ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Τώρα που ο χρόνος ανιχνεύεται με αναδρομές και εκμυστηρεύσεις,
κι ο κόσμος αποκαλύπτεται πιο μικρός στη μεγαλοπρέπειά του,
θα μοιράζομαι τις βεβαιότητές μου στη δικαιοσύνη της παρουσίας σου.
Κάθε πρωί, κάτω από το τελευταίο σύννεφο που γαντζώνεται τ’ ουρανού,
θα χαράσσω μια βαθιά κόκκινη γραμμή με αίμα και τριαντάφυλλα,
να βρίσκει ο ήλιος σύμβολα, προσανατολισμό και δρόμο
κι εσύ τη σιγουριά του θαύματος, τη μέθη του ονείρου
πως έχει κι η γη κρυφούς ορίζοντες και χρώμα η ζωή.
Στους δρόμους θα ξετυλίγω αντηλιές‚ ίσκιους κι ένα βλέμμα
που ευτύχησε να ξαφνιαστεί στην έκσταση και της ψυχής το φόβο,
να πλανιούνται οι περαστικοί κι εσύ ν’ αγροικάς τη μουσική του πόθου.
Στους τοίχους θα ζωγραφίζω λέξεις, σχήματα και μορφές,
στις γωνιές θα φυτεύω μαρτυρίες και μιαν ανοχύρωτη προσμονή,
να στέκει περίεργο το πλήθος κι εσύ βέβαιη να προσπερνάς.
Απ’ τη σκάλα των αγγέλων που ξέρω, θ’ ανεβαίνω στο υπερώο,
να δραπετεύω από τη γη και στη θεία στράτα να σε προλαβαίνω,
με ώριμες πνοές, απείθαρχες φωνές και χέρια να σφίγγουν απεγνωσμένα
την τρέλα των θεών, την αποκοτιά των θνητών, όλη τη δημιουργία,
να βγαίνω μπροστά απ’ τη μοίρα μου κι εσύ στη λευτεριά σου.
Και τις νύχτες, συντροφιά με κείνο το μελαγχολικό αστέρι που αγρυπνά ,
θα βγαίνουμε στο καρτέρεμα και το μάγεμα της κόκκινης αυγής,
να βλέπουμε πώς ξεκινά στο φέγγος του το πρωί και η ζωή στα μάτια σου.
Και να ξέρεις, το ουρλιαχτό που ακούστηκε το βράδυ με την πανσέληνο,
ήταν η μουσική της σιωπής που γλύκαινε την ψυχή στο ησυχαστήριό της.
ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ
Ορμούσε αχαλίνωτη η σκέψη της
στ’ άδυτα της ψυχής της
και την απογύμνωνε από αντιστάσεις,
συνειδησιακές συγκρούσεις και φοβίες.
Κι ανέσυρε καλπάζουσες μνήμες.
Μνήμες μακρινές, θολές,
μνήμες κοντινές, διάφανες,
μνήμες πληγές, μνήμες αναλαμπές,
που αντιστέκονταν, που στιγμάτιζαν,
που δημιουργούσαν,
που έφερναν ένα τεράστιο κενό
και την άφηναν έκθετη
στις άγνοιες και τις δειλίες.
Τότε που η κάθε μέρα
ήταν και μια διαφορετική αφετηρία
με μια καινούρια προσδοκία.
Κι ανίχνευε στο χαμένο χθες
το πρωτόγονο κι ολοκληρωμένο,
σκιαγραφούσε στο φευγαλέο σήμερα
την ένταση και το πάθος
κι αναζητούσε στο αύριο
μ’ αδρές πινελιές
την υπέρβαση και το όνειρο.
Κι ανακάλυπτε με τρόμο,
πρωτόφαντες κι ανεξέλεγκτες επιθυμίες
να κινούνται σε δαιδαλώδεις δρόμους,
με θορυβώδεις κι αδυσώπητους ρυθμούς,
με την περιέργεια και την απορία,
ποια συμπαντική νομοτέλεια
απελευθερώνει και προσδιορίζει
μια επαναστατημένη ψυχή,
να υποκύψει και να μυηθεί
στο απροσδιόριστο και το αυθόρμητο
και στο ανεξήγητα αναμενόμενο.
Ξεπερνώντας την αντίσταση της μνήμης,
υποχωρούσε και συλλάβιζε οράματα
και σώρευε ερείπια
γκρεμίζοντας είδωλα και ινδάλματα.
Και στάθηκε όρθια,
με χέρια υψωμένα και μάτια διορατικά
μπροστά στο βωμό της ψυχής της,
να θυσιάσει και να θυσιαστεί,
για να αναγεννηθεί
στ’ αρχέγονο πλάσμα,
στ’ ανθρώπινο ύψος,
για την πτώση, το ανασήκωμα
και την ολοκλήρωση.
Δε φοβήθηκε όταν αναρωτήθηκε
αν είναι αληθινή.
Έγινε εμμονή η βεβαιότητα
της ζωής και του ονείρου.
Βγήκε στον πλατύ το δρόμο
με μια απόλυτη υποταγή και συμφιλίωση.
Αυτή κι ο εαυτός της. Για τον άλλον.
Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Robert Bolton, The wedded rocks)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου