Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015




Το ιερό δοχείο

της Χλόης Κουτσουμπέλη

Εκδόσεις Θίνες




Ο ιερός μανδύας μιας στερεότυπης αντίληψης

Τα πιο δυνατά λογοτεχνικά έργα είναι αυτά που «αυθαδιάζουν», αυτά που με τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση που τους δίνεται λογοτεχνικῇ ἀδείᾳ εισβάλλουν ορμητικά σε χώρους άβατους, ιερούς ακόμη, και ευθαρσώς διατυπώνουν τη δική τους θέση. Έτσι, μπορούν να εκλαμβάνονται και ως καινοφανείς ιδεολογικοί χώροι. Αυτή είναι και η λογοτεχνία που συνήθως ενοχλεί όσους δεν είναι αρκετά δοκιμασμένοι στα παράδοξα αλλά γοητευτικά παιχνίδια της με τις στερεότυπες αντιλήψεις. Το «Ιερό δοχείο» της Χλόης Κουτσουμπέλη ανήκει σ’ αυτό το είδος της λογοτεχνίας. Όποιος γνωρίζει το ποιητικό της έργο, που ανατέμνει την ουσία των αισθημάτων, των ιδεών και των συμπεριφορών, δεν θα ξαφνιαστεί με το συγκεκριμένο αφήγημα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει προχωρήσει εδώ πολύ βαθιά στον πυρήνα των καθιερωμένων στερεοτύπων που δομούν τη ζωή μας και συγκρατούν το κοινωνικό σώμα για να μην καταρρεύσει κάτω από το βάρος των αντιφάσεών του. Είναι άραγε η φυσική τάξη των πραγμάτων που διατηρεί την ανισότητα των ανθρώπων, που διαχωρίζει ως προς το φύλο ανώτερους και κατώτερους; Ή μήπως το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων βρίσκει τα απαραίτητα δεκανίκια του σε άλλους χώρους, που πρόθυμα υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων;
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, θα οδηγηθούμε στις ρίζες της στερεότυπης αντίληψης για τον ρόλο της γυναίκας, για να ανακαλύψουμε πως κάτω από την επιφανειακή ισότητα δικαιωμάτων υποκρύπτεται ένα παχύ στρώμα καθιερωμένων αντιλήψεων που χτίζει νοοτροπίες και καθυστερεί την ουσιαστική συμπόρευση των δύο φύλων στις κοινωνικές δομές. Θα ξαναδιαβάσουμε τα κείμενα εκείνα που με τον ιερό μανδύα της άνωθεν αλήθειας έχτισαν σταθερά μέσα στους αιώνες τα θεμέλια των ανισοτήτων. Σ’ ένα τέτοιο κείμενο ρίχνει το βλέμμα της η Χλόη Κουτσουμπέλη και ξαναδιαβάζει την ιστορία του κατακλυσμού, του Νώε και της Κιβωτού με μια διαφορετική οπτική, με ένα παιχνίδι ανατροπής των δεδομένων της πανάρχαιας αυτής ιστορίας, την οποία συναντάμε με τις παραλλαγές της σε διάφορους πολιτισμούς και θρησκευτικές παραδόσεις, ως απότοκο της ανάμνησης μιας παγκόσμιας περιβαλλοντικής καταστροφής. Κοινός τόπος, λοιπόν, για να στηθεί η βάση μιας κοινής αντίληψης, η οποία με τη σειρά της κατασκευάζει το κατάλληλο ιδεολόγημα, υποστηρικτικό της αδικίας και της ανισότητας. Με ιερά θεμέλια, άρα δύσκολα αμφισβητήσιμα. Όπως, όμως είπαμε, η λογοτεχνία πατάει ελεύθερα ακόμη και σε τέτοιους τόπους και προτείνει με θάρρος αλλά και με θράσος μια άλλη οπτική.
Με την παρέμβαση της λογοτεχνικής γραφής, με την άδεια που παίρνει κάθε φορά ο συγγραφέας, όταν θελήσει να αλλοιώσει τα παραδεδομένα, παρακολουθούμε την ιστορία της Κιβωτού που πλέει στον πλημμυρισμένο παλαιό κόσμο για να διασώσει τα όντα του πλανήτη και να οριοθετήσει την απαρχή ενός νέου κόσμου, αθώου των ανομιών του παλαιού. Έτσι εδώ έχουμε μια μικρή (καθόσον αφορά μόνο ένα πρόσωπο) διαφοροποίηση των ατόμων που επιβαίνουν στην κιβωτό μετά από τη θεϊκή απόφαση. Η γυναίκα του Νώε, η Εμζάρα, εγκαταλείφθηκε πίσω ως ανίκανη πλέον (λόγω ηλικίας) να τεκνοποιήσει, και στη θέση της ο Νώε επιβίβασε στη σωστική Κιβωτό του τη νεαρή Σιγκάλ, γεγονός που προξενεί τα εχθρικά συναισθήματα των υπολοίπων ανδρών και γυναικών. Πώς να συμβιβαστούν με την ιδέα αυτή οι γιοι της νόμιμης συζύγου του Νώε; Από τη μια φθονούν τη θελκτική  επιλογή του πατέρα, που αποκλείει φυσικά τους ίδιους, και από την άλλη ο νους τους είναι στη μητέρα τους, που εγκαταλείφθηκε πάνω στο πιο ψηλό δέντρο με την απατηλή ελπίδα ότι θα διασωθεί. Αλλά και πώς να δεχθούν οι νύφες του Νώε την παρουσία αυτής της νεαρής, προκλητικής, χυμώδους συντρόφου του πατριάρχη τους, τόσο διαφορετικής από τη δική τους μαραμένη ομορφιά; Το κλίμα είναι πολύ αποθαρρυντικό για τη νέα σύντροφο του γηραιού Νώε.

Η Σιγκάλ θα αποφασίσει να εκμυστηρευτεί το πώς νιώθει σ’ αυτήν που αισθάνεται να είναι πιο κοντά της, την προκάτοχό της, σύζυγο του Νώε, την Εμζάρα. Το γεγονός ότι αυτή ποτέ δεν θα διαβάσει αυτά τα γράμματα την αφήνει αδιάφορη. Θέλει να ελπίζει ότι με κάποιο μαγικό τρόπο τα δύο γαλάζια γαλόπουλα, που επέλεξε ως κομιστές,  θα βρουν τον δρόμο πάνω από τον πλημμυρισμένο κόσμο. Παρενθετικά εδώ να πούμε ότι η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεκαθαρίζει μια και καλή το φλέγον ερώτημα γιατί στον σύγχρονο κόσμο δεν διασώζεται ούτε για δείγμα αυτό το υπέροχο είδος. Απλούστατα, τα δύο μοναδικά γαλάζια γαλόπουλα μεταμφιέστηκαν για τις ανάγκες της επικοινωνίας σε ταχυδρομικά περιστέρια κι έτσι χάθηκαν ως είδος δια παντός! Η λογοτεχνία είναι ευφυής στις ερμηνείες της, το γνωρίζουμε αυτό καλά.

Το εύρημα της συγγραφέως να γράφει η νεαρή Σιγκάλ γράμματα στη γυναίκα του Νώε, μας επιτρέπει να διαβάζουμε μέσα σ’ αυτά την ψυχή της και τη σκέψη της, έτσι όπως μεταπηδά από την έκπληξη στην αμηχανία και έπειτα στην απόγνωση, ανακαλύπτοντας ότι η σωτηρία της είναι συνυφασμένη με την υποδούλωσή της στις ορέξεις του αρσενικού κυρίαρχου. Πώς, αλήθεια, αντιλαμβάνεται τη θέση της; Θα γράψει στην Εμζάρα:

Απόφαση του Θεού και του Νώε, αυτοί οι δύο άντρες παίρνουν τις αποφάσεις.

Στη συνείδηση της νεαρής γυναίκας η ταύτιση των δύο προσώπων είναι αυτονόητη, σ’ έναν κόσμο που δέχεται τη φυσική (όπως διακηρύττει) τάξη του ανώτερου αρσενικού και του κατώτερου θηλυκού, και όπως είναι αναμενόμενο κατασκευάζει αρσενικό και το πρόσωπο του Θεού που διαφυλάσσει αυτή την τάξη. Ήδη έχει ειπωθεί το μέγιστο. Η ιστορία θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, έχοντας δείξει πού πρέπει να εστιάσει ο αναγνώστης, προκειμένου να κατανοήσει τη ρίζα του κακού. Ευτυχώς η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν σταμάτησε εδώ, αλλά συνέχισε την ιστορία βοηθώντας μας να εμβαθύνουμε στην ψυχολογία της γυναίκας γενικότερα αλλά και ειδικότερα. Στην ψυχολογία της Σιγκάλ, αυτής της εκλεκτής, της επιλεγμένης με τα κριτήρια της νεαρής ηλικίας και της συνακόλουθης γονιμότητας - χρησιμότητας, αλλά και στην ψυχολογία των άλλων γυναικών που επιβαίνουν   στη σωτήρια Κιβωτό. Αυτές ως δείγματα θα οδηγήσουν στη γενίκευση των διαπιστώσεων. Ο ρόλος της γυναίκας που ακολουθεί ως νέα σύντροφος τον Νώε είναι προδιαγεγραμμένος. Θα τεκνοποιήσει, θα είναι το ιερό δοχείο που θα φέρει στον νέο κόσμο την ελπίδα της ανανέωσης, της νέας ηθικής πάνω στα συντρίμμια όλων των παλαιών, που πια κρίθηκαν ανάξια διαιώνισης.
Έρχεται, έτσι, αναπόφευκτα στο μυαλό μας η ωφελιμιστική έννοια της χρησιμότητας, η οποία με την αλάνθαστη τάχα λογική της επιλέγει και διακρίνει τους χρήσιμους από τους άχρηστους. Υπό αυτή την έννοια ακριβώς η υπερήλικη γυναίκα του Νώε ήταν καταδικασμένη να πνιγεί, όταν τα νερά θα κατέκλυζαν τον κόσμο, και στη θέση της φυσικῷ τῷ τρόπῳ θα σωζόταν η νέα και σφριγηλή δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ. Ο παλαιός κόσμος έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τις ενοχές. Το χρήσιμο καθίσταται και ιερό. Μια αντίληψη που σαρώνει τις όποιες αμφιβολίες τρέφει, ωστόσο, και η γυναίκα του κόσμου αυτού: Άλλωστε αυτό συνάδει απολύτως με την κοινή αντίληψη, την οποία εκφράζει εδώ η νεαρή Σιγκάλ.

Σκέφτομαι και φαντάζομαι πολλά, αλλά δεν τα λέω στον Νώε, τα θεωρεί χαζά και με αποπαίρνει. Δεν του αρέσει η φαντασία στη γυναίκα. Ο Θεός δεν την προόρισε ούτε να φαντάζεται, ούτε να σκέφτεται πολύ, λέει. Αυτό είναι δουλειά του άντρα. Η γυναίκα είναι πλασμένη για να κυοφορήσει την νέα ζωή, αυτό είναι το αξιοθαύμαστο έργο, που έχει να επιτελέσει σ’ αυτή την γη.

Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι αυτά τα λόγια τα εκφέρει η εκπρόσωπος της νέας γενιάς, αυτή που θα κυοφορήσει τη νέα ζωή μέσα στον νέο κόσμο. Όταν μετά το υδάτινο ταξίδι των σαράντα ημερών η Κιβωτός θα βρει στέρεο έδαφος και θα αρχίσει η ζωή να κυλάει πάλι φυσιολογικά, τι αλήθεια περιμένουμε να δούμε; Υπάρχει περίπτωση με τα παλαιά υλικά να χτιστεί το καινούργιο; Πόσο σταθερές έμειναν οι αντιλήψεις των ανθρώπων; Ο νέος κόσμος χτίζεται στα ασφαλή χνάρια του παλαιού; Δικαιολογημένα θα αναρωτηθούμε πόσο νέος θα είναι αλήθεια αυτός ο κόσμος, έτσι όπως θεμελιώνεται πάνω στις πιο παλιές και αναχρονιστικές αντιλήψεις:

Για πρώτη φορά δίπλα σ’ αυτόν τον άντρα νιώθω χρήσιμη και σημαντική.

Όσες φορές αναρωτηθήκαμε για τη διαιώνιση της ανισότητας των δύο φύλων, στραφήκαμε στον κυρίαρχο ρόλο της αντρικής υπεροχής, στην εγγενή αντίληψη περί αντρικής ανωτερότητας που καθορίζει το χτίσιμο των κοινωνιών από την επιβολή της Πατριαρχίας και εξής. Κι όμως, ο ρόλος των γυναικών ως προς τη μακροημέρευση αυτής της αντίληψης είναι κυρίαρχος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη με το αφήγημά της μας πήγε πολύ παλιά, μας έδειξε τον αρχέγονο χαρακτήρα των στερεοτύπων, κυρίως εντόπισε τον ρόλο της ίδιας της γυναίκας στη διαιώνισή τους. Γατί, πώς μπορεί να αλλάξει αυτός ο κόσμος, αν αυτή δεν συνειδητοποιήσει πως η τάξη της ανισότητας συνιστά ακριβώς το αντίθετό της, δηλαδή την αταξία; Όσο με την αποδοχή των καθιερωμένων αντιλήψεων συντηρεί το ιδεολόγημα της αντρικής ανωτερότητας, ακόμα και η νεαρότερη εκπρόσωπος του φύλου της, μπορεί στην πραγματικότητα κάτι να αλλάξει; Δεν είναι περίεργο που προκύπτουν αυτά τα ερωτήματα μετά την ανάγνωση. Όταν η λογοτεχνία καταπιάνεται με τόσο στερεοτυπικές αντιλήψεις, ίσως δεν αρκεί η μυθοπλασία της για να φωτίσει τις σκοτεινές γωνίες. Πόσο περισσότερο, όταν αναμετριέται με έναν παμπάλαιο μύθο. Ο ρόλος εδώ του ενεργού και σκεπτόμενου αναγνώστη καθίσταται σημαντικός. Πήρε τη σκυτάλη της σκέψης για να προχωρήσει.
Μήπως, όμως,  μια αμυδρή ελπίδα διαφοροποίησης των δεδομένων αυτών συνιστά η απρόσμενη σιωπηλή “συνωμοσία” των γυναικών της Κιβωτού, σε μια καθοριστική στιγμή που όλα κρίνονται; Όταν ο Νώε θα επιθυμήσει ξαφνικά να γευτεί γαλάζιο γαλόπουλο, και φυσικά αυτά θα είναι άφαντα, μια που ταξιδεύουν ως γραμματοκομιστές, τότε οι γυναίκες της Κιβωτού θα επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους για μια κρυφή επικοινωνία της Σιγκάλ με τον έξω κόσμο. Ωστόσο, θα την καλύψουν με τη σιωπή τους. Θα μπορούσε κάτω από αυτό το πρίσμα να θεωρηθεί ελπιδοφόρο το μήνυμα που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου; Ας μη μας διαφεύγει ακόμη ότι η νεαρή Σιγκάλ καταφεύγει στη γηραιά προκάτοχό της σε μια πηγαία ανάγκη της να μιλήσει σε σύμμαχο-γυναίκα που μπορεί να την καταλάβει, πολύ σοφότερη και πιο έμπειρη όπως είναι τόσα χρόνια μέσα στην υποδούλωση. Κι ας μην την ακούει, κι ας μη διαβάσει ποτέ τις σκέψεις της. Η ουσία εντοπίζεται στην ανάγκη της να μιλήσει και να δείξει το σημείο συνειδητοποίησης στο οποίο η ίδια βρίσκεται. Άλλωστε, το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή στα παραδεδομένα κακώς κείμενα παραμένει σταθερά ακριβώς σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση της κατάστασης. Κατόπιν θα δούμε τα επόμενα βήματα στην εύρεση των φυσικών συμμάχων και στον καθορισμό των ορίων που πρέπει να υπερκερασθούν.
Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστος και ο τίτλος του αφηγήματος. Αυτό το ιερό δοχείο φτιάχνει ίσως συνειρμό με το ιερό δισκοπότηρο της χριστιανικής παράδοσης,  που η αναζήτησή του συνιστά μια προσπάθεια του ανθρώπου να αναπλάσει τον κόσμο του μέσα από την ερμηνεία του μυστηριακού και υπερβατού, το οποίο συχνά ταυτίζεται με τη γυναικεία υπόσταση. Μια μετάδοση ζωής μέσω καταπάτησης του παλαιού και ανασύστασης του κόσμου. Μπορεί να είναι απλώς ένας συνειρμός που κι αυτός ναγνωστικῇ δείᾳ προκύπτει. Μπορεί και με τις συνδέσεις αυτές να πήγαν τα πράγματα λίγο πιο πέρα από αυτά που ίσως η συγγραφέας να ήθελε με τη γραφή της. Να προσμετρήσουμε κι αυτό το άνοιγμα της σκέψης στα θετικά του συγκεκριμένου έργου.
Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα πρωτότυπο στη σύλληψή του αφήγημα που μιλάει για τη διαχρονική μοίρα των ανθρώπων μέσα από την παλαιότερη ιστορία. Που συγκινεί με την παράλληλη μοίρα των δύο γυναικών, με τη μία να σώζεται υποδουλωμένη και την άλλη να χάνεται απελευθερωμένη. Με μια καλαίσθητη έκδοση, που φροντίζει και από το εξώφυλλο ακόμη να μιλήσει για το θέμα του βιβλίου, έτσι όπως η εικόνα της Μιχαήλας Καπασκέλη συμπληρώνει το νόημά της με μια δεύτερη στο οπισθόφυλλο.  Ένα πολύ σύντομο στην έκτασή του γραπτό. Ίσα για να μας πει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει. Κοινότοπο; Ίσως όχι, γιατί είπαμε πως το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή είναι η συνειδητοποίηση της κατάστασης των πραγμάτων. Η λογοτεχνία επιτελεί κάποιο σημαντικό έργο, όταν μας καθιστά αυτή την πραγματικότητα σαφή. Κάτι το οποίο εμφανίζεται με σαφήνεια, μπορείς καλύτερα να το αντιμετωπίσεις. Με την εύγλωττη και περιεκτική συντομία του το βιβλίο αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να εντοπίσεις την αλήθεια των πραγμάτων. Μια εύστοχη και ευθύβολη ματιά χρειάζεται, η οποία θα αποδοθεί στον γραπτό λόγο με μια καλή πένα, και με τον ευφυή χειρισμό του αρχαιότατου αυτού μύθου θα αποσείσει για λίγο τον θεϊκό μανδύα. Τόσο όσο χρειάζεται για να αποκαλυφθεί η ρίζα της στερεότυπης αντίληψης. Και αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μικρό επίτευγμα για τη λογοτεχνία.


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/iero-doxeio-chloe-koutsoumpeli/)

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (στο ξωκλήσι)





Μια μνήμη ορφανή
σ’ ένα περβάζι παραθύρου
εκεί που ξεπετά τα πρώτα πράσινά της
σ’ ένα πιατάκι μια χλωρή φακή
με εφήμερο το κοίταγμα
κατά τον κάμπο αγναντεύοντας
την ξεχασμένη, όπως κι αυτή,
περιφορά του επιταφίου.

Του «Αδώνιδος οι κήποι»
στα αποξηραμένα πια
για να καούν όπως τους πρέπει
στη φωτιά
μαζί με όσα γιγάντωσαν
σε χρόνια αναμονής
κι έπειτα χρόνια θλίψης
κι ακόμη τώρα απόγνωσης.

Κι ύστερα
πάλι σε μια στενοπορία
μαζί με όσα μάζεψε
κι όσα χωρούν ακόμη
χλωρά, ξερά κι αφρόντιστα
ρημάδια της ζωής,
σε μιαν ανέλπιστη προσπάθεια
αναμονής για ανάσταση.

Μόνο που η κάθε νέα αναμονή
την απελπίζει πιότερο κι από την  ίδια την εικόνα
στο έρημο ξωκλήσι
κάποιο απόγευμα μικρής Παρασκευής,
τότε που πλεύρισε τον θάνατο
κι απόκαμε να τον κοιτά.
Μια εικόνα της ταφής,
ξυσμένο είχε το χρώμα της
με μια γενναία δόση ώχρας
στα ίχνη του καιρού.

Κι ύστερα σκέφτηκε τον ποιητή
που αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι
κι έμεινε να θαυμάζει
το μαύρο θαύμα μέσα του.
Κι ησύχασε λιγάκι
καθώς ένιωσε τη σκιά
βαριά να πέφτει πάνω της
κι άρχισε να χωρίζει
στα δυο τα σκοτεινά κομμάτια
αφήνοντας το πιο βαθύ στην άκρη του μυαλού
και ντύνοντας το πρόσωπο με τ’ άλλο το ανοιχτότερο,
να μην τη δούνε και σκιαχτούν
όσοι ακόμη ελπίζουν.

Διώνη Δημητριάδου

(η εικόνα από το διαδίκτυο)



Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Διαβάζοντας και σχολιάζοντας

(ένας παράδοξος αποχαιρετισμός)



Η ανάγνωση: (από τη γιαπωνέζικη ιστορία «Το όνειρο μιας καλοκαιρινής ημέρας» του Λευκάδιου Χερν (Lefkadio Hearn), εκδόσεις Άγρα)

«“Α, μπα!” Αυτοί είναι οι πρώτοι ήχοι που προφέρουν τα Γιαπωνεζάκια. Πρόκειται, ωστόσο, καθαρά για ήχους της Ανατολής. Στα ρομάτζι* θα γραφόταν Aba. Το Aba παρουσιάζει ενδιαφέρον, όντας ένας εγγενής φωνητικός ήχος. Είναι το “αντίο” στη γλώσσα των μωρών των Γιαπωνέζων, το τελευταίο, ακριβώς, πράγμα που θα περιμέναμε να προφέρει ένα βρέφος κατά την είσοδό του σε τούτον δω τον χιμαιρικό κόσμο. Ποιον ή τι ακριβώς αποχαιρετά η μικρή ψυχή; Φίλους από μια προηγούμενη ύπαρξη, νωπή ακόμα στη μνήμη του; Συντρόφους στο φασματικό ταξίδι του ποιος ξέρει πούθε; Τέτοιου είδους ευσεβείς εικασίες είναι απολύτως ακίνδυνες, αφού το παιδί δεν θα μπορέσει ποτέ να αποφασίσει για λογαριασμό μας. Οι σκέψεις του εκείνη τη μυστηριώδη στιγμή της πρώτης ομιλίας θα έχουν ξεχαστεί πολύ καιρό προτού αποκτήσει την ικανότητα να απαντά σε ερωτήσεις.»

*Σύστημα γραφής της ιαπωνικής γλώσσας με το λατινικό αλφάβητο.

Και ο σχολιασμός:
Αυτός είναι ένας από τους πολλούς λόγους που μας γοητεύει η λογοτεχνία. Να μπορεί, δηλαδή, με τα δικά της απολύτως εξωλογικά “επιχειρήματα” να κινητοποιεί το μυαλό μας σε θεωρίες που δεν βρίσκουν χώρο να σταθούν παρά μόνο στις σελίδες της. Και έτσι, αποδιωγμένες από τη λογική, να χαίρονται την αυτονομία τους και την ελευθερία τους στον νου του αναγνώστη. Γιατί, για να έρθουμε στο συγκεκριμένο απόσπασμα του Χερν, δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν τη θεωρία του τη δικαιώνει η επιστημονική σκέψη (που φυσικά ποικίλες αντιρρήσεις μπορεί να έχει για τη μυστηριακή δημιουργία της γλώσσας) ή η θρησκεία (που εύκολα απορρίπτει τέτοιου είδους “αποσκευές” της μνήμης). Το ουσιαστικό εδώ είναι ότι συνδύασε με τρόπο μοναδικό τα ακούσματα της πρώτης ομιλίας των παιδιών και έφτιαξε αυτή τη μαγική σχέση ανάμεσα στη λέξη και στη μνήμη. Άλλωστε κάτι τέτοια νεφελώδη που συναντάμε γραμμένα είναι που μας σαστίζουν και μας μεταφέρουν από το λογικό στερέωμα στο δημιουργικό ασταθές της φαντασίας.


Διώνη Δημητριάδου

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο βιβλίο του Λευκάδιου Χερν (Lefkadio Hearn) «Το όνειρο μιας καλοκαιρινής ημέρας… (μια γιαπωνέζικη ιστορία)», σε μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου από τις εκδόσεις Άγρα

Μια ‘ανάγνωση’ στο βιβλίο
του Λευκάδιου Χερν (Lefkadio Hearn)
«Το όνειρο μιας καλοκαιρινής ημέρας…
(μια γιαπωνέζικη ιστορία)»,
σε μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου
από τις εκδόσεις Άγρα




«Το πανδοχείο μού φάνηκε παράδεισος και οι θεραπαινίδες, κατ’ ακολουθίαν, ουράνια πλάσματα. Αυτό συνέβη επειδή μόλις είχα δραπετεύσει από ένα από τα ελεύθερα λιμάνια, όπου είχα επιχειρήσει να αναζητήσω τις ενέσεις ενός ευρωπαϊκού ξενοδοχείου εξοπλισμένου με όλες τις “σύγχρονες βελτιώσεις”. Όταν φόρεσα, λοιπόν, για μια ακόμη φορά, μια γιούκατα και βρέθηκα καθισμένος αναπαυτικά πάνω σε μια δροσερή, μαλακή ψάθα, δεχόμενος τις περιποιήσεις των γλυκομίλητων κοριτσιών, τριγυρισμένος από όμορφα αντικείμενα, θαρρείς και λυτρώθηκα απ’ όλα τα δεινά του δεκάτου ενάτου αιώνα».

Έτσι όπως ο Λευκάδιος Χερν δραπετεύει από τον δυτικό πολιτισμό και εισέρχεται εκ νέου στον κόσμο της αγαπημένης του ιαπωνικής θαλπωρής,  δείχνει και σε μας τον δρόμο για να γνωρίσουμε -με χαλαρωμένες τις αισθήσεις όπως απαιτείται- την Ιαπωνία των θρύλων. Άλλωστε πραγματεύεται ένα από τα προσφιλή του θέματα, έχοντας εντρυφήσει στο βάθος των παραδόσεων και ιδιαίτερα αυτών που περιβάλλονται με μυστικισμό.

Η μνήμη έχει τους δικούς της περίεργους δρόμους, και μπορεί κάθε τόσο να ανασύρει κάτι καλά φυλαγμένο με μόνη μια νύξη, μια λέξη που θα ταράξει τα ήρεμα νερά (όπως μια πέτρα στα ακίνητα νερά μιας λίμνης, για να θυμηθούμε την παρομοίωση του Gianni Rodari) δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους μνημονικού υλικού. Ήταν αρκετή λοιπόν μια λέξη, το όνομα του πανδοχείου, στο οποίο ο Χερν κατέλυσε, για να απελευθερώσει στο μυαλό του μια παμπάλαια ιστορία. «Κατοικία του Ουράσιμα».

Θα μας μεταφέρει έτσι στο 477 μ.Χ, χίλια τετρακόσια δεκαέξι χρόνια πριν από το 1893 (χρονολογία που αποτελεί το παρόν της αφήγησης του Λευκάδιου Χερν) για να συναντήσουμε τον Ουράσιμα, νεαρό ψαρά που ξεκινάει -τεμπέλικα και ανύποπτα για τα μελλούμενα-  να ψαρέψει στα ανοιχτά. Στα δίχτυα του θα μπλεχτεί μια χελώνα, το ιερό ζώο του Δράκου της θάλασσας. Ο Ουράσιμα θα την απελευθερώσει μη θέλοντας να προσβάλει τη θαλασσινή θεότητα. Κουρασμένος θα γείρει και θα αποκοιμηθεί μέσα στο ζεστό μεσημέρι αφήνοντας τη βάρκα του ακυβέρνητη. Όσα θα ακολουθήσουν μπορεί και να είναι κομμάτι ονειρικό, μπορεί και όχι, καθώς εδώ μιλάει ο θρύλος, που όπως ξέρουμε αγαπάει   πολύ τα μυστικά περάσματα από την αλήθεια στο παραμύθι.
Ο Ουράσιμα θα βρεθεί δέσμιος του έρωτα στα δίχτυα της όμορφης κόρης του Δράκου, σ’ ένα νησί άγνωστο στους ανθρώπινους χάρτες. Ευτυχής; Μακάριος, θα λέγαμε καλύτερα. Μόνο να μη νοσταλγούσε το σπίτι του, να μην επιθυμούσε για λίγο να γυρίσει πίσω να δει τους δικούς του! Η φυγή, ωστόσο, από τον παράδεισο πάντα έχει και το τίμημά της. Έτσι θα φύγει αλλά με κάποιο μυστικό κλεισμένο σε «μικρό λακαριστό κουτί δεμένο με μεταξωτό σκοινί», που δεν πρέπει να το ανοίξει, αλλιώς δεν θα ξαναδεί τον παράδεισό του ξανά. Η επιστροφή, όμως,  στα πάτρια επίγεια θα είναι μια οδυνηρή έκπληξη για τον νεαρό ψαρά. Ο χρόνος που πέρασε στο παλάτι του βασιλιά της θάλασσας δεν ισοδυναμούσε με τον ανθρώπινο χρόνο. Πάνω από τετρακόσια χρόνια πέρασαν που θεωρούσαν τον Ουράσιμα χαμένο στη θάλασσα! Ο χρόνος που δεν γράφτηκε πάνω του εκεί στο θαλάσσιο βασίλειο, το ονειρικό, γράφεται τώρα με ταχύτητα από τη στιγμή που απελπισμένος θα ανοίξει το απαγορευμένο κουτί της αγαπημένης του.

Μ’ αυτή την ιστορία που χάνεται μέσα στους αιώνες και που με διάφορες παραλλαγές τη συναντάμε και σε άλλους λαούς, θα ταξιδέψει η σκέψη του Χερν μέσα στο δικό του μεσημέρι και στο δικό του όνειρο, καθώς ξεκινάει με άμαξα ένα ταξίδι. Γιατί πολύ τον απασχόλησε ο θρύλος αυτός που επιμένει να γυρνάει στη σκέψη των ανθρώπων και να μπερδεύει την αλήθεια με το ψέμμα:


«Η σκέψη μου ταξίδεψε ξανά στον Ουράσιμα. Συλλογίστηκα τις ζωγραφιές, τα ποιήματα και τα γνωμικά που μαρτυρούν την επίδραση του θρύλου στη φαντασία ενός λαού…Μια ιστορία που άντεξε χίλια χρόνια, ανανεώνοντας τη σαγήνη της στο πέρασμα των αιώνων, δεν μπορεί παρά αν επιβίωσε επειδή εμπεριέχει μια αλήθεια.»

Όπως μπλέκεται στο μυαλό του η άχνα που αναδύθηκε από το μυστικό κουτί του θρύλου με τη σκόνη που σηκώνει στον δρόμο ο οδηγός του αμαξιού του, θα αφεθεί σε ένα γαλάζιο όνειρο παίρνοντας τη θέση του Ουράσιμα για λίγο. Πώς μπορεί να λύσει ο ίδιος το μυστήριο του μύθου, να βρει την αλήθεια που κρύβουν οι εικόνες του; Είναι μήπως αυτό που στον δυτικό κόσμο θα ονομάζαμε “ύβρη” προς τους θεούς; Μήπως άλλοι νόμοι ορίζουν τη σκέψη της ανατολής; Μήπως ο μύθος δεν λέει τίποτα περισσότερο παρά τη θλίψη του ανθρώπου που ξεχνά, που αφήνεται στο πέρασμα του χρόνου; Ή σηματοδοτεί με τα πανάρχαια λόγια του τον πόθο του ανθρώπου να αιχμαλωτίσει τη φθορά και να ξεπεράσει τον θάνατο;
Όλα αυτά δεμένα με το αόρατο σκοινί που συνδέει τη σκόνη του δρόμου με τη φωτοχυσία του γαλανού ουρανού, με τα σύννεφα που μοιάζουν με νεφελώδη πνεύματα, σαν αυτό που απελευθερώθηκε από το κουτί του Ουράσιμα. Με ηχητική υπόκρουση τα τύμπανα που κτυπούν ρυθμικά οι απελπισμένοι άνθρωποι της ξηρασίας, σε μια προσπάθεια να εξευμενίσουν τους θεούς και να φέρουν  τη βροχή. Αυτό το ονειρικό συνονθύλευμα είναι που οδηγεί τη σκέψη του Χερν σε προσωπική παραδεισένια εικόνα που άφησε πίσω του, στο δικό του χαμένο φυλαχτό και στο δικό του γήρας αλλά και σε μια άλλη ιστορία την οποία με τη μέθοδο του εγκιβωτισμού θα συνδυάσει με την αρχική που μας έδειξε με τον παλαιό θρύλο. Πάλι τα θέμα του χρόνου με την απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να τον αιχμαλωτίσει και να τον γυρίσει πίσω.

Πώς να πας όμως πίσω τα χρονικά μέτρα; Πώς να μην παρασυρθείς από την αέναη κίνησή του; Η ματιά του  θα στραφεί στα πουλιά που κατά εκατοντάδες βλέπει να κάθονται ακίνητα στα τηλεγραφόξυλα, όλα στραμμένα στην ίδια κατεύθυνση. «Εκείνα το πουλάκια γιατί πάντα προς τα εδώ κοιτάζουν;» θα ρωτήσει τον οδηγό του. «Όλα τα πουλιά στραμμένα στον άνεμο κάθονται» θα του αποκριθεί εκείνος, δίνοντας άθελά του και κάποια απάντηση στα ερωτήματα που έθεσε. Μια αντιμετώπιση κατ’ ευθείαν στο κέντρο της κίνησης. Κατά μέτωπο βιώνεται ο χρόνος, όχι με υπεκφυγές. Η σοφία της φύσης εδώ αφήνει ακάλυπτο το λογικό του ανθρώπου.

Ο Λευκάδιος Χερν, αυτός ο μισός Έλληνας μισός Ιρλανδός που ευδοκίμησε όμως σ’ αυτήν που αποκαλούσε αληθινή του πατρίδα, την Ιαπωνία. Ο τόσο άγνωστος στην Ελλάδα που τον γέννησε, εδώ μ’ αυτό το όμορφο μικρό  των εκδόσεων «Άγρα», σε εξαιρετική μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου, που αποδίδει τον πλούσιο κόσμο των λεπτών αποχρώσεων της αφήγησης, έρχεται να μας μεταφέρει τη μαγεία ενός παλιού θρύλου με τις ονειρικές εικόνες και να μας περιπλέξει στις ατραπούς του σημερινού κόσμου με τον προβληματισμό του. Άραγε ο τίτλος που έδωσε σ’ αυτή την ιστορία αφορά μόνο το όνειρο του μυθικού Ουράσιμα ή μήπως τον ίδιο τον συγγραφέα ή ακόμη τον καθένα από εμάς που μπαινοβγαίνουμε στα αινίγματα της ζωής με τα όνειρα, τους θρύλους και τα παραμύθια;

Μια έκπληξη η ανάγνωσή του ανάμεσα σε τόσα σύγχρονα αναγνώσματα που αδυνατούν παρά το πολυσέλιδο των εκδόσεών τους να συλλάβουν τη διαχρονικότητα παλαιών μηνυμάτων.


Διώνη Δημητριάδου

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

«Αποτύπωμα ετερότητας»





Εύκολα λόγια και στεγνά
δεν το μπορούν  το ένδυμα
της δήθεν συμφιλίωσης,
πέφτει από πάνω τους
αφήνοντας γυμνό το σώμα,
και εκεί ακριβώς που πάλλεται η ζωή
κάποιοι μονάχα πτώμα βλέπουν.
Ας μη δειλιάζετε άλλο πια
κοράκια πεταρίζουν, φωνασκούν
γυρεύοντας να δείξουν με το δάχτυλο γυρτό,
να φάνε και να πιουν.
Εκεί που θάλλει η ζωή,
κάποιοι μόνο αηδία βλέπουν
και μοναξιά, εκεί που πλήθη γεύονται
αντάμα τη ζωή.
Το αποτύπωμα που αφήνει
μια αλλιώτικη ματιά
είναι βαθύ και καταπίνει
κάθε κοινό και καθημερινό
μονάχο περιφέροντας σε άδοξους καιρούς
στεφάνι αθανασίας
για όσους το τολμούν,
γιατί τ’ αγκάθια του τρυπούν
κι αφήνουνε σημάδια.
Να ακολουθήσουν κι άλλοι
με φανερή εξοικείωση σε επιφάνεια επικλινή.
Δεν πέφτουν, κρατάνε πιο γερά τα ανύπαρκτα σχοινιά
και διασκεδάζουν τις επινίκιες ιαχές του πλήθους.
Ποιο χνάρι παρουσίας να αναλογεί
για μια ισορροπία στο κενό
χωρίς σχοινιά να στέκονται φρουροί
στη θέα της συντριβής;

Διώνη Δημητριάδου

(Από το συλλογικό έργο "Ετερότητα", Μικρές εκδόσεις)

Ο πίνακας είναι της Βάσως Τσολακίδου



Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας 

(οι εκλεκτοί)




Κάποιοι από τους φίλους μου, τις νύχτες,
με προσοχή πατώντας σε μονοπάτια ιδιωτικά
στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων σκαρφαλώνουν.
Ψάχνοντας μέσα στο σκοτάδι
αν κάποιος άλλος τους ακολουθεί
τους βρίσκει το πρωί.
Με βέβαιη τη γνώση
πως μόνοι έμειναν,
εκτεθειμένοι.
Έστω πως αύξησαν τις αντοχές τους.
Εγώ αυτούς τους φίλους προτιμώ.
Μαζί τους δεν φοβάμαι.


Διώνη Δημητριάδου

(η φωτογραφία του Roberto Bertero)



Μια ‘ανάγνωση’ στη μελέτη «Η Φραγκογιαννού και ο Ρασκόλνικοβ» του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη, από τις εκδόσεις Μετρονόμος

Μια ‘ανάγνωση’ στη μελέτη 
«Η Φραγκογιαννού και ο Ρασκόλνικοβ»

του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη,

από τις εκδόσεις Μετρονόμος






Τι εξυπηρετεί, αλήθεια, η σύγκριση λογοτεχνικών έργων; Θα κρατούσαμε μια εύλογη επιφύλαξη ακόμη και για έργα που ανήκουν στο ίδιο είδος, για συγγραφείς της ίδιας νοοτροπίας (αν όχι της ίδιας σχολής, όσο κι αν αυτός ο όρος επιδέχεται αμφισβήτηση), έστω της ίδιας εποχής με τα παρόμοια βιώματα και τις εξωτερικές επιδράσεις. Πόσο περισσότερο, με προσοχή προσεγγίζεται μια απόπειρα να συγκριθούν μεταξύ τους δύο εμβληματικά έργα γραμμένα από δύο συγγραφείς που φαινομενικά τίποτα δεν μας προϊδεάζει για τη  λογοτεχνική τους συγγένεια.

Στη μελέτη του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη “Η Φραγκογιαννού και ο Ρασκόλνικοβ” προσφέρονται προς σύγκριση η “Φόνισσα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και το “Έγκλημα και τιμωρία” του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Και ως προς τις τεχνικές που ο κάθε συγγραφέας χρησιμοποίησε αλλά και ως προς την ψυχολογία των δύο βασικών ηρώων.

Από την πρώτη σελίδα του πονήματος γίνεται αντιληπτή η ιδιαίτερη σχέση του συγγραφέα με τα δύο έργα. Σχέση πολύχρονη, που ξεκινάει από τη νεαρή ηλικία, όπως μας πληροφορεί, για να συνεχιστεί ως σήμερα, «ώρες ατέλειωτης μελέτης και ταξιδιού». Σαν έχεις, λοιπόν, δυο πολυδιαβασμένα και αγαπημένα λογοτεχνικά έργα, ποια ανάγκη σε ωθεί να τα συσχετίσεις; Ο συγκεκριμένος μελετητής επιδιώκει να αναγάγει το ένα  σε ανώτερη αισθητικά και νοηματικά βαθμίδα. Αυτό δηλώνεται στο πρώτο κεφάλαιο : «… για να μοιραστώ μαζί σας την άποψη, εν τέλει να αποδείξω ότι η “Φόνισσα” είναι ανώτερη λογοτεχνικά, κοινωνικά, ιδεολογικά, από το “Έγκλημα και τιμωρία”».

Οι δύο ήρωες, για να εστιάσουμε στη βασική τους διαφορά, είναι δύο ξεκάθαρα διακριτές μεταξύ τους μυθοπλαστικές κατασκευές. Ο Ρασκόλνικοβ «βρίσκεται σε παθολογική κατάσταση, είναι ψυχικά βαρειά άρρωστος. Δρα παραπλανημένος από τη υποχονδρία και την μανιοκατάθλιψη, παρασυρμένος από ιδέες περίεργες, που του σφηνώνονται στον νου λόγω των “μηδενιστικών” διαβασμάτων και της άθλιας, αποπνικτικής ποντικοφωλιάς που κατοικεί». Η Φραγκογιαννού «χαίρει άκρα ψυχικής υγείας». Μπορεί και οι δύο ήρωες να αυτοαναγορεύονται σε κοινωνικούς εκδικητές και επιδιορθωτές της κοινωνικής αταξίας, ωστόσο ο ένας ενεργεί κάτω από τη δύναμη της παράνοιάς του ενώ η άλλη κάτω από αυτό που ο μελετητής ονομάζει “ιερή μανία”. Γι’ αυτό και ο πρώτος έχει ελαφρυντικά (ως ψυχασθενής) μπροστά στη δικαιοσύνη των ανθρώπων, τη στιγμή που η δεύτερη ανηλεώς θα κατακριθεί για τις φονικές της επιλογές. Άλλωστε ο ένας θα μετανοήσει για το έγκλημά του, ενώ η άλλη θα αρνηθεί να κριθεί από την -έτσι κι αλλιώς πολύ σχετική- ανθρώπινη δικαιοσύνη. Αυτή η τελευταία παρατήρηση περί σχετικότητας έχει νομίζω ιδιαίτερο ενδιαφέρον  στη μελέτη των δύο χαρακτήρων, και αξιολογεί θετικά το συγκεκριμένο πόνημα. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν ο Παπαδιαμάντης όντως ήθελε να σχολιάσει τον σχετικό χαρακτήρα των συμβατικών ανθρώπινων κανόνων (άλλωστε είναι ακόμη νωρίς για τέτοιες εκτιμήσεις ακόμη και για το μέγεθος ενός τέτοιου συγγραφέα), οπωσδήποτε όμως είναι ένα αξιόλογο σχόλιο που κατευθύνει τη σκέψη μας σε σωστή κατεύθυνση, προκειμένου να κατανοήσουμε το μέγεθος της εν λόγω ηρωίδας.

Το δεύτερο σημείο που πρέπει να εκτιμήσουμε με προσοχή είναι η,  κατά την κρίση του μελετητή, αυτοαναίρεση της θρησκευτικότητας του Παπαδιαμάντη προκειμένου να δικαιώσει την ηρωίδα του, η οποία καταφανώς παραβιάζει βασικούς θεόσταλτους κανόνες με τις πράξεις της. Όταν φθάνει, στο τέλος του διηγήματος αυτός ο κοσμοκαλόγερος να δώσει στη Φραγκογιαννού το περίβλημα της ανέγγιχτης από τη θεία (το θέμα  εδώ δεν είναι η ανθρώπινη) δικαιοσύνη  φόνισσας, όντως έχει καταφέρει να ξεπεράσει (μέσω της λογοτεχνίας) την προσωπική του θρησκευτική αντίληψη για τα όρια του ανθρώπου. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση, κυρίως για τη δύναμη της γραφής.


Δεν είναι η πρώτη φορά που σχολιάζεται η ικανότητα του Παπαδιαμάντη να φτιάχνει μικρογραφία της αρχαίας τραγωδίας μέσα σε λίγες σελίδες. Μέσα στο βιβλίο αναφέρεται εξάλλου η γνώμη του Παλαμά «Το έργον του Παπαδιαμάντη είναι τραγωδία», για να μιλήσουμε μόνο για μια ανάλογη γνώμη. Και εδώ μνημονεύεται αυτή η ξεχωριστή διαπλοκή των γεγονότων που πατάει πάνω σε όλα τα στάδια της τραγικότητας, όπως μας την έχουν διδάξει οι κλασικοί του είδους. Η σύγκριση εδώ με την επίσης μεγάλη ανάλογη τέχνη του Ντοστογιέφσκι γίνεται και ως προς την έκταση των έργων: «Ο Α. Παπαδιαμάντης είναι απλός, μεστός, δωρικός, εξαντλεί μοναδικά το θέμα του σε 185 αραιές σελίδες την στιγμή που ο Φ. Ντοστογιέφσκι, πολυσύνθετος και απεραντολόγος, το κάνει με τη σειρά του εμπνευσμένα, σε 700 πυκνοτυπωμένες». Φυσικά ως προς την έκταση του έργου του καθενός έχει δίκιο. Η σχετική άποψη του Καβάφη καταγράφεται στο βιβλίο: «Μου φαίνεται ότι είναι λαμπρά ασκημένος στης περιγραφής την τριπλήν ικανότητα – το ποια πρέπει να λεχθούν, το ποια πρέπει να παραλειφθούν και εις ποία πρέπει να σταματηθή η προσοχή». Με την ένσταση, ωστόσο, ότι ο ένας φιλοδοξεί να γράψει μυθιστόρημα, με όσα παρένθετα επιτρέπει το είδος, με όσες παρεκβάσεις απαραίτητες για την κατανόηση των προσώπων και των γεγονότων επιτάσσει η πλοκή. Δεν είναι το ίδιο με τη συγγραφή διηγήματος, έστω και εκτενούς, που επικεντρώνει στον ένα και μοναδικό ήρωα και αυτόν μόνο ψυχογραφεί. Θεωρώ πως σ’ αυτό το σημείο ίσως αδίκως ο Ντοστογιέφσκι “κατηγορείται” για απεραντολογία.



Ο Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης θέλησε να ερμηνεύσει τους δύο αγαπημένους του συγγραφείς κάτω από το πρίσμα της δικής του ιδεολογίας. Φυσικώ τω λόγω, δεν θα μπορούσε να αποκοπεί από αυτήν, όπως είναι αδύνατον στον οποιονδήποτε από εμάς να τοποθετηθεί γύρω από τα κοινωνικά δεδομένα χωρίς να τα θέσει υπό το πρίσμα της κοσμοθεωρίας του. Αν μπορούσαμε αυτό να το πετύχουμε, θα προέκυπτε λόγος κενός περιεχομένου, γιατί ένα άδειο από ιδέες μυαλό δεν παράγει σκέψη. Έχοντας έτσι ως γνώμονα τις ρηξικέλευθες πράξεις κοινωνικών επαναστατών, προσέδωσε και στην ηρωίδα του Παπαδιαμάντη ανάλογα χαρακτηριστικά, στερώντας τα ταυτόχρονα από τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Δεν τολμώ να πω πόσο δικαιούμαστε να προχωρήσουμε σε μια τέτοια συσχέτιση ανόμοιων πραγμάτων. Μένω στο γεγονός ότι η σκέψη του μελετητή ανοίγει μια ενδιαφέρουσα νέα οπτική για τη ερμηνεία της πλέον εμβληματικής ηρωίδας του Παπαδιαμάντη.

Συνοψίζοντας, το εν λόγω βιβλίο -αποτέλεσμα εμβριθούς ανάγνωσης και των δύο έργων- αποτελεί μια προσφορά στην υπόθεση μελέτης της “Φόνισσας” (περισσότερο παρά του έργου του Ντοστογιέφσκι), άλλωστε αυτός ήταν και εξ αρχής ο στόχος του συγγραφέα. Το ότι θέλησε να συγκρίνει τα δύο έργα εξυψώνοντας τη “Φόνισσα” δεν είναι μεμπτό. Προσωπικά, ωστόσο,  μένω με την εντύπωση ότι θα μπορούσε να αναχθεί για μια ακόμη φορά σε μέγιστο ύψος το αριστούργημα του Παπαδιαμάντη χωρίς καμία απολύτως σύγκριση με κανένα άλλο έργο, ακόμη και του ίδιου δημιουργού. Άλλωστε ο ίδιος ο μελετητής καταλήγει: «Δεν ξέρω αν σας έπεισα να εντρυφήσετε στην παπαδιαμάντεια λαϊκή τραγική ηρωίδα Χαδούλα την Φραγκογιαννού. Ούτε με νοιάζει! Ούτε μου πέρασε στιγμή από το μυαλό κάτι τέτοιο. Μόνο, που αν το κάνετε, έχω μια έσχατη φιλική συμβουλή: Μην προσπαθείτε να θυμηθείτε, ξεχάστε όλα τα παραπάνω και αφεθείτε  με την ψυχή ολόγυμνη στην μαγεία του Χαροκόπου “Κοσμοκαλόγερου”!»
Κι έχει δίκιο. Αυτός είναι ο τρόπος που με ακρίβεια οδηγεί στην ψυχή του έργου του Σκιαθίτη μάγου της αφήγησης.

Διώνη Δημητριάδου