Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Κινητή γιορτή διηγήματα Αρχοντούλα Διαβάτη εκδόσεις Νησίδες η πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr https://www.vakxikon.gr/kinhth-giorth-diavath/


Κινητή γιορτή

διηγήματα

Αρχοντούλα Διαβάτη

εκδόσεις Νησίδες
η πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr
https://www.vakxikon.gr/kinhth-giorth-diavath/








«να πάει η ψυχή στον τόπο της»



«να πάει η ψυχή στον τόπο της… » - αυτή η φράση δίνει συνοπτικά όχι μόνο το περιεχόμενο της νέας συλλογής με διηγήματα (αφηγήματα ίσως θα ήταν ευστοχότερος χαρακτηρισμός) της Αρχοντούλας Διαβάτη, αλλά κυρίως αποκαλύπτει την αφετηρία της γραφής, το κίνητρο της νέας συγγραφικής κατάθεσης. Διαβάζοντας τη μία μετά την άλλη τις σύντομης έκτασης ιστορίες του βιβλίου κατανοούμε πώς «πάει η ψυχή στον τόπο της», όπως  γράφει η ίδια στο αφήγημα «Εσείς καλά;».

Μοιρασμένες οι ιστορίες ανάμεσα σε επινοημένες μυθοπλαστικά και σε μνήμες ιδιωτικές, που η συγγραφέας τις αποκόπτει από το προσωπικό της σύμπαν για να τις αποδώσει και αυτές λογοτεχνικά. Ωστόσο, γνωρίζουμε, όσοι πιάνουμε πότε πότε το μολύβι, πως ακόμα και οι επινοημένες φέρουν μέσα τους άλλοτε εμφανώς και άλλοτε με σωτήριο ιαματικό μανδύα αληθινά κομμάτια ζωής, προσωπικής πάλι. Στην ουσία, λοιπόν, οι ιστορίες/αφηγήματα αναπαράγουν προς το αναγνωστικό κοινό τις εσωτερικές εικόνες που έχουν ήδη διανύσει τη δική τους πορεία με τον δημιουργό τους – και ως προς αυτό έχουν ήδη λειτουργήσει με τον εγγενή ιαματικό ρόλο που έχουν (ευτυχώς) όσα αποθηκεύονται στη μνήμη. Η ανάγκη της κοινοποίησής τους –είτε πρόκειται για επινοημένες λογοτεχνικές κατασκευές είτε για πολύτιμες προσωπικές εικόνες– θέτει σε λειτουργία μια ευρύτερη ιαματική συνθήκη που αφορά πρωτίστως τη συγγραφέα και δευτερευόντως (με ιδιαίτερη ένταση ωστόσο) τον αποδέκτη/αναγνώστη. Θα εστιάσω σε δύο ιστορίες (μία από την κάθε περίπτωση) προκειμένου να φανεί πιο καθαρά η παραπάνω διαπίστωση.

Το αφήγημα με τον τίτλο «Κανένας» αποτελεί και την εισαγωγή στον κόσμο της  συλλογής δίνοντας γλαφυρά τη μοναχική εικόνα των ανθρώπων της πόλης που  υποκαθιστούν την επαφή των αληθινών σχέσεων με την παρουσία εν απουσία των τεχνολογικά δημιουργημένων. Επινοημένη αυτή η μικρή ιστορία, δεν θα χρειαζόταν περισσότερα λόγια για να δείξει όχι μόνο τον μονήρη άνθρωπο στην καθημερινότητά του αλλά για να μεταφέρει μια βασανιστική σκέψη στον αναγνώστη της: πόσο απέχουμε όλοι μας από μια ακραία χάριν λογοτεχνικής απόδοσης, όμως πολύ κοντινή πραγματικότητα; Γιατί, το χειρότερο που συμβαίνει στον ήρωα της ιστορίας δεν είναι τόσο η βίωση της απομόνωσής του από τον αληθινό κόσμο όσο η αίσθηση της ευφορίας που αισθάνεται· η εικόνα του πλήθους των ανθρώπων που τάχα συναναστρέφεται μοιάζει να είναι εντυπωμένη μέσα του σαν αληθινή επικοινωνία.  Η απουσία της συνειδητοποίησης της κατάστασής του, η ανικανότητα να αντιληφθεί  το μέγεθος και το βάθος διείσδυσης της επίπλαστης πραγματικότητας στη ζωή του, αυτό είναι το επίφοβο μήνυμα της ιστορίας· και αυτό είναι που δυνάμει αφορά όλους μας.

«[…] Τώρα όμως ήθελε να ακούσει – λαχταρούσε να ακούσει φωνές ζεστές, εγκάρδιες, να δει ανθρώπους να μπαίνουν, να βγαίνουν, να τον νοιάζονται και να τον αγαπούν, να φλυαρούν, διασώζοντας το νήμα που τον ένωνε με τη ζωή, ένας απ' όλους κι αυτός να είναι, κανονικά. Σιωπή στο δωμάτιο. Ερημιά. Τι γνώμη είχε κι ο τηλεφωνητής, κανείς δεν είχε τηλεφωνήσει; Πάτησε το κουμπί –τον είχε θυμηθεί κανείς;– κι ένα σωρό μηνύματα πλημμύρισαν το δωμάτιο. «Γεια σου Αντώνη,  εγώ είμαι η Μαρία, πού χάθηκες αγόρι μου;» «Αντωνάκη, πάρε τηλέφωνο, είναι το μνημόσυνο του θείου σου την Κυριακή, ν’ ανέβεις, μαμά». «Tony, my friend, μην ξεχάσεις, στις εννιά αύριο, έχουμε πρόβα για τη συναυλία, πάρε τηλέφωνο». Ωραία ακούγονταν.
[…] Όταν άδειασε όλη η κασέτα και σώπασαν οι φωνές, πάτησε πάλι το «All» αντί για το «Νew», πήρε το μπουφάν του κι έκλεισε πίσω του την πόρτα, αφήνοντας ν’ ακούγονται πίσω όλοι εκείνοι οι άνθρωποι, δικοί του άνθρωποι, οικείοι, παρηγορημένος πάντως, ενώ πήγαινε προς το ασανσέρ».

Η δεύτερη αφήγηση αφορά προσωπική μνήμη. Πρόκειται για το «Διαβάζοντας τον Ξένο». Μια ευθεία αναφορά στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ, όχι σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον στο περιεχόμενό του αλλά στο βιβλίο αυτό καθεαυτό ως αντικείμενο φθαρμένο και κακοπαθημένο από τους διαρκείς δανεισμούς του στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς της συγγραφέως. Το εύρημα της γραφής είναι η εστίαση σε σχόλιο προσωπικό,  που προηγούμενος αναγνώστης θεώρησε πως έπρεπε να γράψει στο περιθώριο μιας σελίδας:

«Καταπληκτικός χαρακτήρας. Τσαλαπατάει και γκρεμίζει τις ηθικές τους, τα ‘πρέπει’ τους και τα μίζερα τακτοποιημένα συναισθήματά τους. είναι αληθινός, γι’ αυτό φαντάζει παράξενος. Το νόημα της ζωής του είναι πως η ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Νομίζω με έχει σημαδέψει, μ’ έχει αλλάξει. Από την πρώτη φορά που διάβασα το βιβλίο μερικά χρόνια πριν, έχω αρχίσει να ψάχνομαι και δεν χωρώ πουθενά. Ίσως πάντως να είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Το μέλλον θα δείξει».

Μέσω αυτής της απρόσμενης αναγνωστικής κατάθεσης, θα θυμηθεί τη δική της επαφή με τον Καμύ, στα χρόνια του Γαλλικού Ινστιτούτου και κατόπιν τις πληροφορίες που άντλησε από αφιέρωμα περιοδικού στον συγγραφέα. Ξαναδιαβάζοντας τον «Ξένο» θα επανεκτιμήσει τον εισηγητή του Παραλόγου και ως προς τις αρετές της γραφής του αλά και ως προς τη φιλοσοφική του θέση:

«Το παράλογο της ύπαρξης, ο επαναστατημένος άνθρωπος κι εδώ, όπως σε όλα τα βιβλία του Καμύ, απέναντι στην ‘τρυφερή αδιαφορία του κόσμου’ και στην τρέλα των ανθρώπων, έτοιμων να θυσιάσουν όποιον δεν τους μοιάζει – τον ξένο».

Μια τόσο σύντομη αναφορά στον κόσμο του Αλμπέρ Καμύ, όμως με τον τρόπο που γίνεται συνοψίζει όλα τα διαβάσματα χρόνων και χρόνων στα κείμενά του. Ίαση θαυμαστή μέσω της λογοτεχνίας που αφορμή παίρνει από τη λογοτεχνία πάλι. Ή, να το πούμε αλλιώς, η μαγική αλυσίδα που συνδέει όλα όσα γράφονται με αυτούς που τα γράφουν και με αυτούς που τα διαβάζουν – συνειρμοί συγγραφικοί και αναγνωστικοί!

Όπως ξετυλίγονται οι αφηγήσεις της Διαβάτη διαγράφεται σιγά σιγά όλη η εικόνα της αγαπημένης πόλης· πρόσωπα και τόποι, εικόνες οικείες, άλλοτε αληθινές, άλλοτε φανταστικές – χωρίς στην ουσία να παίζει κάποιο ρόλο η διάκριση μεταξύ των δύο. Έτσι κι αλλιώς όλες οι ιστορίες που γράφονται έχουν μια κοινή αφετηρία: τη δημιουργική μνήμη ή φαντασία, που συνήθως όλα τα μπερδεύει και τα ξαναπλάθει, αληθινά ή μη. Έχουν όμως και κοινό στόχο: «να πάει η ψυχή στον τόπο της», να ξαποστάσει σε οικείο χώρο, να συνομιλήσει με γνώριμα πρόσωπα, από τον υπαρκτό κόσμο και από τον πλούσιο των λογοτεχνικών ηρώων, να ξαναβρεί τα ‘γράδα’ της, να ισορροπήσει. Η Αρχοντούλα Διαβάτη δείχνει εδώ με τα αφηγήματά της τους τόπους όπου θα πρέπει να περιπλανηθεί κανείς προκειμένου να συμφιλιωθεί το έσω με το έξω σκηνικό. Πολύτιμες μνήμες διαθλώνται διαπερνώντας τη γραφή και (αλλάζοντας τη διαδρομή τους από προσωπική σε κοινό κτήμα) βρίσκουν εύστοχα τον αναγνώστη. Αλλά και επινοήσεις τη γραφής μεταφέρουν μέσα τους προσωπικά βιώματα. Σε κάθε περίπτωση κείμενα που διαβάζονται, γιατί κάτι σημαντικό έχουν ενσωματώσει μέσα στο μικρό τους μέγεθος. Κάτι από τη «γιορτή της ζωής».

«Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας, όπως λένε οι φιλενάδες μου που όλο και εγκαταλείπουν τις συλλογικότητες που απορροφούσαν όλο τους το χρόνο παλιότερα, να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής». (Κινητή Γιορτή)

Διώνη Δημητριάδου


               


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου