Όταν πέθανε, οι χωρικοί
έκαψαν το σπίτι της.
(Η εξομολόγηση του ιερέα)


Η ποιήτρια είχε πολυφυλετικό υπόβαθρο καθώς η ίδια περιέγραφε τον εαυτό της ως 1/2 Γιαπωνέζα, 1/8 Choctaw, 1/4 Μαύρη και 1/16 Ιρλανδέζα. Το γεγονός αυτό λειτουργεί απελευθερωτικά για την ίδια. Τα μηνύματά της είναι φεμινιστικά, αντιρατσιστικά και έντονα ανθρώπινα.
Γράφει στο ποίημα «Τελείωσε» αναφερόμενη στην «εκτέλεση» του βασανιστή της: Πόσο παράξενο είναι να είσαι ατρόμητος. / Όταν η αστυνομία φτάνει, / κάθομαι στο τραπέζι, / το φλιτζάνι του καφέ / που δεν μπορώ να πιω / τόσο κρύο όσο το σώμα σου. / Τον πυροβόλησα, λέω, με χτύπησε. / Δεν τους λέω ότι η απελευθέρωση από τον πόνο / δεν αφήνει τίποτα στη θέση του.

Το 1991 εκδίδεται η τέταρτη ποιητική συλλογή με τίτλο «Μοίρα». Νέα πρόσωπα εμφανίζονται στις σελίδες της συλλογής, πρόσωπα κυριολεκτικά μοιραία όπως η Mary Jo Kopechne, ο Edward Kennedy, ο James Dean, ο Elvis Presley. Πρόσωπα των οποίων η ζωή καθορίστηκε από τη μοίρα. Πρόσωπα διάσημα αλλά όχι ευτυχισμένα.

Αλλά ακριβώς εδώ στο σενάριο
κάποιος έχει γράψει Είσοδος δίπλα από τη λέξη Έξοδος
και από κάτω Εσύ αποφασίζεις.
Αλλά όταν το κάνω,
ένα ανθρώπινο τείχος κλείνει γύρω μου
(Πάμε)

Το κεφάλι μου σχεδόν ξεριζώθηκε απ’ τον λαιμό μου
τα κόκκαλά μου έσπασαν σε κομματάκια
σαν μισοξεχασμένες προτάσεις,
ωστόσο μια ανάσα μπήκε στο διάπλατα ανοιχτό μου στόμα
και η μυρωδιά από γλυκό γρασίδι
γέμισε τη μύτη μου, πέθανα,
αλλά οι κάμερες συνέχισαν να γράφουν
κάποιον τύπο ονόματι James
(James Dean)

Θα ακολουθήσουν οι συλλογές «Απληστία» το 1993 και «Ανηθικότητα» το 1999. Η αμερικανική κριτική θα ασχοληθεί από νωρίς με το έργο της και θα της απονεμηθεί το Εθνικό Βραβείο Ποίησης το 1999 για την ποιητική συλλογή «Ανηθικότητα».
Στο ποίημα «Σχετικότητα» που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Τρόμος» η οποία εκδόθηκε το 2003 όταν πια η Άι ήταν 56 ετών θα τολμήσει να μιλήσει ξεκάθαρα για την «πληγή». Το βάρος που φέρει ένα παιδί που γεννήθηκε από τύχη, από δύο άλλα παιδιά που κάποτε συναντήθηκαν σε μία στάση του τραμ και που δεν κατάλαβαν πώς δημιούργησαν ένα κορίτσι, μία ποιήτρια είναι η αλήθεια.
Και είναι αυτή η πληγή που θα την οδηγήσει στην απόφαση να αλλάξει το όνομά της σε Άι, που στην ιαπωνική γλώσσα (στη γλώσσα του βιολογικού της πατέρα) σημαίνει αγάπη. Την πατρική αγάπη που δεν γνώρισε.

Η μαμά λέει πως είχε χαθεί,
λέει πως ζήτησε οδηγίες από τον πατέρα μου
και δεν ξέρει πώς κατέληξαν στο κρεβάτι,
ή πώς φτιάξαν ένα παιδί από ένα απόγευμα,
μια τυχαία συνάντηση σε μια στάση του τραμ
στη γιαπωνέζικη γειτονιά του Denver.
Ήταν παντρεμένη.
Όταν του είπε πως ήταν έγκυος στο παιδί του,
είπε, «Γύρνα σπίτι στην οικογένειά σου».
Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, η ιστορία μου

Στη συλλογή αυτή θα καταδυθεί βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Δε θα περιοριστεί στην επανεξέταση του δικού της μόνον τραύματος. Θα αναφερθεί συνολικά στην ανθρώπινη σκληρότητα τόσο σε μικροσκοπικό επίπεδο οικογένειας όσο και μακροσκοπικά σε επίπεδο κοινωνίας.

«Θα κάνω τα πάντα για σένα», ψιθύρισε,
«εκτός από το να σε αφήσω να φύγεις».
Εγώ ούρλιαξα, «Ναι», μετά, «Όχι».
«Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό.
Είμαι μόλις δέκα χρονών»,
κι αυτός είπε, «Είσαι αρκετά μεγάλη για να ξέρεις».
(Ο παππούς λέει)

Ενώ στο ποίημα «Παραμύθι» αναφερόμενη στον θάνατο των ανθρώπων στους φλεγόμενους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, θα γράψει:

Οι αναφορές λένε ότι άνθρωποι πήδηξαν προς τον βέβαιο θάνατο
όταν τα αεροπλάνα εμβόλισαν τους Δίδυμους Πύργους.
Αντί να αφήσουν τον θάνατο να έρθει σε αυτούς,
πήγαν αυτοί σ’ εκείνον,
τα ρούχα τους κυμάτιζαν στον αέρα,
κάνοντάς τους να μοιάζουν με καμικάζι
σε μια φλεγόμενη περιδίνηση.

Στη συλλογή αυτή θα διαισθανθεί τον επερχόμενο θάνατό της τον οποίο θα συναντήσει επτά χρόνια αργότερα. Γράφει στο ποίημα «Πέρασμα» το οποίο είναι αφιερωμένο στον ποιητή Allen Ginsberg:

Την αισθάνεται στα κόκαλά της ήδη,
νιώθει τις καταπονημένες αρτηρίες, και φαντάζεται
καρκινικές ενδείξεις στα ιατρικά διαγράμματα
εύχεται ποτέ να μη γίνουν μέρος της ζωής της,
καθώς γυρνά πάλι στο παράθυρο
να προλάβει μια τελευταία ματιά στα ηλιοτρόπια
που ταξιδεύουν τη σκέψη της
εκεί απ’ όπου το ξέρει ποτέ δεν θα γυρίσει,
μόνο θα συνεχίζει και θα συνεχίζει
και μετά απλώς θα χαθεί.

Η ποιήτρια δανείζει τη φωνή της σε ανθρώπους «καταραμένους», πένητες, περιθωριοποιημένους, κάποτε αυτοκαταστροφικούς, ακόμα και ήρωες όπως ο Ira Hayes ( ένας από τους έξι αμερικανούς στρατιώτες που ύψωσαν τη σημεία στην Iwo Jima κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) ο οποίος μονολογεί:

Είμαι η μόνη βρόμικη συνήθεια / Που δεν μπορώ να κόψω.
(Δεν μπορώ να πάρω μπρος, από τη συλλογή Σφαγείο).

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση κυριαρχεί. Όπως έλεγε η ίδια: η συγγραφή των δραματικών μονολόγων της σε πρώτο πρόσωπο οφείλονταν στον καθηγητή της Ρίτσαρντ Σέλτον (Richard Shelton). Αν και αρχικά η γραφή αυτή ξεκίνησε σαν πείραμα διαπίστωσε πως ήταν η δυνατότερη φωνή στην οποία μπορούσε να γράψει για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αργότερα αν και έγραψε ποιήματα και μικρές ιστορίες σε δεύτερο πρόσωπο με εξίσου δυνατό αποτέλεσμα, όπως πίστευε η ίδια, παρόλα αυτά αισθανόταν ότι ο δραματικός μονόλογος ήταν η φόρμα για την οποία γεννήθηκε για να γράφει και την λάτρεψε τόσο παθιασμένα όσο δεν αγάπησε ποτέ κανένα άνθρωπο.

Συγκλονιστικός είναι ο τρόπος που περιγράφει τον θάνατο, τον δικό της θάνατο, στο τελευταίο της ποίημα από την ποιητική συλλογή «Δεν παραδίνομαι» το 2010. Το «κύκνειο άσμα» της. Κυριολεκτικά.

Δεν μπορούσε καν να πιει από το ποτήρι
Ρουφούσε μέσα από ένα καλαμάκι
Όταν είχε τη δύναμη
Να τραβήξει το υγρό μέχρι την κορυφή
Και να ρουφήξει κάθε βασανιστική σταγόνα.
Τον υπόλοιπο καιρό, απλώς διψούσε
Και κρύωνε στο δικό της άγγιγμα,
Τώρα στη διάπλατα ανοιχτή πόρτα του θανάτου,
Περπάτησε διασχίζοντας το κατώφλι
Για να δει πίσω, πάλι πίσω
Εκεί που ακόμα βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου
Ανάμεσα στα συντρίμμια της ζωής της,

Με τις σκέψεις να χτυπάνε γύρω απ’ το κεφάλι της σαν μάρμαρα,
Ο ήχος τους να αντηχεί κάτω στον μακρύ δρόμο του πόνου
Πρέπει να είχε επιλέξει
Αν και δεν θυμάται να το είχε κάνει.
Το ρεφραίν των μαρμάρων «Ξέχνα το, ξέχνα το»,
Δυνάμωσε καθώς περισσότερος πόνος ακτινοβολήθηκε από το σώμα της, μειώθηκε,
Μετά επέστρεψε σαν να απελευθερώθηκε
Για να της επιτεθεί ξανά και ξανά
Όταν σε έναν τελευταίο σπασμό
Ο κατακλυσμός της σταμάτησε.
(Το χρονικό του καρκίνου)

Επιδεικνύοντας μία απίστευτη συνέπεια στις αρχές και στη φιλοσοφία της.

Η Άι (1947 – 2010) υπήρξε μέγιστη ποιήτρια και η ποίησή της το μεγαλύτερο δώρο στις μελλοντικές γενιές ποιητών και αναγνωστών.
Σημείωση:
Το 2013, τρία χρόνια μετά τον θάνατό της, εκδόθηκε το σύνολο του έργου της στην αγγλική γλώσσα από τον εκδοτικό οίκο W. W. Norton, με τίτλο Άι Ογκάουα «The Collected Poems».
Η ποιήτρια είχε τιμηθεί με τα ακόλουθα βραβεία:
(1975) Υποτροφία Γκούγκενχαϊμ Δημιουργικών τεχνών για τις ΗΠΑ και τον Καναδά.
(1978) James Laughlin Award για την ποιητική συλλογή «Σφαγείο».
(1987) American Book Award για την ποιητική συλλογή «Αμαρτία».
(1999) National Book Award for Poetry για την ποιητική συλλογή Vice.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου