Δημήτρης
Καλοκύρης
Παρασάγγες
Τόμος
Γ΄ Παραλειπομένων
Εκδόσεις
Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Δημήτρης Καλοκύρης: «Παρασάγγες»
«Χτίζουμε
το ανάκτορο της φαντασίας στην άμμο, αλλά μόλις φυσήξει το θαλασσινό αεράκι της
πραγματικότητας, σβήνεται η αύρα της γραφής και μας πλημμυρίζει η ευφορία της
ανάγνωσης». (σ. 207).
Η
αύρα της γραφής και η ευφορία της ανάγνωσης ή, για να το πούμε αλλιώς,
οι δύο συνθήκες που αγκαλιάζουν τον τρόπο που ο Δημήτρης Καλοκύρης τοποθετεί τον εαυτό
του αρχικά ως δημιουργό εικόνων και λέξεων –συλλήβδην λεκτικών παραστάσεων– και
κατόπιν ως αποδέκτη της γραφής, με τον ίδιο να συνταυτίζεται με κάθε έναν
οιονεί «παρείσακτο» των δικών του κειμένων. Ο Γ΄ τόμος των Παρασαγγών
του Καλοκύρη διαβάζεται με την επίγνωση πως οι αποστάσεις (μετρημένες σε μέτρα
ή παρασάγγες) διέπονται από μια εγγενή σχετικότητα. Όπως σε ένα τυπικό λεξικό
πληροφοριών, η αλφαβητική σειρά των λημμάτων δεν συνάδει με την εννοιολογική
τους συσχέτιση (τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους), έτσι και στο παράξενης δομής
δικό του «λεξικό» η σειρά αποδεικνύεται εν πολλοίς συνειρμική, με εμφανή ή όχι
τη σύνδεση. Κι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αυτών των «παραλειπομένων»,
όπως χαρακτηρίζει στον υπότιτλο τους κατά Γ΄ τόμο Παρασάγγες του.
Με έκδηλα τα χαρακτηριστικά της «παράπλευρης»,
πλην πολύ σημαντικής κατ’ ουσία, γραφής, δηλαδή της ειρωνείας, του σαρκασμού και
αυτοσαρκασμού (άρρηκτα δεμένες οι έννοιες αυτές), της σατιρικής στον πυρήνα
της, όπως κάθε «λοξή» προσέγγιση προσώπων, γεγονότων και εννοιών, κατορθώνει να
δώσει μια συνέχεια ύφους σε όλο το βιβλίο, με συχνά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ
των καταχωρίσεων. Άλλωστε, οι λέξεις στα χέρια του Καλοκύρη γίνονται οι ίδιες
φορείς πολλαπλών εννοιών, σαν να καταργείται ο κώδικας της «συμφωνημένης»,
χάριν απρόσκοπτης επικοινωνίας, μοναδικής τους ερμηνείας. Ενδεικτικά οι
«διασυρμοί» που ξεφεύγοντας από την αρχική τους σημασία παίρνουν τη μορφή των
τραίνων –παιδικά παιχνίδια με ταπεινά υλικά ή περίτεχνα σύγχρονης τεχνολογίας, αλλά και αληθινά στις
ράγες τους να τροχιοδρομούν τα ταξίδια «δια των συρμών– με τον ίδιο να δηλώνει:
«Συνέχισα να επιβιώνω με τη νοοτροπία του επιβάτη»· έτσι μοιάζουν οι εικόνες
που μοιράζεται λεκτικά μαζί μας, σαν να κοιτάζει από το παράθυρο ενός τραίνου,
όπως σ’ εκείνο το ταξίδι με τον Εμπειρίκο:
«Με τραίνο διασχίσαμε την ελληνική νύχτα, μια άνοιξη του ’72, ταξιδεύοντας με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο στο βαγκόν-λι προς Θεσσαλονίκη, όπου φωτογραφίζαμε με το βλέμμα και μόνο τα σκοτεινά εδάφη και τα κινούμενα φώτα, αυθαδιάζοντας στη λογική πασιφανώς» (σ. 27).
Η μνήμη καθοδηγεί, υπογείως με τις
δικές της συνδέσεις, την πορεία αυτής της γραφής, κυρίως τους τρόπους της
γλώσσας, το πώς αυτή εκφέρεται, πώς μεταβαίνει από τη μία σημασία στην άλλη,
πώς κανονίζει μια δική της γραμματική (σαν τη Γραμματική της φαντασίας
του Ροντάρι, κι ας αφορά εκείνη ειδικά μια αντι-κομφορμιστική διδασκαλία), που
υπερβαίνει τη λογική ακολουθία και, στη βάση της παντοδύναμης ανατροπής,
καταξιώνει τη φαντασία:
«Τελικά, αυτό που δεν είπαμε είναι για τη
γλώσσα που βρέχει σε παράξενα ελληνικά τα φαινόμενα της μνήμης». (σ. 188).
Στο κεφάλαιο/λήμμα «Αρμενιστής της
ειμαρμένης», δουλεύοντας την πλήρη ανατροπή, ως ιδέα και ως τεχνική, ο
Καλοκύρης μιλάει για τον Βαγγέλη Γερμανό που μπορεί «το ψευδώνυμό του στην
καθομιλουμένη να συνδέεται συνήθως με
μπαταρίες […] ο δικός μας όμως είναι κιθαρίστας, συνθέτης, τραγουδιστής». (σ. 58),
που έχει εντρυφήσει στη φιλο-σοφία του χιουμοριστικού βάθους, που, όπως γράφει
ο ίδιος, γραπώνει λέξεις και νότες από την ουρά , σαν σαύρες, για να τις αφήσει
μετά ελεύθερες να βρουν το ταίρι τους μέσα στα τραγούδια. Τον χαρακτηρίζει
αρμενιστή της ειμαρμένης, συνταιριάζοντας τη ροή του, ίδια θαλασσινή, μέσα στη
μουσική με τη φιλοσοφημένη του στάση απέναντι στο ανοιχτό ερώτημα για τη φύση
του σύμπαντος:
«Κάποιοι
θεωρούν ότι το σύμπαν είναι μια τεράστια βιβλιοθήκη. Κάποιοι άλλοι ότι είναι
επίπεδο, ισότροπο, άπειρο, νοητό, μια ψευδαίσθηση, μια τρύπα, ένα όνειρο άπειρο
ή πεπερασμένο. Ο Β. Γ., μετά από μερικές σημειώσεις του για τις “Ρότες των
τραγουδιών”, λύνει το ζήτημα με ένα συμπέρασμα κοσμικού βεληνεκούς. Κατ’ αυτόν,
το σύμπαν δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά. Είναι ένα μεγάλο τραγούδι». (σ. 60).
Κάτι που το αποδεικνύει,
στερεώνοντας το σύμπαν μέσα του, στα δικά του βιώματα, στη βάση της θεωρίας του
τριγώνου, δηλαδή της σημασίας του αριθμού 3 στη ζωή του. Η απλή, όχι όμως
απλοϊκή, σύνδεση του αχανούς με το μετρήσιμο, κατ’ απόλυτη έννοια. Μήπως
έχουμε, άλλωστε, άλλο τρόπο να συλλάβουμε το ασύλληπτο μέγεθος που μέσα του
βρισκόμαστε – αδύνατη η έξωθεν παρατήρηση, σε κάθε περίπτωση. Και καταλήγει ο
Καλοκύρης με μια διαπίστωση, που αυτή κι αν είναι ανατρεπτική:
«Θα
μου πείτε: Εδώ που καράβια χάνονται, βαρκούλες περιμένουμε να αρμενίζουν;
Όντως. Αλλά ας αποφασίσουμε, έστω, κάποτε: Και στραβός θα ’ναι ο γιαλός, και
στραβά θ’ αρμενίζουμε». (σ. 60).
Οι Παρασάγγες είναι ένα
βιβλίο πολλαπλών ανατροπών, αιφνιδιασμών, οξύ στην κριτική του, τρυφερό συχνά
στις προσεγγίσεις του, που διαβάζεται σαν μια ανοιχτή εξομολόγηση «εν αποκλίνοντι
λόγω». Γι’ αυτές ακριβώς τις αποκλίσεις του αξίζει. Γιατί, αν είναι αξιόλογη
(και χρήσιμη, ή ακόμα και συναρπαστική) η ανάγνωση μιας εγκυκλοπαίδειας ή ενός λεξικού
(όπως το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, κατά τα λεγόμενα του
Καλοκύρη, που το διαβάζει «σαν μυθιστόρημα εννοιών, με πολλή δράση και έντονο
σασπένς»), ακόμη περισσότερο αυτό εδώ που, καταργώντας τη λογική προσέγγιση των
λέξεων, ανοίγει τη θέα σε ένα τοπίο μιας υπέροχης ανατροπής, μιας ευφάνταστης
αλλά και εύστοχης αναίρεσης όσων θεωρούνται άσειστα στο νοητό τους βάθρο. Οι
συνδέσεις πολλές, ορατές ή μη, οι συνειρμοί πολύτιμοι, μια αιρετική (ευτυχώς)
γραφή, προκλητική, εν μέσω μιας βαρετής ορθότητας που μας περιτριγυρίζει.
Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου