Χειμωνιάτικα όνειρα
F. Scott Fitzgerald
Εισαγωγή, Μετάφραση, Επίμετρο: Λένα Σαμαρά
Εκδόσεις Χνάρι
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
Εύθραυστο σαν το φτερό μιας πεταλούδας
Η δεκαετία του 1920 έμελλε να είναι η εποχή των θαυμάτων, σε μια κοινωνία που διψούσε για την ανανέωση ως ελπίδα ισορροπίας μετά από έναν καταστρεπτικό πόλεμο που ισοπέδωσε αξίες, συναισθήματα, και έθεσε νέους όρους για τη ζωή, ήταν όμως και η «εποχή της τζαζ», όπως ο Φιτζέραλντ την ονόμασε, αποτυπώνοντας τον ήχο της, ανατρεπτικό, επινοητικό και αυτοσχεδιαστικό, σε άμεση σχέση με το γενικότερο κλίμα. Ένας «χώρος» όπου οι αντιθέσεις ήταν αναμενόμενες, οι απογοητεύσεις ακολουθούσαν τα γρήγορα «πετάγματα», τις ακραίες επιδιώξεις, το συχνά παράλογο (όμως τόσο αναγκαίο) όνειρο. Ειδικά στη Νέα Υόρκη, την πόλη σύμβολο του αμερικανικού ονείρου, λαμπερού όσο και κενού νοήματος, δεν μπορούσε η λογοτεχνία να μη θελήσει να αποτυπώσει τις διάφορες μορφές του. Ο Σκοτ Φιτζέραλντ με τον Υπέροχο Γκάτσμπι (1925) παρουσίασε, με τη λογοτεχνική επεξεργασία, το όνειρο, το θαύμα, την κατάρρευση, την απογοήτευση. Επειδή, όμως, τα μεγάλα έργα δεν προκύπτουν από συγγραφική παρθενογένεση, το διήγημά του «Χειμωνιάτικα όνειρα» είναι, κατά τον ίδιο, «ένα είδος πρώτου σχεδίου της ιδέας του Γκάτσμπι». Έτσι, παρακολουθούμε στη μικρογραφία ενός διηγήματος, τη βασική ιδέα που αναπτύχθηκε στο εμβληματικό του μυθιστόρημα, τη στιγμή της συνειδητοποίησης πως ό,τι φαινόταν όνειρο υλοποιήσιμο, χειροπιαστό, μπορεί να διαλυθεί, κι εσύ να παραμείνεις στη θέση του παρατηρητή της ζωής σου. Όπως ο Γκάτσμπι βρίσκεται στο τέλος του μυθιστορήματος «πίσω» από το όνειρό του, και ας μην το έχει ακόμη συνειδητοποιήσει, έτσι και ο ήρωας του διηγήματος κατανοεί τη διάλυση των ψευδαισθήσεών του.
Ακόμα και η θλίψη, που θα μπορούσε να τον συντροφεύει, έμεινε πίσω, στη χώρα των ψευδαισθήσεων, της νιότης, της πληρότητας της ζωής, εκεί όπου τα χειμωνιάτικα όνειρά του είχαν ανθίσει. (σ. 65).
Στα «Χειμωνιάτικα όνειρα» το σκηνικό στήνεται σε μια Λέσχη γκολφ, δίπλα σε λίμνη, στα Βορειοδυτικά, ιδανική επιλογή για να δείξει εν μέσω δυνατοτήτων που ο περιβάλλων χώρος δημιουργεί, την υλοποίηση του αμερικανικού ονείρου, εστιασμένο στον ήρωά του, τον Ντέξτερ Γκριν, που ο έρωτας, εξιδανικευμένος από τον ίδιο, ήταν αρκετός για να μεταπηδήσει από τη μία κοινωνική τάξη στην άλλη, και από την έσχατη βαθμίδα του βοηθού των πλούσιων παικτών, να βρεθεί στον κύκλο της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Όταν θα εννοήσει πως ο έρωτας για την Τζούντι Τζόουνς ήταν μόνο ένα ψεύτικο σκαλοπάτι για την προσωπική του ανέλιξη, έχοντας ήδη συνδέσει τη ζωή του με το ανέφικτο πλέον όνειρο, θα καταρρεύσει. Είναι άραγε αυτή η διαπίστωση μόνο του Ντέξτερ; Στον Υπέροχο Γκάτσμπι θα διαβάσουμε: «Κι έτσι συνεχίζουμε, βάρκες ενάντια στο ρεύμα, επιστρέφοντας ασταμάτητα στο παρελθόν». Σαν να μην έχει τέλος αυτή η πορεία. Αυτό το διήγημα των σαράντα περίπου σελίδων μπορεί μεν να εκφράζει με εύστοχο τρόπο την αμερικανική κοινωνία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, και όχι μόνο τον μικρόκοσμο των ηρώων του, όμως έχοντας στον πυρήνα του την πάντοτε δελεαστική αυταπάτη του ανθρώπου, κυρίως σε μια καταναλωτικά φτιαγμένη ψευδαίσθηση ικανοποίησης όλων των, υλικών και μη, επιδιώξεών του, έχει τη δύναμη ακόμη και σήμερα να λειτουργεί επιδραστικά· αυτό άλλωστε είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κλασικής λογοτεχνικής γραφής. Ο Φιτζέραλντ, σαν να ήθελε να τεκμηριώσει ακριβώς αυτή τη συνθήκη, γράφει: «Αυτό είναι μέρος της ομορφιάς της λογοτεχνίας. Ανακαλύπτεις ότι οι πόθοι σου είναι καθολικοί πόθοι, ότι δεν είσαι μόνος και απομονωμένος από τους άλλους». Σε μια τραγική ερμηνεία των λέξεών του, σαν να βρισκόμαστε όλοι μαζί, τότε και τώρα, μέσα στην ευθραυστότητα ενός ονείρου.
Πίστευε πως, μην έχοντας τίποτε άλλο να χάσει, ήταν επιτέλους άτρωτος – αλλά τώρα ήξερε πως μόλις είχε χάσει κάτι ακόμα, τόσο πραγματικό, όσο αν είχε παντρευτεί την Τζούντι Τζόουνς και την έβλεπε να ξεθωριάζει μπροστά του. […] Για πρώτη φορά μετά από χρόνια έτρεχαν δάκρυα στο πρόσωπό του. Τώρα όμως τα δάκρυα ήταν για τον ίδιο. Τα χείλη της, τα μάτια της, τα χέρια της που κινούνταν δεν τον άγγιζαν. Ήθελε να νοιαστεί, μα δεν μπορούσε. Γιατί είχε φύγει και ήταν αδύνατο να επιστρέψει πιά. Οι πύλες είχαν κλείσει, ο ήλιος είχε δύσει και δεν είχε απομείνει καμιά ομορφιά – παρά μόνο η γκρίζα ομορφιά του ατσαλιού, που αντέχει στον χρόνο. (σσ. 64-65).
Είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπουμε την εμφάνιση ενός καινούργιου εκδοτικού οίκου, με την επιλογή ενός διηγήματος του Φιτζέραλντ ως αρχική πρόταση. Και ακόμη πιο ενδιαφέρον, να έχουμε στα χέρια μας μια άριστη σε σχεδιασμό έκδοση, αισθητικά και τυποτεχνικά, με Εισαγωγή στον συγγραφικό κόσμο του Φιτζέραλντ, με εξαιρετικό Επίμετρο που συνδέει τη συγκεκριμένη γραφή τόσο με την εποχή της όσο και με την προσωπική ζωή του συγγραφέα, με φωτογραφικό υλικό. Η εκδότρια Λένα Σαμαρά «πήρε επάνω της» όλη αυτή την αρχική προσπάθεια, καθώς σ’ αυτήν ανήκει, εκτός από τη μετάφραση του διηγήματος, τόσο η Εισαγωγή όσο και το Επίμετρο. Η επιμέλεια είναι του Παναγιώτη Κερασίδη, ο σχεδιασμός του εξωφύλλου έγινε από τον Βασίλη Παπαγεωργίου. Να επισημανθεί και η φροντίδα για τον κολοφώνα, κάτι που πλέον δεν θεωρείται αυτονόητη προσθήκη σε μια έκδοση. Μπράβο για την πολύ καλή αρχή!
Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου