Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Ο γέρος που χόρευε Διήγημα Αρετή Πάνου μαζί με τέσσερις φωτογραφίες του Richard Koci Hernandez




Ο γέρος που χόρευε
Διήγημα
Αρετή Πάνου
μαζί με τέσσερις φωτογραφίες του Richard Koci Hernandez



Ένα φοβισμένο χωριατόπαιδο ήμουνα όταν ήρθα στην Αθήνα για σπουδές. Παρόλο που πέρασα τις δύο τελευταίες τάξεις του σχολείου στην πρωτεύουσα του νομού για να πηγαίνω φροντιστήριο, η χωριατίλα δεν έλεγε να φύγει από πάνω μου. Με διαπότιζε σαν στάμπα ανεξίτηλη. Όλα περίεργα μου φαίνονταν και κάπως απειλητικά. Τα αυτοκίνητα ορμούσαν κατά πάνω μου. Οι περαστικοί με κοίταζαν καχύποπτα και με έσπρωχναν άμα τους έκοβα το δρόμο αφηρημένος. Τα κτήρια έριχναν τη βαριά σκιά τους στα πεζοδρόμια.

Με τους συμφοιτητές μου αισθανόμουνα μια απόσταση και μια απομάκρυνση, παρόλο που στοιβαζόμασταν ο ένας πάνω στον άλλο στα αμφιθέατρα του Χημείου στη Σόλωνος, σαν τις σαρδέλες. Μιλούσα με πολλούς αλλά φίλο στενό δεν είχα κανένα. Συμπατριώτη μου στη σχολή δεν είχα βρει. Δεν έκανα εύκολα φίλους, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και η ατμόσφαιρα περίεργη, μύριζε φόβο και συνομωσία. Ένα μάγκωμα κι ένα μούδιασμα. Καθένας που σε πλησίαζε  σου έλεγε ποιον να πιάσεις και ποιον ν’ αφήσεις, σαν να περίμενε από σένα κάτι που δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρο, πάντα με μισόλογα, σαν να σου μετέφερε ένα μήνυμα που ήθελε αποκωδικοποίηση. Ένιωθα ότι οι λέξεις, οι χειρονομίες και οι παραμικρές αλλαγές στην έκφραση των προσώπων είχαν τη σημασία τους. Δεν ήξερα αν την καταλάβαινα όμως και η αγωνία μου μεγάλωνε. Και μια αίσθηση αποκλεισμού. Και το μάγκωμα μαζί. Λες και δεν μου έφταναν οι χωριάτικες συμβουλές της μάνας μου. Στερεοφωνικές. «Κοίτα τον εαυτό σου και το συφέρο σου. Πολλά πολλά μην πιάνεις με κανένα. Μην εμπιστεύεσαι κανένα. Φτάνει ο φάκελος του πατέρα σου. Μη μας βρει κι άλλη συφορά. Κι έχουμε και τη μικρή που γυρεύει κι αυτή γράμματα και σπουδές». Όταν έκλεινα το τηλέφωνο συνέχιζαν να βουίζουν στ’ αυτιά μου.



Οι Αθηναίοι συμφοιτητές μου ήταν πιο άνετοι. Περπατούσαν διαφορετικά, ντύνονταν διαφορετικά, μιλούσαν διαφορετικά. Έμοιαζαν να μην φοβούνται τις λέξεις και τις σημασίες τους. Τα κορίτσια κρεμόντουσαν από το στόμα τους. Πάνω στην κουβέντα όλο και πετούσαν κάτι μεγάλες άγνωστες λέξεις και κάτι μικρά ονόματα λες και ήταν παλιοί τους γνώριμοι. Λένιν, Μάο και κείνος ο Τσε, άκου Τσε, στο χωριό μου έτσι μιλούσαμε στα ζώα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς άνθρωποι με τόσο μικρά ονόματα κάνουν κουμάντο σε τόσο μεγάλες χώρες και τόσες πολλές ψυχές. Στο χωριό μου, μια χεσά τόπο, οι κάτοικοι ήταν λίγοι, αλλά τα ονόματά τους σιδηρόδρομοι, Περιβολαρόπουλος και Παπαπαναγιώτου και δεν συμμαζεύεται.



Τα κορίτσια τα είχα πάρει από φόβο. Στο Χημείο ήταν ελάχιστα. Πέρασε πάνω από μήνας μέχρι να τύχει να κάτσω δίπλα σε μια τους στο αμφιθέατρο. Προσπάθησα να πιάσω και να κρατήσω μια κουβέντα γύρω από το μάθημα και τις δυσκολίες του, εκείνη όμως το γύρισε στο ενδυματολογικό. «Τι παπούτσια χωροφυλακίστικα είναι αυτά που φοράς βρε παιδί μου; Κι αυτό το πουλόβερ το χακί, λες και το ’πλεξαν στην κάλτσα του φαντάρου». Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι κακό έχουν τα χωροφυλακίστικα παπούτσια. Και το πουλόβερ το είχε πλέξει η μάνα μου κι ήταν μια χαρά, εκτός που είχε πιει στο πλύσιμο και με στένευε λίγο, αλλά με ζέσταινε κιόλας. Στο χωριό μου θα ήμουν μες στη μόδα.



Το Χημείο όπως και η Νομική ήταν ονόματα κτηρίων και τοπωνύμια και δεν είχαν να κάνουν με μία συγκεκριμένη σχολή ή επιστήμη. Και τα δύο στέγαζαν φοιτητές πολλών διαφορετικών τμημάτων. Και τα δύο δεν ήταν συμπαγή κτήρια με ενιαία αρχιτεκτονική και όψη, αλλά απαρτίζονταν από πολλά διαφορετικά υποκτήρια, προσθήκες διαφορετικών χρόνων, κομμάτια ετοιμόρροπα και κομμάτια καινούρια, αναπαλαιώσεις και τσόντες πάνω στο αρχικό κτίσμα που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με στενούς διαδρόμους και σκοτεινές στοές. Σ’ αυτό μου θύμιζαν και τα δύο την αρχιτεκτονική παράδοση στο χωριό μου, όπου ο καθένας μόλις έπιανε δυο δραχμές στα χέρια του έχτιζε μια κάμαρα ακόμα, ένα κουζινάκι, μια αποθήκη, ένα στάβλο, και ο πατέρας μου δεν αποτελούσε φυσικά εξαίρεση.

Είχαν όμως και διαφορές μεταξύ τους.  Το Χημείο ήταν το κέντρο των θετικών επιστημών και ήταν γεμάτο αγόρια, η Νομική ήταν το κέντρο των κλασικών σπουδών και ήταν γεμάτη κορίτσια. Ανάμεσά τους έτρεχε ασταμάτητα και τα χώριζε το ποτάμι της Ιπποκράτους, μονής κατεύθυνσης, που χυνόταν στην Ακαδημίας ακριβώς μπροστά στη φοιτητική λέσχη και στον κινηματογράφο Ίριδα. Οι του Χημείου διέσχιζαν πολλές φορές κατά ομάδες το ποτάμι ανηφορίζοντας,  για να παρακολουθήσουν μαθήματα στα αμφιθέατρα της Νομικής ή να ανταμώσουν κορίτσια. Οι της Νομικής σπάνια  διέσχιζαν το ποτάμι κατηφορίζοντας και μόνο κατά μόνας. Και όταν μια ομάδα ξεκίνησε κάποτε από τη Νομική και πήρε τον κατήφορο, προσπέρασε το Χημείο, σαν ποτάμι φούσκωσε και μάζεψε όλα τα ρυάκια στο δρόμο του και έφτασε στο Πολυτεχνείο όπου έγινε ο χαμός. 



Στο εστιατόριο της λέσχης και στο σινεμά μαζεύονταν αγόρια και κορίτσια από όλες τις σχολές και όλα τα τμήματα. Γινόταν πάντα μεγάλη φασαρία. Αντίθετα, στη βιβλιοθήκη της λέσχης υπήρχε ησυχία απόλυτη. Πήγα μερικές φορές, στις κενές ώρες ανάμεσα στα μαθήματα, για να διαβάσω μόνος μου και να τις γεμίσω να μην είναι κενές και άχρηστες, αλλά μόλις καθόμουν στην καρέκλα, το κεφάλι μου βάραινε, τα μάτια μου έκλειναν  και ο ύπνος, λες και φώλιαζε μέσα στα ράφια, πεταγόταν απ’ τις σελίδες σαν τις νυχτερίδες και με κυρίευε. Στο δωμάτιό μου διάβαζα καλύτερα. Έτσι σταμάτησα να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη. Πήγαινα όμως στο εστιατόριο και στο σινεμά, ανελλιπώς.

Στη βιβλιοθήκη δεν πήγαινα, αλλά μου άρεσε να χαζεύω στα βιβλιοπωλεία. Άλλα μαγαζιά δεν κοιτούσα. Η πραμάτεια τους και οι τιμές τους ήταν απλησίαστες. Στα βιβλιοπωλεία όμως μπορούσα να περνάω ώρες ξεφυλλίζοντας, χωρίς να με ενοχλεί κανείς. Και αραιά και πού να αγοράζω και κάνα βιβλίο. Μου φαίνονταν σαν σπηλιές του Αλή Μπαμπά γεμάτες θησαυρούς. Και σαν τους κλέφτες του, έπρεπε να ξέρεις κάποιο μαγικό σύνθημα, κάποιο σουσάμι άνοιξε, για να μπεις και να γίνεις αποδεκτός από το προσωπικό και το κοινό τους. «Αυτό το βιβλιοπωλείο είναι των τροτσκιστών, εκείνο των μαοϊκών, το άλλο των κουκουέδων, το παράλλο των αναρχοαυτόνομων, εκεί θα βρεις σπάνια βιβλία από δεύτερο χέρι», μου είπε ένας συμφοιτητής από μεγαλύτερο έτος πολύ  άνετος και ενημερωμένος, «και αν κατηφορίσεις προς το πολυτεχνείο, σε μια τρύπα θα βρεις όλη τη φυσική του Μπέρκλεϊ σε καλές τιμές». Υπήρχαν πολλές σπηλιές, κάθε μια με το δικό της σουσάμι. Σιγά σιγά έμαθα να αναγνωρίζω το σουσάμι της κάθε μιας, σαν άρωμα που έβγαινε από τα βιβλία στη βιτρίνα της.

Ο ίδιος ο συμφοιτητής συνέχισε το μάθημα γεωγραφίας. Εκεί μαζεύονται οι Κρητικοί, παρακάτω οι Ηπειρώτες, πιο πέρα οι Πελοποννήσιοι. Κι άλλες σπηλιές, παντού σπηλιές. Έτσι κατάλαβα ότι οι συμπατριώτες μου είχαν φτιάξει φωλιά στην πρωτεύουσα και πού να ψάξω να τους βρω. Μέχρι τότε πίστευα ότι ήμουν ο μόνος από τα μέρη μας στο λαβύρινθο. Γιατί το κέντρο του κέντρου είχε το σχήμα του λαβύρινθου. Δηλαδή λαβύρινθο δεν θα την έλεγες, μιλάμε για τρείς δρόμους Σόλωνος, Ακαδημίας και Ιπποκράτους, μέχρι την Κάνιγγος και την Πατησίων και μια στενή περιοχή γύρω τους, αλλά αν ήθελες να μπεις και να εξερευνήσεις τις σπηλιές της με τις στοές και τις διακλαδώσεις τους, τα στέκια σπηλιές, τα βιβλιοπωλεία σπηλιές, τα καφενεία σπηλιές, τους κινηματογράφους σπηλιές, τότε ναι, ήσουν χαμένος στο λαβύρινθο.

Μου άρεσε ένα ήσυχο βιβλιοπωλείο στην όχθη της Ιπποκράτους κοντά στις εκβολές της, στην καρδιά του κέντρου. Πελάτη σπάνια έβλεπες μέσα. Τα βιβλία στη  βιτρίνα του ήταν πολλών ειδών και θεμάτων, από επιστημονικά μέχρι λογοτεχνικά κι από πολιτικά μέχρι φιλοσοφικά, με άρωμα διακριτικό και χαμηλόφωνο. Διακριτικός κι ευγενικός ήταν κι ο ιδιοκτήτης του. Συνήθως καθόταν πίσω από το γραφείο του στο βάθος της σπηλιάς και διάβαζε κάποιο από τα βιβλία του. Σπάνια θα μου έλεγε λίγα λόγια για μια επιλογή μου. Πολύ διακριτικά, μόνο για να την επαινέσει και μόνο αν είχε διαβάσει το βιβλίο κι ο ίδιος. 



Μια μέρα βγαίνοντας έπεσα πάνω στον συμφοιτητή. «Καλά ρε, τι μπαίνεις εκεί μέσα, δεν ξέρεις ότι το παρακολουθεί η ασφάλεια;» Δεν το ήξερα, γιατί να το παρακολουθεί η ασφάλεια αυτό ειδικά, μέσα σε τόσες και τόσες σπηλιές. «Γιατί ο βιβλιοπώλης έχει ένα φάκελο ναααα… και μια καρδιά ακόμα μεγαλύτερη», είπε ο συμφοιτητής μου. Έτσι έμαθα για τον βιβλιοπώλη τη ζωή, τη δράση και την καρδιά του, τον βιβλιοπώλη και την Πράξη του. Και συνέχισα να πηγαίνω πού και πού στο βιβλιοπωλείο. Μόνο που τώρα τον κοίταζα με άλλο μάτι. Πιο διακριτικά και πιο επίμονα ταυτόχρονα, σαν να έψαχνα να βρω κάποιες απαντήσεις στο πρόσωπό του. Γιατί κι αυτός ένα χωριατόπαιδο ήταν, ένα χωριατόπαιδο που βρέθηκε στην πρωτεύουσα για σπουδές σε μιαν άλλη κατοχή.

Έτσι κύλησε το πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο, λίγη φυσική, λίγα μαθηματικά, λίγο σινεμά και πολλή γεωγραφία εξωσχολική. Τόσο που στις εξετάσεις του Ιουνίου δεν πέρασα ούτε ένα μάθημα. Το καλοκαίρι κάθισα στην Αθήνα για να διαβάσω και να βγάλω τα σπασμένα, στην εξεταστική περίοδο του Σεπτέμβρη. Έπιασα εποχική δουλειά σ’ ένα πολυκατάστημα για να ξαλαφρύνω λίγο τους γονείς μου που όσο κι αν προσπαθούσαν να το κρύψουν  είχαν κουραστεί κι είχαν αγανακτήσει. Πότε επιτέλους θα άρχιζα να τους δίνω αντί να τους ζητάω; Κι είχαν και την αδελφή μου που περίμενε και ζητούσε κι αυτή τα δικά της, και με το δίκιο της. Ούτε καν τους είπα τίποτα για το φιάσκο των εξετάσεων. Περίμενα να το καλύψω το Σεπτέμβρη κι ούτε γάτος ούτε ζημιά.

Οι σχολές είχαν κλείσει, οι φοιτητές είχαν σκορπίσει, οι χωριάτες στα χωριά τους και οι Αθηναίοι σε διακοπές, μέχρι και στο εξωτερικό έφτασαν κάποιοι τυχεροί. Η Αθήνα έκαιγε. Πιο πολύ κι απ’ τη ζέστη με τσουρούφλιζε η μοναξιά κι εκείνο το μάγκωμα. Ευτυχώς που υπήρχαν και τα θερινά τα σινεμά, με τη δροσιά, τ’ αγιόκλημα και τα γιασεμιά τους.

Το φθινόπωρο πέρασα κάποια μαθήματα. Όχι όλα. Ήμουν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Και απορώ γιατί το λέω έτσι, αφού αυτό τουλάχιστον το είχα μάθει καλά από το πρώτο έτος στο φυσικό, αφθαρσία δεν υπάρχει. Είναι που η γλώσσα σε παρασύρει όπου θέλει εκείνη. Και σε προδίνει.

Τότε άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για κατάργηση της τρίτης εξεταστικής περιόδου. Όποιος δεν κατάφερνε να καθαρίσει όλα τα μαθήματα στις δύο εξεταστικές θα έχανε το έτος. Πανικοβλήθηκα. Έβλεπα εφιάλτες. Βρικόλακες με τη μορφή της μάνας και του πατέρα μου με κυνηγούσαν για να μου πιουν το αίμα.

Τότε άρχισαν και πιο στενές επαφές ανάμεσα στους συμφοιτητές μου. Τα βλέμματα γίνονταν πιο ζεστά, τα λόγια πιο συγκεκριμένα και οι χειρονομίες πιο έντονες. Χαρτιά κυκλοφορούσαν που υπερασπίζονταν με πάθος το δικαίωμά μας στην τρίτη περίοδο, σε μια ελεύθερη χώρα, σε έναν ηλιόλουστο πλανήτη. Δεν είχα παρά να συνυπογράψω. Αλλά δίσταζα παρόλο που μ’ έκαιγε η τρίτη περίοδος. Δεν μ’ άφηνε το μάγκωμα. Και τα χωριάτικα ρητά, την υπογραφή σου και το πουλί σου να προσέχεις πού τα βάζεις και έξω απ’ το βρακί σου ας είναι κι αδελφή σου. Η ατμόσφαιρα εκτός από μάγκωμα όμως, μύριζε πια και κάτι άλλο. Κάτι ζυμωνόταν, κάτι έβραζε, κάτι που σε παράσερνε ήθελες δεν ήθελες, σαν τη γλώσσα.

Τότε ήταν που με πήρε κι η μάνα μου τηλέφωνο να μου πει ότι μάζεψαν τις ελιές στο λιοΐρι και μου στέλνει ένα κιούπι γεμάτο για να βγάλω το χειμώνα. Να πάω να το παραλάβω από το πρακτορείο των λεωφορείων. Και συνέχισε, «είναι και η Δημητρούλα, η κορη του παπά μας στην Αθήνα. Πέρασε στη φιλολογία. Κοίτα να το βρεις. Και να το βοηθήσεις, κορίτσι μόνο του,  άμα θέλει κάτι. Είναι σεμνό κορίτσι, σοβαρό και καλόκαρδο. Όχι σαν κάτι άλλες…» και τη φαντάστηκα να φτύνει στον κόρφο της. 

Ζήτημα να την είχα δει τρεις φορές τη Δημητρούλα.  Δεν είχα καμία όρεξη να κάνω τη νταντά και τον ξεναγό σ’ άλλο ένα βλαχαδερό, μου έφτανε ο εαυτός μου. Αλλά όταν μιλούσε η μάνα μου, δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

Έτσι ανηφόρισα για άλλη μια φορά στη Νομική και τη συνάντησα. Κι άρχισα τώρα εγώ τα μαθήματα γεωγραφίας. Την πήγα στο στέκι των συμπατριωτών μας. Και στον κινηματογράφο. Πήγαμε πολλές φορές στον κινηματογράφο. Μέσα στο σκοτάδι, δίπλα δίπλα, με τους ηθοποιούς να λένε και να κάνουν αυτά που θέλαμε να πούμε και να κάνουμε εμείς αλλά δεν βρίσκαμε τις λέξεις και τις κινήσεις, με τα χέρια  δεμένα σαν πεινασμένα ζώα έτοιμα να ορμήσουν, αλλά να μην μπορούν. Κι ήταν και κόρη παπά.

Πήγαμε βόλτες στα βιβλιοπωλεία, χαζεύοντας τις βιτρίνες, μπουρδελότσαρκες θα τις έλεγαν κάποιοι συμφοιτητές μου, μιλώντας με άλλες λέξεις στο στόμα, άλλες στο μυαλό, άλλες στην καρδιά, άλλες στα χέρια. Την πήγα και στο βιβλιοπωλείο της όχθης. Ήθελα να μου μεταφράσει το λατινικό ρητό που έβλεπα εκεί φαρδύ πλατύ όποτε πήγαινα, αλλά δεν είχα τολμήσει να ρωτήσω τι σημαίνει. Για να περάσει στη φιλολογία η Δημητρούλα, κάτι λίγα λατινικούλια έπρεπε να τα ξέρει. 

«Φοβού τον άνθρωπο του ενός βιβλίου», μου έκανε τη μετάφραση, όταν βγήκαμε έξω. Τι σήμαινε αυτό; Δεν έμοιαζε με σύνθημα, με τα συνθήματα που ήξερα, που όλα συμφωνούσαν μεταξύ τους, ένας είναι ο εχθρός, άλλο αν διαφωνούσαν στο ποιος ακριβώς, ο φασισμός, ο ιμπεριαλισμός, ο καπιταλισμός ή ο αναθεωρητισμός. Το συζητούσαμε με τη Δημητρούλα και προβληματιζόμασταν. Και είχαμε πολλές απορίες. Κι εγώ σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ταμπέλα για βιβλιοπωλείο, σαν αυτές που είχαν τα μπακάλικα, «ο πωλών τοις μετρητοίς και ο πωλών επί πιστώσει»,  γιατί αν όλοι δεν αγοράζουν παρά μόνον ένα βιβλίο τι θα γίνονταν οι βιβλιοπώλες, κλέφτες; Αλλά δεν το είπα, γιατί μου φάνηκε πολύ χωριάτικο. 

Ξαναπήγαμε στο βιβλιοπωλείο αναζητώντας ένα βιβλίο για το οποίο γινόταν πολύ κουβέντα, ότι ήταν πνευματώδες και μοντέρνο και απελευθερωμένο, ότι πιο αντίθετο από χωριάτικο δηλαδή. Όλα όσα θέλετε να μάθετε γύρω από το σεξ και φοβάστε να ρωτήσετε, το έλεγαν. Είχαμε δει και μια ταινία στο σινεμά, του Γούντι Άλεν, με τον ίδιο τίτλο περίπου, και ο Γούντι Άλεν ένα χωριατόπαιδο μας είχε φανεί, ένα αστείο κομπλεξικό χωριατόπαιδο και πολύ γελάσαμε μαζί του και μαζί μας, αλλά δεν μάθαμε τίποτα σχετικό με τον τίτλο.

Όταν πήγα στο γραφειάκι του να πληρώσω, ο βιβλιοπώλης σήκωσε το κεφάλι του από αυτό που διάβαζε και με κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια.  Κοίταξε και τη Δημητρούλα που έκανε ότι κοίταζε τα βιβλία στο ράφι λίγο παραδίπλα. Ποτέ δεν την είχα ξαναδεί τόσο κόκκινη. «Τι το θέλετε αυτό το βιβλίο;» είπε. Σκέφτηκα ότι διαφωνεί με την επιλογή μου για κάποιους αόριστους ιδεολογικούς ή ηθικούς λόγους και ταυτόχρονα πάει κόντρα στο «συφέρο» του και με ένα νεύμα του κεφαλιού  και μια δειλή χειρονομία του έδειξα την ταμπέλα του, τη δική του την ταμπέλα που διαφήμιζε τα πολλά βιβλία, όσο περισσότερα τόσο το καλύτερο. Εκείνος χαμογέλασε με τα μάτια, στρογγυλεύοντάς τα και με το στόμα επιμηκύνοντάς το. «Για κάποια πράγματα δεν χρειάζεται κανένα βιβλίο» είπε, «για τα πράγματα της ζωής. Ξέρουν τα κορμιά από μόνα τους. Είναι ένα δασάκι στην Καισαριανή, ό,τι πρέπει».

Είχα μείνει αποσβολωμένος και δεν τολμούσα να κοιτάξω την κόρη του παπά μας. Δεν ακούσαμε τις συμβουλές του. Πήραμε το βιβλίο, είχαμε εκτεθεί πολύ για να κάνουμε πίσω. Και δεν πήγαμε στο δασάκι της Καισαριανής. Το ίδιο βράδυ όμως δώσαμε ραντεβού στο άλσος του Πεδίου του Άρεως, σ’ ένα ερημικό παγκάκι. Μας έπεφτε πιο κοντά από την Καισαριανή. Και συνεχίσαμε τα μαθήματα γεωγραφίας, αλλά αυτή τη φορά με ιδιαίτερη έμφαση στα πράσινα σημεία, δασάκια πάρκα και αλσύλλια, που επειδή στο κέντρο του κέντρου ήταν ελάχιστα έως ανύπαρκτα, αρχίσαμε όλο και να ξεμακραίνουμε στα περίχωρα, μέχρι τη θάλασσα φτάσαμε. Όσο για εκείνο το βιβλίο δεν το ξεφύλλισα ποτέ και έτσι δεν μπορώ να πω τη γνώμη μου. Και όσο κι αν στύβω το κεφάλι μου δεν μπορώ να θυμηθώ τι απέγινε.

Μετά από χρόνια, Ιούλιο μήνα κάναμε διακοπές σ’ ένα Κυκλαδονήσι. Σε μια  έρημη παραλία απ’ αυτές που λες, αν ο Παράδεισος υπάρχει και είναι νησί, έτσι πρέπει να είναι οι ακτές του. Μόνο άλλο ένα ζευγάρι ήταν εκεί. Μια νέα κοπέλα κι ένας ηλικιωμένος άντρας. Ο άντρας έκανε γυμναστική. Μια περίεργη γυμναστική, κινέζικη, γιαπωνέζικη, δεν ξέρω τι, που έμοιαζε με προθέρμανση για μπαλέτο. Πότε σήκωνε το πόδι ψηλά πάνω από το κεφάλι κι έμενε εκεί, πότε λύγιζε το κορμί του και έσκυβε  και το περνούσε κάτω από τα πόδια του. Έπαιρνε στάσεις  που θύμιζαν πότε πουλί, πότε άγριο ζώο, πότε δέντρο. Είχα χαζέψει.


Η Δήμητρα με σκούντησε, «φιγούρες», είπε, «κάνει τη φιγούρα του στη νεαρή. Έτσι είναι, άμα θες φρέσκο κρέας ενώ εσύ παλιώνεις, πρέπει  να αποδεικνύεις ότι έχεις δόντια να το μασήσεις» και στα λόγια της υπήρχε κάτι σαν απειλή, και κάτι… χωριάτικο. Κοίταξα καλύτερα προς τα κει και αναγνώρισα τον βιβλιοπώλη, λουσμένο στο φως.  Την ίδια στιγμή τον αναγνώρισε και η Δήμητρα. «Για δες εκεί, ο βιβλιοπώλης μας», είπε. «Τι ωραίος άντρας! Και κρατιέται πολύ καλά για την ηλικία του. Φοβερή φόρμα. Δεν σου φαίνεται έτοιμος για την επόμενη Πράξη; Σαν έτοιμος από καιρό…» Η φωνή της είχε αλλάξει. Στα λόγια της τώρα ακουγόταν μια νοσταλγία σχεδόν οδυνηρή.


Ομολογώ ότι ζήλεψα πολύ. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι άφησα τη θαλασσινή αύρα να καθαρίσει τα πνευμόνια μου, από κάθε τι χωριάτικο. Σκέφτηκα να πάω να τον χαιρετίσω, να υποβάλω τα σέβη μου, αλλά δεν το έκανα, το θεώρησα ιεροσυλία Εξάλλου πάει καιρός που ξέρω καλά ότι δεν υπάρχουν αισθήματα και ιδέες και χαρακτήρες αποκλειστικότητες του χωριού ή της πόλης. Όλοι για έναν και ένας για όλους που έλεγαν και οι τρεις σωματοφύλακες. Έμεινα στη θέση μου να κοιτάω και να απολαμβάνω. Έμεινε μόνο ο σεβασμός και… η αγάπη.

Ήρθε κι ο μεγάλος  κι έπεσε στην αγκαλιά μου κι άρπαξε με τα χέρια του τα μάγουλά μου κι έστρεψε το κεφάλι μου κατά κει, όπως κάνει συνήθως όταν θέλει να προσέξω κάτι που του έκανε αυτού εντύπωση. «Κοίτα», είπε, «αυτός ο γέρος χορεύει». Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου. «Πάντα χόρευε. Και δεν είναι γέρος, είναι ο… εαυτός του».

Ήθελα να του πω κι άλλα, μια ιστορία για μια σημαία και μια άλλη σημαία, τι σήμαινε η μια και τι σήμαινε η άλλη, αλλά αυτός είχε φύγει κιόλας από την αγκαλιά μου και έτρεχε στον αδελφό του. Έπαιζαν βαρελάκια στην άμμο. Κυλιόντουσαν στην άμμο  μέχρι που οι κόκκοι της, σαν το σουσάμι, κάλυπταν κάθε πόρο στα κορμιά τους και τα έκαναν να μοιάζουν με πήλινα και κουτρουβαλώντας έπεφταν στη θάλασσα όπου ξεπλένονταν και τίναζαν από πάνω τους το σουσάμι,  βγάζοντας κραυγές θριάμβου. Η μάνα τους τούς φώναζε «βάλτε τα καπέλα σας, θα σας κάψει ο ήλιος».

Χώμα, νερό και φωτιά. Και φως, πολύ φως. Τα υλικά της δημιουργίας ήταν εκεί μπροστά μας. Οι Ίωνες, οι πρώτοι φυσικοί φιλόσοφοι δεν χρειάστηκαν τίποτα άλλο για να δημιουργήσουν τον κόσμο. Γιατί οι δικές τους σκέψεις ήταν πράξεις δημιουργίας. Χώμα νερό και φωτιά και δίπλα ο άνθρωπος των πολλών βιβλίων, ή του κανενός βιβλίου, όταν πρόκειται για τα ζητήματα της  ζωής. Μ’ αυτά και μόνο φτιάχνεται ο κόσμος κι ο άνθρωπος.

Είπα να τους φωνάξω και να τους μιλήσω για τους Ίωνες. Να τους μιλήσω και για τον βιβλιοπώλη των πολλών βιβλίων και της Πράξης και για το πώς σχετίζεται κατά κάποιον τρόπο με την ύπαρξή τους, δεν το έκανα όμως. Το θεώρησα ιεροσυλία να τους διακόψω την ώρα που πιάναν τη ζωή με τα χέρια τους και με όλους τους πόρους του κορμιού τους.

Αντί γι αυτό γύρισα στη Δήμητρα. «Αλήθεια, εκείνο το βιβλίο υπάρχει ακόμα; Ξέρεις πού βρίσκεται; Εσύ τουλάχιστον το διάβασες; Έμαθες τίποτα;». Η Δήμητρα έβαλε τα γέλια. Άρχισε να γελάει με κείνο το γέλιο της, το τόσο… Που έδιωχνε το μάγκωμα. Μ’ εκείνο το γέλιο της που με έκανε να την αγαπήσω.

ΥΓ1. Τον καιρό της δικτατορίας ο Μανόλης Γλέζος είχε ένα βιβλιοπωλείο επί της Ιπποκράτους, κοντά στην Ακαδημίας.
ΥΓ2. Το διήγημα αυτό είναι μέρος μιας ανέκδοτης συλλογής διηγημάτων με τίτλο «Βιβλιοθήκες».


Η Αρετή Πάνου γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στο Γραμματικό. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε πολλά χρόνια στη Διεύθυνση Πληροφορικής της Αγροτικής Τράπεζας, που δεν υπάρχει πια.  Από τη φύση της αναγνώστης, πέρασε στο γράψιμο από αγάπη. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων: «Μήτρα με αγκάθια» (εκδόσεις Λαγουδέρα, 2010) και «Κωμικοτραγική» (εκδόσεις Carpe Librum). 


         

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Κωνσταντίνος Μ. Σκηνιώτης ΜΠΡΑΛΟΣ – ΓΛΟΥΝΙΣΤΑ Το τρένο της Ζωής


Κωνσταντίνος Μ. Σκηνιώτης


ΜΠΡΑΛΟΣ – ΓΛΟΥΝΙΣΤΑ


Το τρένο της Ζωής







[Το διήγηµα αυτό είναι βασισµένο σε µια αληθινή ιστορία που µας διηγήθηκε πολλές φορές ο πατέρας µας Μάνθος Σκηνιώτης, σε µένα και τον αδελφό µου Γιώργο, και κάθε φορά που µας έλεγε αυτό το αληθινό περιστατικό είχε την ίδια συγκίνηση.

Το διήγηµα λοιπόν αυτό είναι ένας µικρός φόρος τιµής προς τον πατέρα µας.] 






Tο ηµερολόγιο έγραφε 1 Ιουλίου 2019 και δεν χρειάστηκε ρολόι για να ξυπνήσω. Πριν καν χτυπήσει ήµουν όρθιος στην κουζίνα, στην οποία πέρναγα τις περισσότερες ώρες µε τη γυναίκα µου όσο εκείνη ζούσε. Έφτιαξα έναν µέτριο ελληνικό καφέ. Τον ήπια, έπλυνα προσεκτικά το φλιτζάνι, το τακτοποίησα, έβαλα το σακάκι µου και ήµουν έτοιµος. Στη ζωή πρέπει να είσαι πάντα έτοιµος για τις µεγάλες στιγµές και τις µεγάλες συναντήσεις.

Το ταξίδι αυτό στη Γλούνιστα το σκεπτόµουν χρόνια. Έριξα µια γρήγορη µατιά για να βεβαιωθώ ότι τα είχα αφήσει όλα σε τάξη, έκλεισα πίσω µου την πόρτα, κλείδωσα και κατέβηκα. Η ώρα ήταν ακριβώς 2 µετά τα µεσάνυχτα. Σε λίγα λεπτά ήµουν µέσα σε ένα ταξί και κατευθυνόµουν στο Ρουφ, στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, για να πάρω το τρένο για τον Μπράλο.

Έβγαλα το εισιτήριο και κάθισα στην αποβάθρα. Περίµενα υποµονετικά το τρένο 1202 για το ταξίδι µου που θα ξεκίναγε ώρα 04.56 το πρωί. Παρατηρούσα τους ανθρώπους που έφθαναν σιγά σιγά. Άνδρες, γυναίκες κάθε ηλικίας. Άνθρωποι της δουλειάς από διαφορετικές εθνικότητες και πατρίδες. Το τρένο έχει αυτή τη δύναµη, σκέφτηκα. Ταξιδεύει ανθρώπους, διαφορετικού φύλου, θρησκείας, εθνότητας και χρώµατος. Χωρίς διακρίσεις, ειρηνικά τους µεταφέρει από τόπο σε τόπο.

Η ώρα έφτασε, ανέβηκα, πήρα τη θέση µου και σε δέκα λεπτά το τρένο ξεκίνησε την πορεία του. Είχε αρχίσει να ξηµερώνει παρότι ακόµη υπήρχαν αναµµένα φώτα στις γειτονιές. Ο κόσµος έχει αλλάξει από τότε, σκέφτηκα, αλλά πώς να ήταν αλλιώς, άλλωστε έχουν περάσει εβδοµήντα δύο χρόνια από τότε.

«Το εισιτήριό σας», διέκοψε τις σκέψεις µου ένας ευγενικός υπάλληλος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ που έκανε τον έλεγχο.

«Ορίστε, παιδί µου» του είπα και έτεινα το χέρι µου.

«Πού πηγαίνετε;» µε ρώτησε ευγενικά, καθώς περνούσε το εισιτήριο από µια ηλεκτρονική συσκευή.




«Πηγαίνω σχεδόν στο τέλος της διαδροµής» του είπα. «Θα κατέβω στον Μπράλο και από εκεί θα πάω στη Γλούνιστα, για να εκπληρώσω µια παλιά επιθυµία, ένα αναγκαίο τάµα». 


Βυθίστηκα ξανά στις σκέψεις µου. Τα παιδιά µου, σκέφθηκα, θα ανησυχήσουν για µένα, αλλά είµαι βέβαιος ότι θα καταλάβουν πολύ καλά την ανάγκη µου.

Το τρένο περνούσε µπροστά από το περίφηµο «Οκτώ», στην Κωνσταντινουπόλεως και Δυρραχίου. Κοίταξα αριστερά στο βάθος· ο λόφος του Σκουζέ που παίζαµε παιδιά, καθώς η εφιαλτική Κατοχή και ο πόλεµος είχαν εισβάλει ήδη στα σπίτια όλων. Λίγο πιο κάτω αριστερά, ο Κολωνός, εκεί που µεγαλώσαµε µαζί µε τη χήρα µάνα µου, τη Θοδώρα. Η µάνα µου, η µανούλα µου! Πόσες φορές  τη σκέφθηκα αυτά τα χρόνια,  πόσες φορές ένιωσα την απουσία της… Η αδελφή µου, κι η άλλη, η µικρή µου αδελφή, που χάθηκε από φυµατίωση στην Κατοχή… Καταραµένος πόλεµος.

Το τρένο πήγαινε γοργά στην ευθεία του, κάνοντας στάση στους Αγίους Αναργύρους. Πόσες φορές παίξαµε εδώ, πόσες διαδηλώσεις είδα να ξεκινάνε από εδώ! Στα Δεκεµβριανά, µετά στον εµφύλιο, στα Ιουλιανά… Σαν να βλέπω µπροστά µου το πλήθος του κόσµου να µαζεύεται και να κατεβαίνει προς το κέντρο της Αθήνας.

Έκλεισα τα µάτια µου και προσπάθησα να θυµηθώ κάτι καλό. Σαν αστραπή πέρασαν από µπροστά µου η γυναίκα µου, η µέρα που παντρευτήκαµε, η γέννηση των παιδιών µου.  Ενενήντα χρόνια, µεγάλη διαδροµή γεµάτη µάχες, µικρές νίκες, ήττες, δάκρυα αλλά και χαρές. Ο χρόνος κυλάει γοργά. Το τρένο έφθασε κιόλας στη Θήβα.

Έριξα µια µατιά έξω. Πόσο έχει αλλάξει ο σταθµός! Καµία σχέση µε εκείνον τον σταθµό που έβλεπα όταν κατέβαινα µε τα παιδιά µου, κάπου στο 1990, όπου σε ολόκληρο το νοµό οι εργαζόµενοι έδιναν µεγάλες µάχες για να κρατήσουν τα εργοστάσιά τους και τις δουλειές τους. Λίγο πιο πάνω ο Συνοικισµός, εκεί που βρήκαν καταφύγιο χιλιάδες άνθρωποι που το 1922 ξεριζώθηκαν και υποχρεώθηκαν στην αναζήτηση µιας νέας πατρίδας.

Ταχύτητα, αυτό είναι το εύρηµα της εποχής. Ταχύτητα για το τρένο, που καταπίνει τα χιλιόµετρα. Ταχύτητα για την επικοινωνία, που καταπίνει το συναίσθηµα. Ταχύτητα για να φθάσουµε στο τέλος κάθε διαδροµής. 




Πριν καν το καταλάβω, έχουµε φθάσει στην Αµφίκλεια, το πρώην Δαδί, εδώ όπου αδελφός σκότωσε τον αδελφό, εδώ όπου έγινε η περίφηµη όπως την ονοµάζουν µάχη στον εµφύλιο σπαραγµό. Τι κρίµα… Γιατί φθάσαµε, τότε, ως εκεί; Τι κρίµα… Γιατί αυτή η περήφανη και όµορφη πατρίδα τυλίχθηκε τότε στο αίµα και στο µαύρο;

Ξεκινάµε, περνάµε τη Λιλαία και σε λίγο στάση στον Μπράλο. Κατεβαίνω, έχω φθάσει πολύ κοντά στο τέρµα της διαδροµής µου.

Θυµάµαι τα ατέλειωτα ταξίδια µε τη γυναίκα µου, την εποχή που πασχίζαµε να µεγαλώσουµε τα παιδιά µας. Πόσες φορές περάσαµε από το χιονισµένο Μπράλο, πόσες φορές σταµατήσαµε στα πανδοχεία και τα χάνια του για να πιούµε έναν καφέ ή να φάµε λίγο φαγητό…

Σταµατώ µια νεαρή για τα δικά µου χρόνια κυρία.

«Με συγχωρείτε, γνωρίζετε πώς µπορώ να φθάσω στη Γλούνιστα»;

«Τη Γλούνιστα;» µε ρωτάει µε απορηµένο ύφος.

«Μάλιστα, σήµερα νοµίζω τη λένε Δρυµαία» της λέω.

«Α! ναι, κατάλαβα. Αν θέλετε να πάτε γρήγορα, µπορείτε να πάρετε τον κύριο που είναι σταµατηµένος εκεί. Είναι κάτι σαν το ταξί µας» µου είπε γελώντας και έδειξε απέναντι.

«Ευχαριστώ, παιδί µου» της είπα και προχώρησα.

Μπήκα στο αυτοκίνητο.

«Μπορείτε να µε πάτε στη Γλούνιστα; Συγγνώµη, στη Δρυµαία ήθελα να πω» ρώτησα τον άνθρωπο που καθόταν δίπλα µου.

«Φύγαµε κύριε, δεν θα αργήσουµε να φτάσουµε» µου είπε.

Έκλεισα τα µάτια µου και µια οµίχλη σαν να κατέκλυσε το µυαλό µου και στα αυτιά µου αντήχησε η βροντερή φωνή του. 

«Εσείς οι δυο, εσύ, Μάνθο και ο φίλος σου ο Νίκος, θα πάτε εµπροσθοφυλακή στο χωριό που βλέπετε µπροστά. Είναι η Γλούνιστα και ακούσαµε ότι το βράδυ ήταν εδώ αντάρτες» είπε ο λοχαγός.

Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο άρνησης. Άλλωστε, µας είχαν επιτάξει µε τη βία, αµούστακα παιδιά, για να υπηρετήσουµε σε έναν πόλεµο που η ιστορία τον κατέγραφε πάντα και θα συνεχίσει να τον καταγράφει ως τον χειρότερο πόλεµο: Τον εµφύλιο. Ήταν το 1947 όταν βρέθηκα στο Καλλίδροµο, να πρέπει να πολεµήσω για τη ζωή µου, χωρίς στ’ αλήθεια να γνωρίζω γιατί.

Κατεβαίνουµε την πλαγιά και µπαίνουµε στην είσοδο του χωριού. Στο πρώτο σπίτι αριστερά, κτυπάω την πόρτα και ανοίγει ένας γέροντας. Έχουµε βγάλει τα καπέλα µας.

«Καληµέρα» του λέµε.

Μεριάζει και µπαίνουµε στο σπίτι· απέναντι κάθεται η γερόντισσά του. Πριν καν προλάβουµε να του µιλήσουµε, ο γέροντας µας λέει:

«Παιδιά µου, πώς µείνατε πίσω; Οι άλλοι έφυγαν ξηµερώµατα γιατί µάθαµε ότι φθάνει ο στρατός. Πώς µείνατε πίσω;»

«Παππού», του απευθύνοµαι εγώ κοιτώντας στα µάτια το φίλο µου το Νίκο για να µην µιλήσει. «Μην ανησυχείς, θα τα βολέψουµε. Έχεις κανένα αυγουλάκι και λίγο τυρί για να φάµε;»

Η γερόντισσα σηκώνεται αµέσως, παίρνει από το τραπέζι της αυγά που είχε βρασµένα, βάζει πάνω στο τραπέζι τυρί και ψωµί.

«Φάτε, παιδιά µου, να στυλωθείτε» µας λέει.

«Πώς µείνατε πίσω;» ρωτάει ο γέροντας.

«Τι να κάνουµε παππού µου, µείναµε» του λέω ξανά.

«Ο γιος µου ήταν εδώ, αλλά όλοι µαζί έφυγαν το πρωί για την άλλη πλευρά του βουνού».

Ανάµεσα σε σιωπές και µατιές, η ώρα έχει περάσει. Ξάφνου, από το παράθυρο φαίνεται η διµοιρία να κατεβαίνει. Ο γέρος πετάγεται σαν να τον κτύπησε ηλεκτρικό ρεύµα.

«Πω πω, τι θα κάνω  τώρα; Έρχονται!» µας λέει και τρέχει έντροµος να ανοίξει µια καταπακτή.

Τον κοιτάω στα µάτια. Βγάζω το καπέλο και το φορώ. Το ίδιο και ο φίλος µου.

«Παππού, µη φοβάσαι, είµαστε στρατιώτες, αλλά µη φοβάσαι, δεν πρόκειται να σε πειράξει κανείς».

Το πρόσωπο του γέροντα και της γερόντισσας ασπρίζει, κάνουν και οι δυο ένα βήµα πίσω, λες και είναι έτοιµοι να σωριαστούν.

Οι άλλοι έχουν σχεδόν φθάσει.

«Νίκο, εσύ προχώρα στο επόµενο σπίτι και εγώ µένω στην πόρτα» του λέω.

Γυρίζω, κοιτάζω τον γέροντα και τη γερόντισσα.

«Καθίστε ήρεµοι και µη φοβάστε».

Ο λοχαγός έχει φθάσει ήδη λίγα µέτρα µπροστά µου.

«Τι έγινε; Όλα καλά;» µε ρωτάει.

«Όλα καλά και καθαρά» του λέω, «µπορείτε να προχωρήσετε».

Περνάνε από µπροστά µου, κατεβαίνω και πηγαίνω προς το µέρος τους. Γυρίζω και κοιτάω τον γέροντα που είναι στο παράθυρο. Του κλείνω το µάτι και εκείνος βάζει το δεξί του χέρι στην καρδιά και µου δίνει ένα σήµα ευχαριστίας.

«Κύριε, φθάσαµε» ακούω ξαφνικά µια φωνή που µε βγάζει από τη σκέψη ή ίσως το όνειρο στο οποίο είχα βυθιστεί.




Πληρώνω και κατεβαίνω.

«Να σας περιµένω;» µε ρωτάει ο άνθρωπος από το αυτοκίνητο.

«Δεν νοµίζω» του απαντάω. «Δεν νοµίζω ότι έχω χρόνο επιστροφής».

Ρίχνω µια µατιά µπροστά µου: η είσοδος του χωριού. Μου φαίνεται σαν να µην έχει περάσει ούτε µια µέρα. Κάνω µερικά βήµατα. Μπροστά µου εκείνο το σπίτι. Ξεπροβάλλει ένας άνδρας. Πρέπει να είναι στην ηλικία µου. Με πλησιάζει, στέκεται και µε κοιτάει.

«Ήρθες, λοιπόν» µου λέει, «εσύ είσαι».


«Εσύ, ποιος είσαι;» τον ρωτάω. «Μη µου πεις ότι είσαι ο γιος τους;»

«Ναι, εγώ είµαι. Μου είχαν πει. Μου είχαν διηγηθεί. Σε γνώρισα αµέσως από τα µάτια. Περίµενα ότι κάποια στιγµή θα έρθεις».

«Περίµενα κι εγώ να έρθω» του λέω.

Πέφτουµε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίµε.

«Δεν υπήρχε λόγος για όλα αυτά που έγιναν τότε» ψιθυρίζω.

«Δεν υπήρχε λόγος» απαντάει, «αλλά τι να πούµε τώρα; Μέσα σε όλον αυτόν τον ορυµαγδό όµως, καταφέραµε να µείνουµε άνθρωποι».

Μένουµε αµίλητοι, αγκαλιαζόµαστε ώµο µε ώµο και ανηφορίζουµε προς τη νότια πλευρά του Καλλίδροµου.

Το τάµα εκπληρώθηκε. Η µεγάλη συνάντηση έγινε. Το τρένο µας έφθασε στο τέλος της διαδροµής του…  


Σεπτέµβριος 2019


Το διήγηµα αυτό διακρίθηκε στο Διαγωνισµό του Συλλόγου Καστελιωτών µε θέµα, Το τρένο, του οποίου τα αποτελέσµατα ανακοινώθηκαν την 20 Μαρτίου 2020.




Το «μαύρο» στον φωταγωγό του Κώστα Μοναστήρα (μαζί με μια φωτογραφία του Bruce Davidson)


                               Το «μαύρο» στον φωταγωγό



του Κώστα Μοναστήρα

(μαζί με μια φωτογραφία του Bruce Davidson)


  



Το παράθυρο της νοικιασμένης του κουζίνας  έβλεπε στον φωταγωγό. Στο ημιυπόγειο αυτός· ακόμα και τις μέρες του καλοκαιριού το φως ήταν λίγο “μαύρο”, “αδύνατο”, αφού το πιότερο το έκλεβαν οι οχτώ παραπάνω όροφοι, σε αυτόν έφταναν κάτι ελάχιστα (ποσ)οστά φωτός. Μα δεν τον ένοιαζε, η πόρτα του τον ανέβαζε στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας, εκεί που όλο και κάποιο σεντόνι κατέβαινε από τα ψηλά, εκεί που όλο και κάποια “αεροπλανεμένη” μπλούζα, διωγμένη από τα σκοινιά του μπαλκονιού της, προσγειωνόταν στον ακάλυπτό του. Αυτός πάταγε τα κουδούνια και έψαχνε τον ιδιοκτήτη του σεντονιού, τον ιδιοκτήτη της μπλούζας˙ δεν τα άφηνε στην είσοδο.  

   Τον χειμώνα το φως ήταν ακόμα πιο αδύναμο, σα σήμερα που τηγάνιζε το κρέας, και έμπαινε η μυρωδιά σε όλο το σπίτι, και έβγαινε η μυρωδιά στα ουράνια. Ο απέναντι τοίχος του φωταγωγού είχε γίνει μαύρος με τα χρόνια . Τον παρατηρούσε που μαύριζε. Αράχνες είχανε στήσει τους ιστούς τους, σκότωνε ό,τι πέταγε και τους το έδινε. Αυτά τα αθόρυβα τα καταβρόχθιζαν τα σκοτωμένα πετούμενα σε πλήρη ησυχία. Δεν τον ενοχλούσαν, τα ετάιζε, δεν μπαίνανε στο ημιυπόγειο, γιατί άλλωστε; Η θροφή ερχότανε πολύ τακτικά από το δικό του χέρι, το σέβονταν.

   Τετάρτη μεσημέρι σήμερα, έξω το κρύο πολύ, από το πρωί νιφάδες στρώνανε τη γη, καλύπτανε τη μυρωδιά της. Η τσίκνα ταξίδευε από τον φωταγωγό, είχε ανοίξει την πόρτα του και γινόταν ρεύμα˙ τσικνοαγωγός, σκέφτηκε αυτός και γέλασε. Είχε βρει τη δικιά του λέξη. Φλαπ, φλαπ, φλαπ, δυνατό… κι ένα φως μαύρο που πέφτει (κοπήκανε οι ιστοί, τρέχανε οι αράχνες, κάτι βαρύ πετούμενο είχε συρθεί κοντά τους).

   Φτερά να χτυπάνε δεξιά κι αριστερά, ένα κοράκι (ας μην ήταν του Έντγκαρ…) ξεγελασμένο από την πείνα του, είχε ορμήξει στο σκότος και στον κλειστό χώρο.

   Πήρε το μπουρνούζι του και το τύλιξε, ένα τρελαμένο κοράκι είχε εισβάλει στον φωταγωγό…Τι χαζά που είναι! Τα οδηγεί μόνο η μυρωδιά…Ευτυχώς δεν είχε χτυπηθεί αρκετά. Το έβγαλε στον ακάλυπτο, χαμένο για λίγο ήταν, πανικόβλητο. Μετά πέταξε, η ιστορία λέγει πως ήταν τόσο δυνατό το πέταγμά του που στέγνωσαν όλα τα απλωμένα ρούχα, κι ας είχε υγρασία, μονομιάς.

   Μετά αυτός έκλεισε το παράθυρο, κι έφαγε όλα του τηγανιού. Άλλος πετάει, άλλος χορταίνει…αλλά έτσι είναι η ιστορία. Οι αράχνες ξαναγύρισαν, το κοράκι ποτέ…, άλλωστε θα τους έπεσε βαρύ…



Κώστας Μοναστήρας

   

   

Ερωτήσεις και απαντήσεις του Μάνθου Σκηνιώτη


Ερωτήσεις και απαντήσεις

του Μάνθου Σκηνιώτη




«Είσαι έτοιµος να φύγεις;

Το ταξίδι τελειώνει.

Έκλεψες, ατίµασες, ρουφιάνεψες;»

«Όχι, όχι!»

«Έδωσες;»

«Ναι, πολλά!

Αγάπησα τον άνθρωπο που άξιζε

δεν αγάπησα ψεύτες, διπρόσωπους και κόλακες

περπάτησα σε δύσβατα µονοπάτια

έχω δυο πολύ καλά παιδιά – η περιουσία µου!

Θα έλθω µε καθαρή συνείδηση εκεί.

Το ήξερα· για να γλιτώσω

από τις µικρότητες αυτού του κόσµου

έπρεπε να ζω και να αγωνίζοµαι για να επιβιώσω».

Φεύγω ήσυχος, το τρένο σφυρίζει, φθάνει στο σταθµό

ο σταθµάρχης µάς περιµένει:

«Αυτοί από εδώ, οι άλλοι από εκεί

προχωρήστε χωριστά, δεν υπάρχει επιστροφή»



Το ποίηµα είναι από τη Συλλογή «Η γέρικη βελανιδιά - Διαρκής Αγώνας» του Μάνθου Σκηνιώτη.


Χρίστος Ρ. Τσιαήλης Ένα μικροδιήγημα και ένα ποίημα (μαζί με τρεις φωτογραφίες του Alan Scaller)


Χρίστος Ρ. Τσιαήλης
Ένα μικροδιήγημα και ένα ποίημα
(μαζί με τρεις φωτογραφίες του Alan Scaller)



Το κτίσιμο της ευμάρειας



Όταν γεννήθηκε ο Μπεν στο σπίτι του στη Νυρεμβέργη ήταν όλοι στο σπίτι. Τους κοίταξε με περιέργεια. Έλουζαν τα χέρια αδιάκοπα και με νευρικότητα, με ένα υγρό που μύριζε απαίσια. Ήταν συνεχώς τα βλέμματά τους καρφωμένα στην τηλεόραση. Δεν τον κοίταζαν, δεν τον έπιαναν στα χέρια. Δεν έκαναν χαζές γκριμάτσες και δεν κούναγαν παλάμες γύρω από το κρεβατάκι του στη γωνιά κοντά στο μπαλκόνι. Γύρισε το κεφάλι του. Η κουρτίνα τραβηγμένη. Τριγύρω στο σαλόνι, στα τραπέζια και στις καρέκλες στοιβαγμένα κουτιά ξηράς τροφής, άφθονο χαρτί υγείας σε πακέτα, μπουκάλες νερό συσκευασμένες ως το ταβάνι. Δυο πιο νεαρά άτομα κράταγαν στο χέρι μικρές οθόνες. Μια γιαγιά καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα, ορθωμένο περιμετρικά της νάιλον με βέργες. Μια κυρία περπατούσε αργά, σκυμμένη σαν να πόναγε, κράταγε την κοιλιά της, φόραγε νυχτικιά. Ήταν αμήχανη, έδειχνε να είχε τη διάθεση να τσακωθεί με τον άντρα που έριχνε τα ψίχουλα από το ψωμί στο χαλί, μα μετάνιωνε. Μετά πήγαινε προς τους δύο εφήβους να καθίσει μαζί τους -- αυτοί άλλαζαν καρέκλα. Γιατί την απέφευγαν; Ο ένας έφυγε προς ένα άλλο δωμάτιο. Πριν αγγίξει το πόμολο καθάρισε πάλι με υγρό από ένα μικρό σπρέι τα χέρια του.



Ο νεογέννητος Μπεν, κουρασμένος, έκλεισε τα μάτια. Μα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Προσποιήθηκε για λίγο για να ακούσει προσεχτικά τι έλεγαν. Σιγά σιγά άρχισε να ξεχωρίζει τις συλλαβές που όλοι επαναλάμβαναν σε διάφορα δωμάτια στο σπίτι, από τα στόματα όλων. Δεν συζητούσαν, ο καθένας έλεγε κάθε μερικά λεπτά κάτι από μόνος του. Ήταν παράξενες συλλαβές, καθαρές αλλά συνεχώς οι ίδιες. "κορ", "νεκρ" "κρους" "νο", "ματ", "θαν", "μετρ", "προστ" "προσχ!" με ένταση αυτό το τελευταίο. Και ήταν και αριθμοί. Μεγάλοι αριθμοί. Δεν προλάβαινε να απορροφήσει τον ένα κι ερχόταν άλλος, συνόδευαν μικρές κραυγές απελπισίας. Πήρε να προσθέσει κι ο ίδιος δειλά ένα "ουά", μα ένα τεράστιο χέρι του έκλεισε το στόμα και δυο γουρλωμένα μάτια τον κάρφωσαν για πολλή ώρα. Δεν τον άφηναν να κοιτάξει αλλού. Τον κοίταζαν στα μάτια με ένταση που δεν έμοιαζε ούτε με μίσος, ούτε με τρόμο. Ήταν μια ένταση σχεδόν διδασκαλική. Σαν ένα πρώτο μάθημα. Σε μερικά χρόνια ο Μπεν θα ξέχναγε τη μέρα εκείνη, θα ξέχναγε και τη μορφή της κυρίας που περπάταγε αργά, θα ξέχναγε τη γριά στην κουνιστή πολυθρόνα, δεν θα ξανάβλεπε τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του -- το μόνο που θα απέμενε ανεξίτηλο στη μνήμη είναι ο ήχος των συλλαβών και η πίεση του χεριού στο στόμα.



Χρίστος Ρ. Τσιαήλης





Η επιβεβαίωση του περάσματος 

Τα μονοπάτια απάτητα αναμένουν

τα βήματα τα ταχτικά, τα μετρημένα

κι εκείνα τα άλλα τα ανέμελα

που μπαίνανε και βγαίναν τα πρωινά

και τα απογεύματα κρυφά κι αργά

κάποτε κοντοστέκονταν

κάποτε χώμα κλωτσούσαν στα άγρια παρτέρια.



Σαν μονοπάτια που είναι

θα περίμενες να σωπάσουν

ωσότου ξανάρθεις

για ν’ ακουστεί

κάτω σε αυτούς που περιμένουν

η επιβεβαίωση του περάσματός σου,

μα και που λείπεις

πάλι μιλούν,

ακούς τις φωνές τους σαν κρύβεσαι μέσα

το ξέρεις πως νιώθουν το βλέμμα σου

κι αν τ’ αποστρέφεις συχνά,

-αναπολείς-

σαν πέρναγες βιαστικός, τότε,

ένα λουλούδι κάποτε έπεφτ’

εκεί να λειώσει - νωπή τη σάρκα του

πώς τραβούσαν οι ρωγμές.




Μήνες σ’ αυτή την προσμονή

ο θρήνος των μονοπατιών δυνάμωσε,

ακούς απ’ την κουζίνα,

ακούς απ’ τη βεράντα πίσω

ακούς την ώρα που κοιμάσαι.

Διασταυρώνονται σ’ όλες τις κατευθύνσεις

σβήνουν στο βάθος πίσω απ’ τα βουνά,

κάποτε οδηγούν στη θάλασσα,

κι όταν δεν ακούς, να θυμηθείς πασκίζεις

τον χάρτη της περιπλάνησής σου.



Τα μονοπάτια δεν θα χαριστούν.

Θα περιμένουν τα βαριά σου βήματα

δειλά πια όταν ξανά θε να τα συναντήσουν

για να σε οδηγήσουνε σε μιας μορφής ελευθερία

όπως την είχες φανταστεί

κι όταν θα επιστρέφεις

ο στοιβαγμένος κονιορτός δύσκολα θα παραμερίζει.




Ο συγγραφέας Χρίστος Ρ. Τσιαήλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι καθηγητής Αγγλικών. Ποιήματα και πεζογραφήματά του στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα έχουν εμφανιστεί σε συλλογές, λογοτεχνικά περιοδικά, και σε ανθολογίες μετά από διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το διήγημά του "Το φρούτο" διακρίθηκε στον διαγωνισμό 'Φαντασμαγορία 2017' και εμφανίζεται στην ανθολογία "Το Έπος Του Φανταστικού" από τις εκδόσεις "i-write".
Έχει εκδώσει μία συλλογή με πεζογραφήματα ("Throwing Diceona Chessboard", 2010) και μια ποιητική συλλογή ("The Green Divorce", 2012), και τα δύο με τον εκδοτικό οίκο Authorhouse. Τον Απρίλιο του 2016 με τις εκδόσεις Αρμίδα έχει εκδώσει το "Klotho Surfaces", το πρώτο μυθιστόρημα από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας - The Omniconstants Trilogy. Πρόσφατο έργο του η συλλογή διηγημάτων «Ψωμί», Γκοβόστης 2017.
Ο συγγραφέας είναι ενεργός μαραθωνοδρόμος και τριαθλητής.