Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

"Το δάχτυλο στο στόμα" της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη










"Το δάχτυλο στο στόμα"


της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη






Ξυπνά απ' τ' άγρια χαράματα. Σηκώνεται απ' το κρεβάτι. Σχεδόν αυτόματα με το που ανοίγει τα μάτια. Το χουζούρι στο κρεβάτι που τόσο της άρεσε το έχει καταργήσει από καιρό. Ανοίγει τον υπολογιστή. Πάει στο μπάνιο. Βρέχει το πρόσωπο με κρύο νερό και μετά πάει στην κουζίνα. Αυτόματα σαν τηλεκατευθυνόμενη. Οι ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις κάθε πρωί. Ετοιμάζει την καφετιέρα για τον πρωινό καφέ. Τοποθετεί το φίλτρο. Ρίχνει μέσα δυο μεζούρες καφέ, μετά ρίχνει στο πίσω μέρος της συσκευής το νερό. Περιμένοντας κάνει τις καθιερωμένες ασκήσεις κινησιοθεραπείας για να χαλαρώσουν κάπως οι μαγκωμένες αρθρώσεις. Να τεντωθούν οι μύες του λαιμού και της ράχης. Κοιτάζει το ημερολόγιο. Πέμπτη 6 Δεκέμβρη. Του Αγίου Νικολάου σήμερα αναλογίζεται. Απ’ τις λίγες γιορτές που θυμάται χωρίς να συμβουλευτεί το εορτολόγιο.  Στην κουζίνα πλημμυρίζουν ρυθμοί και τραγούδια μαζί με τον χουρχουρητό ήχο της καφετιέρας.

Βλέπει τον εαυτό παιδί να κάθεται με τις γυναίκες στο κρεβάτι της μάνας και να παρακολουθεί μ’ ενθουσιασμό. Από δίπλα τα’ αδέλφια να κοιμούνται. Αυτή δε θέλει με τίποτε να την πάρει ο ύπνος και να χάσει το γλέντι. Το τραπέζι έχει τραβηχτεί στην άκρη του δωματίου. Στο κέντρο αγκαλιάζονται και χορεύουν γελαστές ανδρικές φιγούρες. Οι υπόλοιποι σε κύκλο γύρω τους.  Ενδιάμεσα σηκώνουν ένας ένας κάποια γυναίκα που διαλέγουν και χορεύουν μαζί της  καρσιλαμά. Φέρνουν στροφές, απομακρύνονται και μετά έρχονται πάλι κοντά αντικριστά, δίπλα δίπλα ή πλάτη με πλάτη, απομακρύνονται πάλι, πλησιάζονται, κάνουν στροφή, απομακρύνονται. Επικεντρώνει την προσοχή της στον μπαμπά. Τον ακούει που τραγουδά ενώ χορεύει. Yürü yavrum, yürü,/başmak yavrum yürü*” Τα γόνατα λίγο λυγισμένα. Το κεφάλι γέρνει ελαφρώς προς τα δεξιά. Απλωμένα τα χέρια. Ο αντίχειρας και ο μεσαίος του δεξιού χεριού ακουμπούν φευγαλέα κι επαναλαμβανόμενα βγάζοντας κάθε φορά τον γνώριμο ήχο ρυθμικά. Η παλάμη του αριστερού χεριού γέρνει χαλαρά προς τα κάτω με τα δάχτυλα λίγο ανοιχτά. Τα μάτια χαμηλωμένα. Τα φρύδια κάπως σμιχτά. Στα χείλη ανεπαίσθητο μειδίαμα. Έκφραση εκτόνωσης και χαράς, πληρότητας θα έλεγες. Εκστατικής ηδονής αλλά και κάποιου πόνου συνάμα. 

Αφήνει τις ασκήσεις και πάει μέσα στον υπολογιστή. Ψάχνει στο γιου τιουμπ το Κόνιαλι. Ακούει. Πρέπει οπωσδήποτε να μάθει το νόημα των στίχων.  Από παιδί άκουγε το τραγούδι χωρίς να καταλαβαίνει. Αυτή η λέξη “γιάρουμ”  πολύ της αρέσει κι όμως δε γνωρίζει τι σημαίνει, σκέφτηκε μουρμουρίζοντας “γιαόρουμ γιάβρουμ γιάρουμ”. Βρίσκει τους στίχους στα τούρκικα και στα ελληνικά.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γινόταν χαμός στο πατρικό. Ολονύχτιο φαγοπότι με τραγούδι και χορό. Γιόρταζαν τον μεγάλο αδελφό. Το πρώτο παιδί και μοναδικό αγόρι της οικογένειας. Ο μπαμπάς πολύ μερακλής. Το μικρό σπίτι δυο δωματίων όλο κι όλο άνοιγε διάπλατα. Ερχόταν οι φίλοι κρατώντας σαν τους μάγους τις τούρτες με την ολόλευκη σαντιγί περιτυλιγμένες με τη διαφανή ζελατίνα. Ήταν σχεδόν η μοναδική φορά κάθε χρόνο που έτρωγαν τούρτα για όσες μέρες κρατούσε μέχρι να τελειώσουν όλες. Η μάνα τις έκρυβε ψηλά πάνω στη ντουλάπα κι αυτά σκαρφάλωναν κρυφά και χώνοντας τα δάχτυλα στην τούρτα έτρωγαν στα κλεφτά λίγη απ’ τη σαντιγί που μπορούσαν να φτάσουν. 

Οι άνδρες κάθονταν γύρω από το τραπέζι με τον μπαμπά. Έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν, μεράκλωναν και σηκώνονταν για χορό. Τα πιάτα πηγαινοέρχονταν. Η μάνα με κάποιες άλλες στο πίσω δωμάτιο ετοίμαζαν τους μεζέδες. Δε διασκέδαζε η μάνα. Φρόντιζε τους επισκέπτες, κυρίως τον μπαμπά και τους φίλους του. Είχε την έγνοια να τους  ευχαριστήσει. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν του χορού. Ήταν τόσο αβέβαιη και αδέξια που όταν ο μπαμπάς ή κάποιος άλλος την τραβούσαν με το ζόρι για χορό έχανε τα βήματα και την ισορροπία. Οι γυναίκες δεν κάθονταν με τους άντρες. Έπαιρναν ένα κέρασμα με λικέρ και φοντάν. Ενδιάμεσα πηγαινοέρχονταν κι αυτές  στο πίσω δωμάτιο και ψιλοτσιμπούσαν. Τον περισσότερο χρόνο θρονιάζονταν όλες μαζί ένα μπουλούκι πάνω στο κρεβάτι της μάνας κοιτάζοντας τους άνδρες και περιμένοντας να τις σηκώσουν για χορό. Η μια πάνω στην άλλη στην κυριολεξία. Έτσι που μια χρονιά έσπασε το κρεβάτι κι έγειρε απ’ τη μια πλευρά στο πάτωμα βουλιάζοντας σαν βάρκα. Ήταν την ίδια χρονιά που ένας  φίλος του μπαμπά μερακλώθηκε τόσο που έβγαλε το πιστόλι και πυροβόλησε στο ταβάνι του σπιτιού. Όλοι είχαν κατατρομάξει τότε, δεν ήταν συνηθισμένοι στις μπαλωθιές. Η μάνα είχε στεναχωρηθεί που  τρύπησαν το ταβάνι.  



Ασυναίσθητα φέρνει το δάχτυλο στο στόμα. Νιώθει την κάψα. 



Το βράδυ θα μαζευτούν εθιμοτυπικά στο σπίτι του αδερφού. Χωρίς τραγούδια και χορούς. Τίποτε δε θα θυμίζει εκείνες τις ιδιαίτερα εύθυμες και ανέμελες βραδιές που φάνταζαν τόσο στα παιδικά μάτια...



*“Βάδιζε μωρό μου, βάδιζε,/το πασουμάκι μωρό μου να περιφέρεις”










Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum, δίγλωσσο βιβλίο σε δική της μετάφραση. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, http://www.poiein.gr, http://staxtes.com/ http://www.intellectum.org,  http://frear.gr/, http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  και άλλες Λογοτεχνικές σελίδες και περιοδικά με τα οποία συνεργάζεται, όπως και μεταφρασμένα ποιήματά της στα αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και βουλγαρικά.




































Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

2+2 επιλογές - προτάσεις για ανάγνωση η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/2-syn-2-epiloges-protaseis-gia-anagnosi/



2+2 επιλογές - προτάσεις για ανάγνωση

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό 

Fractal

http://fractalart.gr/2-syn-2-epiloges-protaseis-gia-anagnosi/





Εξορίες

ποιήματα

Δημήτρης Αγαθοκλής

εκδόσεις Μελάνι




Μια κατ’ εξοχήν διακειμενική ποίηση γράφει σ’ αυτή τη δεύτερη ποιητική του συλλογή ο Δημήτρης Αγαθοκλής, με πλείστες αναφορές στον αρχαίο κόσμο, όπου ανιχνεύει τις αφορμές του στη φιλοσοφική σκέψη, στον ομηρικό λόγο και στο μυθολογικό υπόβαθρο όλων αυτών. Ταυτόχρονα βρίσκει την ποιητική του έμπνευση σε τόπους και πρόσωπα της συλλογικής μας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Με τη χρήση του πολυτονικού συστήματος γραφής (δεν το συναντάμε πλέον συχνά) χειρίζεται τη γλώσσα με επάρκεια και με εύστοχη επιλογή λέξεων οδηγεί σε ένα ευρηματικό αποτέλεσμα. Μια ενδιαφέρουσα ποίηση, ένα ξάφνιασμα μέσα στην πληθώρα των ποιητικών προτάσεων.

Πίσω ἀπὸ τὸν λόφο εἶναι μιὰ πόλη

ἀπό σκιὰ καὶ φῶς, ἥλιο καὶ ζόφο·

ἂγγελοι ἀπ’ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ὂροφο

πέσαν – γίναν ἀστοὶ γίναν αἰπόλοι.

Ὃλοι ριζώσαν. Κι ἀπ’ τὸ λίγο, πολλοὶ

κτίσαν σπίτια, ταίρι πῆραν ὂμορφο

κλεῑσαν τὰ φτερὰ βαθιά τους στὸν κόρφο,

ρίξαν ἂγκυρα στὴ γῆ τὴν ὓπουλη.

[…]

(από το ποίημα «Πήγασος»)



[…]

(Κι εἶμαι μόνος καὶ γυρνῶ σὲ μακρινὴ

χώρα χωρὶς χειμὰδια, χωρὶς Θεό –

Πέθανα. Δὲν μὲ σκιάζουν οἱ φοβέρες!

Τῶν Προπατόρων δράχνοντας τὸ ὑνὶ

σφικτά, σκυφτὰ ὀργώνω μὲ ὑπομονή.

Νεκρός, δομῶ, γαλανόλευκο Ναό).

(από το ποίημα «Νέκυια»)





Αποδύοψις

ποιήματα

Μαρία-Λυδία Κυριακίδου

εκδόσεις Πνοή




Πρώτη ποιητική συλλογή για τη Μαρία-Λυδία Κυριακίδου, η οποία μας προκαλεί ήδη από τον τίτλο για μια διαφορετική ανάγνωση. Η επινοημένη αποδύοψις ως αυτοαναφορική προς την ποίηση  μάς συστήνει τον ειλικρινή και χωρίς προσχήματα ποιητικό λόγο· σε σχέση με τον αναγνώστη-αποδέκτη αφορά την είσοδό του στα ποιήματα επίσης απροσχημάτιστα, με τη διάθεση να απεκδυθεί μέρος από τον δικό του κόσμο, προκειμένου να εισχωρήσει μέσα του ο λόγος της ποιήτριας. Συχνή η απεύθυνση σε ένα δεύτερο πρόσωπο που καλύπτει ίσως μια πρωτοπρόσωπη αναφορά. Η γλώσσα αλλού να ακούγεται σκληρή και αλλού να αφήνεται σε μια πιο ευαίσθητη φωνή – οι δύο όψεις της ζωής σε αντίστιξη εύστοχη. Μια ποίηση με παλλόμενη ζωή μέσα της, μια γραφή πολλά υποσχόμενη.



Από παιδί παιδεύω

έναν φόνο.

Να σκοτώσω

παλεύω

εσένα.



Σκέψη μου σε είπα

αλλά το παν κτητικό

φυλακή.



Μάνα μου σε φώναξα,

μα απ’ όλες εσύ ήσουν η

Μήδεια.



Από παιδί παιδεύομαι

από έναν φόνο.

Παλεύω να

σκοτώσω

εμένα.

(Από Παιδί)



[…]

Κάποτε ήμουν

των αθώων

προτού αρχίσω να στριμώχνω κάτι

λουλούδια που δεν πότισα

κάτι αρμαθιές που δε φόρεσα

κάτι σφαλιάρες που

ποτέ δεν έδωσα

κάτι «σ’ αγαπώ» που έπνιξα,

κάτι συγγνώμες που δε ζήτησα

[…]

(από το ποίημα «Κάποτε»)





Δωμάτιο με Θέα

και άλλα διηγήματα

π. Σταύρος Τρικαλιώτης

εκδόσεις Γρηγόρη




Ο π. Σταύρος Τρικαλιώτης έχει δοκιμαστεί στην ποίηση («Ο ποιητής των βράχων», εκδόσεις Σιδέρη) και τώρα μας προσφέρει τη γραφή του στη μικρή φόρμα του διηγήματος μέσα από είκοσι τρία πεζά. Η θεματική του αντλείται κυρίως από τα προσωπικά του βιώματα (παιδική και νεανική ηλικία) άλλοτε με απροκάλυπτα αυτοβιογραφική μορφή και άλλοτε με την κάλυψη της μυθοπλασίας. Σε κάποια από αυτά είναι φανερή η ιδιότητά του (όπως άλλωστε και σε πολλά από τα ποιήματά του) μέσα από μια θεολογική θεώρηση της ζωής, ωστόσο αυτό δεν τον οδηγεί σε έναν στείρο διδακτισμό αλλά τουναντίον σε μια γραφή γεμάτη από αισθήματα ανθρωπισμού. Θα έλεγα πως η γραφή του π. Σταύρου μοιάζει να αγαπά τον άνθρωπο, να τον κατανοεί στις αδυναμίες του, να του συμπαραστέκεται νοερά. Σε μια εποχή που από πολλές πλευρές αμφισβητείται (και όχι πάντα   άδικα) η παρουσία της εκκλησίας δίπλα στα αληθινά προβλήματα της ζωής, δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα ετούτη η εκδοχή προσέγγισης που επιχειρείται μέσω της λογοτεχνίας.


 

[…] Ἦταν πλέον μεσημέρι. Τότε ἦταν πού πῆρε τή μεγάλη ἀπόφαση. Ἄρχισε ν᾽ ἀνοίγει διάπλατα τά μεγάλα παράθυρα κι ὁ μεσημεριάτικος ἥλιος φώτιζε ὅλο τό σπίτι. Ὅλα ἄρχισαν νά γίνονται ὄμορφα καί πιό λαμπερά. Τά κρύσταλλα στό σκρίνιο ἄστραφταν σάν ἀκριβά διαμάντια. Οἱ πελώριοι καί ἀξιόλογοι πίνακες ζωγραφικῆς, πού κοσμοῦσαν τό σαλόνι, λές καί ζωντάνεψαν. Σέ λίγο ἦρθε καί ἡ Γεωργία μέ τό τσάι, τραγουδώντας χαρούμενη ἕνα παλιό τραγούδι.

Ὁ Πέτρος ὅταν τήν εἶδε, τῆς χαμογέλασε γιά πρώτη φορά ἀπό τότε πού τήν εἶχε προσλάβει, ἐδῶ καί ὀκτώ χρόνια. Πῆγε κοντά στό μεγάλο ἀνοικτό παράθυρο μέ τίς διπλές βελούδινες καί ἄσπρες κουρτίνες καί ρουφοῦσε ἀχόρταγα ὅσο ἀέρα χοροῦσαν τά πνευμόνια του.
   Ἡ ἀρχή εἶχε γίνει. Οἱ μάσκες τῆς θλίψης καί τῆς ὑποκρισίας κατέρρεαν. Τοῦ ἐρχόταν νά κλάψει ἀπό εὐτυχία, νά βγεῖ στούς δρόμους, νά περπατήσει χαρούμενος, νά συνομιλήσει μέ τίς ὧρες μέ τούς συνανθρώπους του. Νά ξανακερδίσει τόν χαμένο χρόνο.[…]
(απόσπασμα από το διήγημα «Το σπίτι με τα μεγάλα παράθυρα»)



Δέν ἔφυγες. Μέ περιμένεις ἐκεῖ σκονισμένη ἀπό τήν πολυκαιρία, στό τετράδιο ᾽Εκθέσεων τῆς ἕκτης Δημοτικοῦ, στήν ἔκθεση «Ἡ Γειτονιά μου». Ἔχω χρόνια νά σέ διαβάσω. Εἶσαι στήν πέμπτη καἰ στήν ἕκτη γραμμή. Κάθεσαι στήν πολυθρόνα τοῦ σκηνοθέτη, φορᾶς τό ζεστό βαθυπράσινο σάλι σου, τά στρογγυλά μαῦρα γυαλάκια σου καί μᾶς ρίχνεις κλεφτές ματιές μέ τά μεγάλα βαθουλωτά σου μάτια. Κανένας δέν μπορεῖ νά ξεφύγει ἀπό τό διαπεραστικό βλέμμα σου.[…]
(απόσπασμα από το διήγημα «Παλιά γειτονιά»)






Υπαρξιστής

μυθιστόρημα

Δήμητρα Παπακωνσταντοπούλου

εκδόσεις Ιωλκός




Σε βαθιά νερά θέλησε να βρεθεί η Δήμητρα Παπακωνσταντίνου με το πρώτο της βιβλίο. Όχι μόνον γιατί πρόκειται (σύμφωνα με την έκδοση) για μυθιστόρημα, είδος που απαιτεί πολύχρονη τριβή με τη θεματική του και άσκηση επίπονη πάνω στη μορφή του – έκπληξη προξενεί η ηλικία των είκοσι τριών ετών, κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο) αλλά και γιατί ο υπαρξισμός είναι η έννοια με την οποία καταπιάνεται – αποκαλυπτικός άλλωστε και ο τίτλος. Να πω αρχικά πως το μυθιστόρημα ως είδος εκτείνεται σε βάθος χρόνου είτε μέσα από την πλοκή και την περιπέτεια των προσώπων είτε μέσα από τις εμβόλιμες ετεροχρονισμένες αφηγήσεις, επομένως δύσκολα θα έπαιρνε ο Υπαρξιστής τον τίτλο του μυθιστορήματος. Όσο για τη φιλοσοφική θεωρία του Υπαρξισμού, ο τρόπος που ανιχνεύεται μέσα στην ιστορία του βιβλίου απέχει από την απόλυτη ελευθερία άρα και απόλυτη ευθύνη, έννοιες που εν συνόψει τον περιγράφουν. Περισσότερο ο ήρωάς της προσεγγίζει τη θεωρία του Παραλόγου, κατά τη φιλοσοφική ανάλυσή της από τον Καμύ – ένας κόσμος χωρίς νόημα, με τον άνθρωπο να κατανοεί την παράλογη συνύπαρξή του με το σύμπαν που σιωπά. Εντούτοις, το επιλέγω και το προτείνω για ανάγνωση για την τόλμη που είχε μια τέτοια επιλογή, κυρίως σε μια εποχή που πολλές «ευκολίες» συναντάμε στους πεζογράφους. Η ιστορία του βιβλίου είναι ικανή να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη, αρκεί να συμφιλιωθεί αυτός με την ιδέα πως δεν διαβάζει μυθιστόρημα και πως οπωσδήποτε ο όρος υπαρξιστής παραπέμπει σε κάτι άλλο από αυτό που ως φιλοσοφική θεωρία του έρχεται στον νου.
«Πιστεύω κατά κάποιον τρόπο σ’ εμένα. Πιστεύω πως ίσως υπάρχω μόνο εγώ και πως όλα τα υπόλοιπα γύρω μου τα κάνω να μοιάζουν εξίσου υπαρκτά μ’ εμένα, απλά για να αποκτά η ζωή μου κάποιο νόημα. Δεν μπορώ να σ’ το διατυπώσω καλύτερα γιατί με μπερδεύει. Μη νομίζεις πως το έχω ξεκάθαρο στο μυαλό μου».(σελ.72)
«Για μένα μιλάω. Άλλωστε για μένα εγώ είμαι το παν όπως κι εσύ για σένα». (σελ.48)


Διώνη Δημητριάδου

Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ μυθιστόρημα Έλενα Χουζούρη εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/o-theios-abraam-menei-panta-edw/


Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ

μυθιστόρημα

Έλενα Χουζούρη

εκδόσεις Πατάκη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/o-theios-abraam-menei-panta-edw/




η αγαπημένη Saloniko και ο πολυσήμαντος Αβραάμ

Τι δεν ξέρουμε, τελικά, σ’ αυτή την ίδια μας τη χώρα που θα έπρεπε να ξέρουμε; Ποιος έχει δίκιο; Από τι είμαστε φτιαγμένοι;  Τι εξακολουθεί επιτέλους να μας στοιχειώνει;

Τα ερωτήματα της Αλίζα, ηρωίδας του μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη, μπορεί να αποτελούν την αφορμή για την προσωπική της πορεία προς τη γνώση και την αυτογνωσία, έτσι όπως η μυθοπλασία την κατευθύνει στην πλοκή της  ιστορίας, ταυτόχρονα, όμως, οδηγούν σε επώδυνες (στη γενίκευσή τους) διαπιστώσεις για αυτά που μας στοιχειώνουν, όχι μόνον στον μικρόκοσμό μας αλλά (κυρίως) στα σκοτεινά  περάσματα της συλλογικής μας συνείδησης.  Το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί και μέσα από αυτή την αναγνωστική εκδοχή παράλληλα με την ιστορία των ηρώων της.
Η Αλίζα, όπως τη θέλει η συγγραφέας, έχει πολλά πιθανά ονόματα που γράφουν μέσα της σαν αληθινά (Κοέν, Μόλχο, Νατάν, Πάρδο ή Αμπραβανέλ, Φερναντέζ, Ματαλόν, Αρούχ ή Μπενβενίστε, Αλίζα Μπενγιαμόρ, Φερναντέζ, Ναρ, Μάνο ή Αρδίττι, Ματαλόν, Μποτόν, Μόλχο, Πάρδο, Μομπούργκο),γιατί η ίδια το παραδέχεται:

Θα μπορούσαν αυτές οι οικογένειες να ήταν η δική μου οικογένεια. Θα μπορούσα εγώ, να είμαι η απόγονος όλων, να έχω όλων τα επίθετα.

Η Αλίζα θα μπορούσε να συνοψίζει στην περίπτωσή της όλες τις ομοειδείς· μέσα στο προσωπικό της δράμα αλλά και στην προσωπική της πορεία ανίχνευσης της αλήθειας αντιφεγγίζουν και οι ιστορίες των άλλων και κορυφώνονται στο δράμα ενός λαού που ως τα σήμερα αντιπαλεύει μέσα του την πατρογονική ιστορία με τη σύγχρονη πορεία του, την εβραϊκή θρησκεία με το πολιτικό/εθνικιστικό κίνημα του σιωνισμού, με τις αντιδράσεις μας να ποικίλλουν από την αποστροφή για τις πολιτικές επιλογές της χώρας τους ως τη συμπαράσταση για το δράμα τους ως λαού/αποδιοπομπαίου στα χρόνια της ναζιστικής λαίλαπας.

Η Λούνα, η ουσιαστική ηρωίδα του βιβλίου μέσα από την εγκιβωτισμένη δική της ιστορία, σε αναδρομική αφήγηση, ενσωματώνει στο προσωπικό της δράμα όλους εκείνους που επέλεξαν τη ζωή και όχι τον θάνατο (ανάμεσα στα έτσι κι αλλιώς μηδενικά περιθώρια που είχαν) και αγωνίστηκαν να παραμείνουν ζωντανοί κουβαλώντας την ενοχή, τις προσωπικές τους Ερινύες, τα δικά τους φαντάσματα. Αλλά και βαθιά να τους τρώει το ερώτημα:

Τελικά δεν μπόρεσα ακόμη να απαντήσω στο μεγάλο μου ερωτηματικό. Γιατί έπρεπε να συμβούν όλα αυτά; Γι’ αυτό περιορίζομαι μόνο σε μια ευχή: Να μη ξανασυμβούν ποτέ.

Είναι η «φωνή» της Λούνα που μέσα από γράμματα και φωτογραφίες θα κινητοποιήσει την εγγονή της, την Αλίζα, να ερευνήσει το παρελθόν.
Η Ρέινα, είναι η άλλη γιαγιά,  με τα τραύματα στο σώμα της και την αλαλία της, απομεινάρι περιεκτικό όλων των κυνηγημένων, βασανισμένων και αφανισμένων από τη θηριωδία του ναζισμού στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

[…] η γιαγιά Ρέινα που καθόταν κάτω από τη μεγάλη μας ομπρέλα και μας κοιτούσε με τα μεγάλα καστανά της μάτια δεν άντεξε τη ζέστη και σήκωσε τα μανίκια της, δεν είχαμε έως εκείνην τη στιγμή της ζωής μας δει γυμνά τα χέρια της γιαγιάς Ρέινα, πάντα είχε κατεβασμένα τα μανίκια της πρώτος διέκρινε τους έξι αριθμούς που είχαν χρώμα μπλαβί σαν κάτι σάπιο και τρομακτικό μαζί ο αδελφός μου, από κοντά του έτρεξα κι εγώ κι έπειτα μικρά παιδιά ήμασταν δεν ξέραμε, πώς να ξέρουμε, η γιαγιά Ρέινα έκανε τατού στο χέρι της, αρχίσαμε να φωνάζουμε και οι δυο μαζί και να δείχνουμε τη γιαγιά Ρέινα πες μας τους αριθμούς, γιαγιά Ρέινα, πες μας να τους γράψουμε στην άμμο και τότε από τα μάτια της γιαγιάς Ρέινα άρχισαν να τρέχουν δάκρυα και μόνον δάκρυα […]

Η μοναδική φράση που διασώζει η καταργημένη γλωσσική της επικοινωνία είναι σημαδιακή: Μας ταπείνωσαν. Στη φράση αυτή συμπυκνώνεται η πεμπτουσία του δράματος του λαού της.
Ο πατέρας της Λούνα, ο Ιακώβ ή Τζάκο, έμπορος στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, στην πραγματικότητα μη θρησκευόμενος, ακολουθεί όλες τις εβραϊκές παραδόσεις πιστεύοντας πως έτσι δεν αποκόπτεται από τον δεσμό που τον κρατάει μέσα στην πανάρχαια κοινότητα και του δίνει την ιδιαίτερη ταυτότητα (μέσα σε μια πολυεθνική Θεσσαλονίκη, τη δική του Saloniko) με όποιο κόστος φέρει μαζί της.

[…] δεν μπορούσε να φανταστεί έξω από τη Θεσσαλονίκη τη ζωή του, τη ζωή της οικογένειας του, τη ζωή των προγόνων του, αυτήν τη μακρά πατρογονική σειρά τη χαμένη στα βάθη πέντε αιώνων. Μια τεράστια δεξαμενή μνήμης μέσα στην οποία αναπαυόταν δεκάδες εκατοντάδες κουκούλια γεμάτα από πρόσωπα, ιστορίες, παραμύθια, τραγούδια, γεύσεις. Δεν έχανε την ευκαιρία να δηλώνει με περισσή περηφάνια ότι ήταν Σαλονικιός και αμέσως μετά Ευρωπαίος και να νιώθει θαυμάσια σ’ αυτήν τη διττή ταυτότητά του.

Είναι αυτός που θα δει την αλλαγή που έρχεται στη ζωή της οικογένειάς του και των ομοφύλων του και θα θέσει το τραγικό ερώτημα:

Μήπως, λοιπόν, ούτε εδώ; Αλλά τότε πού;

Η μητέρα της Αλίζα, η Νόρα, με την άρνησή της προς τη δική της μητέρα, με την απαξιωτική της συμπεριφορά προς τη Λούνα, αδυνατεί να δεχθεί την επιλογή της (έτσι πιστεύει) να καταφύγει στο Βουνό εγκαταλείποντας τους δικούς της να οδεύσουν προς τον χαμό στα στρατόπεδα εξόντωσης. Κι όμως, υπήρχε η συμβολή των Εβραίων στην αντίσταση (πόσο ελάχιστα γνωρίζουμε και για το θέμα αυτό) υπήρχε η δική τους σκληρή αναμέτρηση με τον κατακτητή, κάτω από μια ιδεολογία που βρήκε πρόσφορο έδαφος και στη Θεσσαλονίκη. Θα φθάσει κι αυτή στην αλήθεια, έτσι όπως η Αλίζα κομμάτι κομμάτι θα την αποκαλύπτει. Υπάρχει περιθώριο να αλλάξουν οι αντιλήψεις, να συγχωρεθούν οι άνθρωποι και να συγχωρέσουν; Ναι, αρκεί να αφήσουν ανοιχτή τη συνείδησή τους στην αλήθεια.

-Θα ξαναπάς στη Θεσσαλονίκη;
-Ναι, οπωσδήποτε. Δεν τελείωσα με το μεταπτυχιακό μου. ο θείος Αβραάμ με περιμένει, ακούγεται σταθερά η απάντηση της Αλίζα.
-Όταν θα ξαναπάς, θα έρθω κι εγώ μαζί σου.

Ο Παύλος, μυημένος στις σοσιαλιστικές ιδέες, φίλος των παιδιών του Ιακώβ αλλά και άντρας της Λούνα, εκεί στο Πάικο, στο Βουνό όπου έδρασε το αντάρτικο, ήταν από τους Έλληνες εκείνους που δεν έβλεπαν διαχωριστικές γραμμές να τους χωρίζουν από τους Εβραίους γείτονές τους, που ένιωθαν πως η πόλη τους ήταν φτιαγμένη από κοινότητες, και κάθε μία από αυτές συνέβαλλε στην προκοπή της. Αυτή η μερίδα ήταν που βοήθησε τους καταδιωκόμενους στα δύσκολα χρόνια. Σε πλήρη αντιδιαστολή με όσους τους αρνήθηκαν το δικαίωμα στη ζωή και στην περιουσία, αρνούμενοι στην ουσία ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της πόλης τους, το σεφαραδίτικο, από τα πιο σπουδαία σ’ αυτήν την πόλη που κατοικήθηκε από ένα πολύμορφο πλήθος και κέρδισε γι’ αυτό τη μοναδική της φυσιογνωμία.
Το Πριν της ιστορίας πηγαίνει πίσω στο 1931 για να σταματήσει στο πογκρόμ του Κάμπελ, στη φωτιά – νέα φωτιά αυτή η σκόπιμη, που ήρθε να κατακάψει ό,τι είχε αφήσει όρθιο ή άλλη, του 1917, η τυχαία. Και ακολούθησε η καταστροφή των περιουσιών των Εβραίων από εθνικιστικά και φασιστικά στοιχεία, τους τριεψιλίτες (Ε.Ε.Ε.) μαζί με χαμάληδες του λιμανιού και πρόσφυγες (Καμένοι και ξεσπιτωμένοι από ποιους; από αυτούς που είχαν έρθει στην πόλη τους επίσης καμένοι και ξεσπιτωμένοι). Η αφήγηση θα φτάσει μέχρι το 1939, τότε που όλα προμηνούσαν τη σκοτεινή πορεία που θα ακολουθούσε αλλά δεν την έβλεπαν όλοι. Κι όσοι την έβλεπαν, θαρρούσαν πως δεν θα τους αγγίξει η συμφορά. Κι ακολουθεί το Τότε της ιστορίας, που φτάνει ως τον Εμφύλιο, για να δώσει μιαν ακόμα διάσταση στο δράμα της οικογένειας του Ιακώβ, που το βιώνει στον  μικρόκοσμό της, αλλά και στο δράμα της ευρύτερης κοινωνίας μια πόλης που δεν ήταν πια η ίδια. Γιατί, τα τρία μεγάλα κεφάλαια, στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα (Πριν, Τότε, Μετά) πέρα από τη ιστορία των ανθρώπων αφορούν και την πόλη, που τόσο εύστοχα ο Mark Mazower ονόμασε στο δικό του βιβλίο Πόλη των Φαντασμάτων.

Στον τίτλο ο Αβραάμ, πατριάρχης και εθνάρχης των Εβραίων, σε μια ανάγνωση του εμβληματικού ονόματος, είναι και αυτός ένα πανάρχαιο φάντασμα που συνδέει την πόλη με το κομμάτι του παρελθόντος της που φαίνεται να έχει ξεχάσει – όχι γιατί έτσι γίνεται με τα παλαιά της μνήμης αλλά γιατί θέλησε να διαγράψει ένα κομμάτι από το σώμα της, το εβραϊκό-σεφαραδίτικο, που ήταν κάποτε ολοζώντανο. Ο Αβραάμ της ιστορίας, όμως, είναι, σε μια δεύτερη ανάγνωση,  ένα άλλο λαμπρό παιδί αυτής της πόλης, πάλι ξεχασμένο και κατακρεουργημένο από τις πολιτικές που κυριάρχησαν αλλά και από τους ομοϊδεάτες που δεν τους άρεσαν οι διαφωνίες του. Ο Αβραάμ Μπεναρόγια (1887-1979), από τους πρώτους σοσιαλιστές, που έδεσε τη μορφή του με την προοδευτική πνοή της πόλης, ήταν η αφορμή για την κατάδυση της Αλίζα στο παρελθόν. Από αυτόν, ως θέμα της μεταπτυχιακής της εργασίας στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, ξεκίνησε όλο το ταξίδι που την οδήγησε στη γνώση της αληθινής ιστορίας και στην αυτογνωσία. 


Η Έλενα Χουζούρη έδωσε το υλικό της δικής της έρευνας εν μέρει με τον τρόπο τον δημοσιογραφικό, παραθέτοντας εμβόλιμα πληροφορίες και ντοκουμέντα, με διάχυτη ωστόσο τη λογοτεχνική επεξεργασία, με τη συγκίνηση που φανερά διαπνέει όλη τη γραφή της – αυτό συμβαίνει όταν το θέμα δεν είναι μόνον αφορμή για ένα ακόμα μυθιστόρημα αλλά ο τρόπος να πεις κάποια πράγματα που νιώθεις να σε καίνε. Έτσι, ως αποτέλεσμα, έχουμε ένα βιβλίο που προσφέρεται για διαφορετικές αναγνώσεις (όπως γίνεται με όλα τα καλά βιβλία). Κυρίως έχουμε μια ιστορία (μυθοπλαστική στην κεντρική της θεματική) που ενσωματώνει με εύστοχο τρόπο την ευρύτερη ιστορία του τόπου και έρχεται ταυτόχρονα να καταθέσει τη μνήμη ως αξία πολύτιμη. Καθόλου τυχαία «προλογίζει» το βιβλίο η φράση του Ζέμπαλντ:

Ηθική ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας είναι η μνήμη

W.G.Sebald

Φράση που αναδεικνύει το ήθος της λογοτεχνίας. Όχημα η χρησιμοποίηση της μνήμης στην ηθική της διάσταση από τον εκάστοτε συγγραφέα, που θα στραφεί προς το παρελθόν για να το αναπλάσει και να το φωτίσει. Παράλληλα συντελείται η κινητοποίηση της μνήμης του αναγνώστη. Είναι, επομένως, ο «θείος Αβραάμ» της Χουζούρη ένα μυθιστόρημα πρόκληση/πρόσκληση προς τον αναγνώστη να ξαναδιαβάσει την ιστορία του τόπου με τη συνειδητοποίηση πως όλα είναι ανοιχτά στη γνώση και στην ανανέωση της εικόνας που έχουμε δημιουργήσει γι’ αυτά. Το ήθος της λογοτεχνίας αφορά την αναβάπτιση στη συλλογική μνήμη, με όση καθαρότητα σκέψης μπορεί να επιστρατεύσει ο καθένας μας, με όση αλήθεια αντέχει.



Διώνη Δημητριάδου


Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

Ματαιότητα Τάσος Σ. Μάντζιος


Ματαιότητα 

Τάσος Σ. Μάντζιος




Βούλιαξε το καράβι

του Οδυσσέα

στα μανιασμένα κύματα

και πήρε κάτω στο βυθό

τα λιγοστά του υπάρχοντα,

μαζί τους

και τα όπλα του Αχιλλέα,

που του ’χαν δώσει οι Αχαιοί

έξω απ’ της Τροίας τα τείχη.

Για πάντα χάθηκαν

τα όπλα τα λαμπρά,

βαθιά

στης θάλασσας τα ερέβη.

Και μες στου Κάτω Κόσμου τις σκιές,

πικρό ήταν το χαμόγελο

του Αίαντα,

που για τα όπλα κάποτε αυτά

τον Οδυσσέα μίσησε

και έχασε τα λογικά

και την αξιοπρέπειά του.



Τάσος Σ. Μάντζιος
(στην εικόνα: μελανόμορφο αγγείο, ο Οδυσσέας και ο Αίαντας φιλονικούν για τ αόπλα του Αχιλλέα)

Ο άνδρας που γεννήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο Ιστορική κωμωδία Γιάννης Παπαγιάννης εκδόσεις Διάπλαση η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.grhttps://diastixo.gr


Ο άνδρας που γεννήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο

Ιστορική κωμωδία

Γιάννης Παπαγιάννης

εκδόσεις Διάπλαση
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/11113-andras-gennithikes-me-venizelo




μια ιδιόμορφη «κωμωδία», μια «σάτιρα» προσώπων
Μαύρη κωμωδία, μυθιστόρημα αιρετικό και βλάσφημο, όπου οι μύθοι καταρρίπτονται. Όμως, σύμφωνα με τη ρήση του Διονύσιου Σολωμού, «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό» (διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο). Ένα παράδοξο εγχείρημα είναι αυτό που κάνει ο Γιάννης Παπαγιάννης στο μυθιστόρημά του. Έχει επινοήσει έναν τρόπο να «παίξει» με το είδος της μεγάλης αφήγησης αλλά ταυτόχρονα και με την Ιστορία – ίσως γι’ αυτό και ο υπότιτλος «ιστορική κωμωδία», που στο οπισθόφυλλο προσδιορίζεται με τον όρο «μαύρη κωμωδία».
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με πλασματικούς τους κεντρικούς χαρακτήρες, με αληθινά όμως τα πρόσωπα της πολιτικής (κυρίως) ελληνικής πραγματικότητας, με ανάμειξη των χαρακτήρων (αληθινών και πλασματικών) σε ενδιαφέρουσες σχέσεις και με αιρετική διάθεση προσέγγισης από την πλευρά του συγγραφέα· όλα αυτά βρίσκουν τον στόχο τους, την αναγνωστική απόλαυση. Ο Παπαγιάννης ξέρει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα και να ποιεί ήθη, δηλαδή να φτιάχνει χαρακτήρες περίοπτους και ζωντανούς· χρησιμοποιώ εδώ ορολογία του θεάτρου αλλά πιστεύω πως σε πολλά σημεία του βιβλίου νιώθεις σαν να παρακολουθείς έργο σε θεατρική σκηνή (από τα πιο θετικά στοιχεία της συγκεκριμένης γραφής). 
Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο Ιάκωβος Αθανασίου, προερχόμενος από μια ταπεινή οικογένεια των Αθηνών, γιος του Λάζου Ντογιάμα (θα αλλάξει το επώνυμο στο Ληξιαρχείο στο πιο εύηχο Αθανασίου), γεννημένος την ίδια ημέρα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, δηλαδή στις 23 Αυγούστου  του 1864. Προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του να επιτύχει το όνειρό του: να διοριστεί μηχανοδηγός στα τρένα. Όμως όλες οι απόπειρες να το πραγματοποιήσει όχι απλώς πέφτουν στο κενό, μέσα από τις διάφορες πολιτικές και εθνικές συγκυρίες, αλλά τρώει και ξύλο κάθε φορά που το όνειρό του διαλύεται. Οφείλεται αυτό άραγε στο ξύλο που έφαγε μόλις γεννήθηκε; Έφαγε της χρονιάς του το νεογέννητο από τη μαμή προκειμένου να αναπνεύσει, γιατί είχε μπλαβίσει τόσο που φαινόταν «σαν τους αράπηδες που είχαν κάψει το Μεσολόγγι, διπλά μαύροι από την αραπιά και τον καπνό». Τη ζωή αυτού του ευφάνταστου Ιάκωβου θα παρακολουθήσουμε, που θεωρεί πως θα μπορούσε και με μόνη την ημερομηνία της γέννησής του να φθάσει πολύ ψηλά – κι ας διαψεύδεται διαρκώς στις υψηλές του επιδιώξεις.
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ιστορικό, οπότε ταυτόχρονα παρακολουθούμε την αληθινή (;) ιστορία της Ελλάδας, τα πρόσωπα που κυριάρχησαν στη ζωή της και που, κάποια από αυτά, ήταν καθοριστικά για τη μοίρα της – καλή ή κακή. Το κατά πόσο είναι αληθινή η εξιστόρηση των πολιτικών γεγονότων αποτελεί όχι μόνον το πρώτο ερώτημα που θέτει ο αναγνώστης αλλά προκαλεί και μια γενικότερη ένσταση που προκύπτει κάθε φορά που ένας συγγραφέας αφήνει τη μυθοπλασία του να εισχωρήσει στα χωράφια της ιστορίας του τόπου. Ίσως δεν αρκεί η υποψία απέναντι στην επίσημη εκδοχή που διδάσκεται στα σχολεία (τρωτή αυτή η εκδοχή σε πάρα πολλά σημεία και υπεύθυνη για μια πλευρά της κακοδαιμονίας μας ως λαού)· ίσως (και επαναλαμβάνω τη λέξη ίσως σαν μια ένδειξη καλοπροαίρετης κριτικής που ουσιαστικά ανοίγει διάλογο) να απαιτείται και μια αίσθηση σεβασμού, όχι απέναντι στα πρόσωπα αλλά απέναντι στην ιστορία αυτού του τόπου που κακοπαθαίνει κάθε φορά που αμφισβητείται μια εκδοχή της (και καλώς) χωρίς όμως να ερευνάται επαρκώς μια διαφορετική όψη των πραγμάτων. Εννοώ ότι ίσως (σκόπιμα πάλι η λέξη) η μεγάλη αφήγηση να είναι μια συγγραφική φόρμα πρόσφορη για να δοθεί η άλλη οπτική (λόγω εισχώρησης της ιστορίας σε βάθος χρόνου αλλά και λόγω της ευκαιρίας που δίνεται στον συγγραφέα να φθάσει στον ψυχικό κόσμο των ηρώων του), αρκεί να πρόκειται για ένα καθαρά ιστορικό μυθιστόρημα.
Το δεύτερο ερώτημα  που προκύπτει από την ανάγνωση σχετίζεται με τον χαρακτηρισμό «κωμωδία». Προσωπικά θα προτιμούσα τη λέξη «σάτιρα», που μπορεί να γειτνιάζει με την κωμωδία, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται μαζί της. Η κωμωδία (ή άλλη όψη του τραγικού, σε αντίστιξη μαζί του) αποσκοπεί να δείξει μέσα από το γέλιο την αθέατη όψη της αλήθειας, κινητοποιεί τη σκέψη του αποδέκτη, προκειμένου αυτός να βιώσει το δράμα της ζωής από την πιο κωμική (τραγική όμως ταυτόχρονα) όψη. Η σάτιρα στοχεύει στη διακωμώδηση καταστάσεων (ονομάζεται και «κωμωδία καταστάσεων»), πηγάζει από αυτές και δεν φιλοδοξεί να υπεισέλθει σε βάθος χρόνου προκειμένου να αναλύσει την εικόνα του κόσμου· αρκείται σε κομμάτια που απομονώνει. Εκφράζει περισσότερο τη διαμαρτυρία ή την αγανάκτηση απέναντι σε πρόσωπα ή καταστάσεις. Νομίζω πως αυτό κάνει εδώ ο συγγραφέας. Έτσι όπως γλαφυρούς μας δίνει τους χαρακτήρες του (αληθινούς ή πλασματικούς) νιώθεις πως σατιρίζει πότε τα πρόσωπα και πότε τις συνθήκες που τους καθορίζουν τις κινήσεις. Ως εκεί, χωρίς φυσικά αυτό να συνιστά καμία έλλειψη για ένα μυθιστόρημα που μέσα στα άλλα επιθυμεί να είναι και διανθισμένο με χιούμορ. 
Ας δούμε και την άλλη όψη της αφήγησης ή καλύτερα την ιστορία μέσα στην ιστορία του βιβλίου. Η υπόθεση μπορεί να έχει ως χρόνο της πλοκής της το διάστημα από τα μισά του 19ου αιώνα ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, ωστόσο πρόκειται μόνο για τον τρόπο που αποδίδεται η ιστορία του Ιάκωβου Αθανασίου μέσα από ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, που εφαρμόζει η δισεγγονή του μαζί με έναν φίλο της προγραμματιστή, το 2013, με σκοπό όλο αυτό το εγχείρημα να πάρει τη μορφή ταινίας. Ερωτήματα ενδιαφέροντα προκύπτουν από τον χειρισμό της πλοκής και τη μείξη των δύο αφηγήσεων. Για παράδειγμα: αλλάζει η ιστορία αναλόγως της οπτικής μας ή αλλάζουμε εμείς ως προς τον τρόπο που κοιτάζουμε τα πράγματα;  Ή, μήπως οι ήρωες μιας ιστορίας καθοδηγούν πράγματι την πλοκή και πιθανόν να την ανατρέπουν κατά το δοκούν; Και τότε, ποιος είναι ο αληθινός συγγραφέας και ποια η αληθινή ιστορία που διαβάζει ο αναγνώστης; Με βάση αυτή την ανάγνωση όμως του βιβλίου, προκύπτει και μια διαφορετική θεώρηση της αξίας του. Αποκτά άλλο περιεχόμενο η λέξη κωμωδία και φυσικά άλλη έννοια η λέξη ιστορικό, ως χαρακτηρισμοί και οι δύο για το βιβλίο.
Με βάση σε όλα τα παραπάνω, λοιπόν, το βιβλίο συνιστά μια εύστοχη διακωμώδηση του όρου μυθιστόρημα· κι αν η λέξη διακωμώδηση σοκάρει, να το πω και αλλιώς: ο Παπαγιάννης επιχειρεί μια ανατροπή των δεδομένων που κλασικά χαρακτηρίζουν το είδος αυτό της λογοτεχνικής γραφής. Η γραφή του είναι μια εκδοχή μεταμοντερνιστική (συνηγορεί γι’ αυτό όχι μόνο η μείξη των ειδών αλλά και η χρήση των παραδοσιακών στοιχείων σε μια νέα θεώρησή τους, όπως ακόμη και η άρνηση της αντικειμενικότητας ως ιδεολογικό υπόβαθρο που διαφαίνεται πίσω από τον χειρισμό της ιστορίας), και ως τέτοια ασφαλώς τη χαιρετίζουμε όσοι είμαστε ανοιχτοί στην εξέλιξη των παραδοσιακών μορφών, κυρίως όσον αφορά την πολύπαθη φόρμα της μεγάλης αφήγησης, το μυθιστόρημα. Δεν συναντάμε συχνά στα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα τολμηρές μεταποιήσεις στη φόρμα, που να στέφονται μάλιστα και από επιτυχία. Κωμωδία, επομένως, ως προς τη διαφορετική αντιμετώπιση του μυθιστορήματος. Σάτιρα ως προς τον χειρισμό των ιστορικών γεγονότων και προσώπων.


Θα σύστηνα, μετά από όλα αυτά, το μυθιστόρημα του Παπαγιάννη στους αναγνώστες ανεπιφύλακτα. Όχι τόσο για το χιούμορ του, κι ας είναι το γέλιο η πρώτη εύκολη προσλαμβάνουσα που θα έχει ο αναγνώστης από τη γραφή του Παπαγιάννη. Όχι για τον χαρακτηρισμό που του δίνει, «ιστορική κωμωδία», γιατί μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά.  Εκτός αν η πραγματική του πρόθεση ήταν να χρησιμοποιήσει τον όρο όπως παρατέθηκε πιο πάνω, οπότε σ’ αυτήν την περίπτωση θα έχουμε την ταύτιση της συγγραφικής άποψης με την κριτική ανάγνωση – ευχής έργο. Θα το πρότεινα  πιο πολύ για την τόλμη του να αναμετρηθεί με την παραδοσιακή φόρμα, για τη σατιρική του διάθεση, για  την απολαυστική ανάγνωση που προσφέρει. Δεν νομίζω πως αυτά είναι λίγα. Ίσα ίσα το καταξιώνουν ανάμεσα σε μια πληθώρα μυθιστορημάτων που μας κατακλύζουν, συχνά χωρίς αντικείμενο, χωρίς θεματική, χωρίς τελικά λόγο ύπαρξης. Εδώ όλα αυτά υπάρχουν.


Διώνη Δημητριάδου






Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Επαναστατημένες λέξεις μέσα μου - Διώνη Δημητριάδου - μαζί με μια φωτογραφία του Matthew Brookes



Επαναστατημένες λέξεις μέσα μου




Και τι να είναι άραγε η γραφή, και η λογοτεχνία και επιτέλους η ποίηση, κυρίως αυτή, τι είναι; Λέξεις που ακροβατώντας ισορροπούν στο εδώ και στο πιο πέρα της συνείδησης, κρεμιούνται απ’ το ταβάνι, αιωρούνται πάνω απ’ το κεφάλι μου, κατακρημνίζονται έπειτα, αδύναμες να σώσουν το κεφάλι τους, περιγελούν την άγνοιά μου –δεν σας γνωρίζω, δεν ξέρω πού με πάτε– κρύβομαι να μη με δουν μα αυτές με ξετρυπώνουν πάντα –δεν έχω βρει άλλη κρυψώνα απ’ τη ντουλάπα μου– πού να τις ξεγελάσω, πάντα θα με φέρνουν στη  επιφάνεια του εδώ και τώρα να μιλήσω, κι ας μην έχω πάντα κάτι περίτεχνο να πω. Μίλα απλά, προστάζουν κι εγώ διαλύομαι, δεν ξέρω να ισορροπώ ούτε ποτέ μου τα κατάφερα να μάθω το ποδήλατο – πάντα θα πέφτω ακόμα κι από τους δέκα πόντους, μα η γραφή έχει απαιτήσεις, λεπτές ακροβασίες και ίλιγγο πολύ. Μάθε να πέφτεις, ψιθυρίζουν μέσα μου, φοβάσαι; Ο φόβος της γραφής, από τους πιο βαθιά κρυμμένους, με αντοχές πολλές, με επιχειρήματα κυρίως λογικά – αυτά ακόμα πιο πολύ σκοτώνουν την ψευδαίσθηση και ύστερα θρυμματίζουν τους καθρέφτες που επιμένουν να δείχνουν παραμορφωτικά τα  είδωλα. Και λες να αφήσεις λοιπόν παράθυρα ανοιχτά, οι λέξεις να αναπνεύσουν, να φύγουν να χαθούν, να μη σε βασανίζουν. Και τότε αντί να εξαφανιστούν, λες και αυτό περίμεναν, ορμάνε μόνες στο χαρτί, σε κάνουν πέρα και χωρίς ανάσα γράφουν και γράφουν ασυνάρτητα. Έτσι νομίζεις. Αλίμονο. Το πιο ανυπόφορο είναι που βλέπεις αποτυπωμένη τη ζωή σου, τη αγωνία σου, τους φόβους σου γραμμένους πια. Και τότε ησυχάζουν, ηρεμούν οι λέξεις μέσα σου, βυθίζονται σε κώμα άγρυπνο. Να λες πως πέθαναν κι αυτές να αναπνέουν. Ως να έρθει πάλι η ώρα του ξεσηκωμού, της ανταρσίας η ώρα, η δική τους. Ατέλειωτη πορεία σωστική για τούτες και για σένα.

Διώνη Δημητριάδου

(η φωτογραφία του Matthew Brookes)