Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2020

Πάνω στα ποτάμια που κυλούν António Lobo Antunes μετάφραση από τα Πορτογαλικά: Μαρία Παπαδήμα εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr


Πάνω στα ποτάμια που κυλούν
António Lobo Antunes
μετάφραση από τα Πορτογαλικά: Μαρία Παπαδήμα
εκδόσεις Πόλις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr
https://www.vakxikon.gr/πάνω-στα-ποτάμια-που-κυλούν-του-α-λ-αντ/




Μια θέα στη ζωή και στον θάνατο ή καλύτερα μια θέα στη ζωή μέσα από τον θάνατο. Σε ποιον άραγε επιτρέπεται, αλλά και με ποιο τίμημα; Είναι ίσως από τα οριακά σημεία, από αυτά που αντικρίζεις το χάος κάτω από τα πόδια σου, που νιώθεις για πρώτη φορά τόσο κοντά στον ιερό τρόμο, το πανάρχαιο δέος. Και είναι τότε που όλα τα ασφαλή ως τότε δεδομένα σου μοιάζουν τόσο ελάχιστα μεγέθη μπροστά όχι τόσο στο απρόσμενο τέλος της διαδρομής όσο στο βαθιά ανοίκειο άγνωστο πέρασμα. Το βιβλίο του Antunes δεν διαβάζεται ακολουθώντας την πεπατημένη οδό των λογικών συνδέσεων – η αίσθηση της δομής καταργείται και τα ηνία αναλαμβάνουν οι συνειρμοί, παντοδύναμοι και ισοπεδωτικοί κάθε προδιαγραφής. Αν, ωστόσο, φαντάζει αδύναμη η θεωρητική σκευή της Λογοτεχνίας για να κατηγοριοποιήσει αυτή τη γραφή, αναδεικνύεται μια άλλη προσέγγιση του γραπτού λόγου, πιο προσωπική, πιο ευφάνταστη, πιο τραγική στο νόημά της. Αυτή είναι η απαραίτητη συνθήκη ανάγνωσης ενός κειμένου που από την πρώτη του σελίδα ανοίγει το σκοτεινό και πολύπλοκο τοπίο του – τόσο αντιστικτικά διαφορετικό από το λευκό του νοσοκομείου, μέσα στο οποίο η ζωή παλεύει με την απειλή του θανάτου. Ένα σώμα αφημένο στα χέρια των γιατρών, 

«ο αχινός μιας καστανιάς  άλλοτε στην είσοδο του κήπου και σήμερα μέσα του που ο γιατρός ονόμασε καρκίνο και μεγάλωνε σιωπηλά…» (σελ.9)

Έτσι εισβάλλει στη σκηνή απέναντι από το πάσχον σώμα η φύση, ικανή να ενσωματώσει μέσα της κάθε μορφή ζωής από τη γέννηση ως την τελική αποσύνθεση. Τη μυστική αυτή σύνδεση με τα φυσικά πράγματα τη νιώθει ο άντρας που βρίσκεται στο νοσοκομείο (δυνητικά ο συγγραφέας)· μόνο που χρειάζεται η ενδιάμεση παρουσία του λόγου, προκειμένου να μεταστοιχειωθεί σε λεκτικό σχήμα το σκληρό προσωπικό βίωμα. Είναι, λοιπόν, η γραφή ικανή να δώσει μορφή αναγνωρίσιμη στον φόβο που κάνει κύκλους πολιορκώντας το αδύναμο σώμα και την ακόμη πιο αδύναμη συνείδηση; Μπορεί να δώσει την απαραίτητη υλική υπόσταση στο ανομολόγητο δέος; Αν ναι, τότε ίσως να αποβεί και ιαματική. Ο άντρας αφήνεται όχι μόνον στα χέρια των γιατρών του, που κατακόπτουν το σώμα του προς πιθανή ίαση, αλλά και πάνω στα ποτάμια που κυλούν. Η αδιάκοπη ροή της ζωής φέρει μαζί της τις μνήμες του παρελθόντος που καθώς κυλούν παρασύρουν μαζί τους και την ιλύ του ποταμού συσκοτίζοντας συχνά τα αληθινά γεγονότα, μεταπλάθοντας άλλοτε τον αντικειμενικό χρόνο σε υποκειμενικό, ανατρέποντας τη γραμμική σειρά των στιγμών και επινοώντας ανάμεσά τους άλλες συγχέοντας την αλήθεια με τη φαντασία ή τη βαθύτερη επιθυμία, την ανεκπλήρωτη.

Το τρωθέν από την ασθένεια σώμα παραμερίζει την ευθύγραμμη πορεία του χρόνου, ανοίγει ρωγμή στη λογική επιφάνεια και επιτρέπει στην πρότερη μορφή του να διεισδύσει στο παρόν· αναδύεται το παιδί μέσα του ανασύροντας τη μνήμη και αναζητώντας την αρχή του νήματος, τώρα που το τελείωμά του είναι πλέον ορατό, 

«η πόρτα που οδηγούσε στον εαυτό του δίπλα του, μπορούσε να την αγγίξει με το χέρι, την έσπρωξε και ξαναβρήκε τον εαυτό του παιδί…» (σελ. 113)


Κι όπως οι εικόνες μπερδεύονται μεταξύ τους ακολουθώντας την ανισόπεδη διαδρομή του υποσυνειδήτου, πρόσωπα οικεία αλλά απόντα πλέον γίνονται σχεδόν ορατά, όπως και γεγονότα ξεχασμένα αποκτούν πάλι την υπόστασή τους αλλά και το μερίδιο της δικής του ευθύνης το καθένα σε όσα συνιστούν τη ζωή του άντρα, τις σκέψεις του και τα πάθη του. Η γραμμή πάντα τελειώνει στο δωμάτιο του  νοσοκομείου, εκεί που το παρόν δηλώνει με περισσή σκληρότητα τη μόνη λογική παρουσία μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα προσώπων και πραγμάτων.
Το βιβλίο του Antunes μπορεί να διαβαστεί στο πρώτο του επίπεδο σαν ένα ιστορικό ασθένειας, τραγικό στην αλήθεια του, αδυσώπητο στη γνώση του  αναμενόμενου τέλους. Κάτω, ωστόσο, από αυτή την επιφάνεια υπάρχει μια άλλη διαδρομή, πιο προσωπική και πιο επώδυνη και από την ίδια την αρρώστια. Αποτυπώνεται εικαστικά με την εικόνα του εξωφύλλου (Mircea Suciu, «Border», 2008). Η προσέγγιση του ακρότατου ορίου, πέρα από το οποίο η ευθύνη επαφίεται στο ίδιο το άτομο που τολμά να κοιτάξει τον σκοτεινό και απροσπέλαστο στη λογική χώρο. Όποιος βρεθεί σ’ αυτό το απώτατο σύνορο μαθαίνει πως μπορεί να ανακατεύει μεταξύ τους  τα παρελθοντικά χρονικά διαστήματα, όμως τίποτα δεν μπορεί να πει για το μέλλον, τίποτα για τη θέση του μέσα σ’ αυτό το ανεξερεύνητο φυσικό όλον. Τολμάει τότε να κοιτάξει μέσα στο σκοτεινό λαγούμι και να παραδεχθεί 

«τι έλλειψη απαντήσεων στις ερωτήσεις που κάνουμε χωρίς να λέμε τίποτα…» (σελ.122)

Κάτω από αυτό το πρίσμα το βιβλίο αποκτά μια σαφή υπαρξιακή ταυτότητα και φιλοδοξεί να σταθεί δίπλα στις πιο ειδικές φιλοσοφικές μελέτες σχετικά με τη θέση του αδαούς (θεωρούμενου νοήμονος) όντος μέσα στο σύμπαν, που καταφανώς αδιαφορεί για τις ανησυχίες του και προφανώς δεν  προτίθεται να του αποκαλύψει το παραμικρό από τη δική του «λογική». Ο Antunes καταβυθίζεται στον εαυτό του, με την αρωγή (ας επιτραπεί εδώ καταχρηστικά η λέξη) της ασθένειας και του επαπειλούμενου θανάτου, και αναδύεται με μια γραφή που δεν αφορά μόνον τον ίδιο πλέον, με τον όποιο ίσως ιαματικό της χαρακτήρα, αλλά απευθύνεται στον καθένα αναζητώντας τον κοινό τόπο του πάθους, του φόβου, της απώλειας των ελπίδων· εν τέλει δηλώνοντας τη μόνη αλήθεια που μπορεί να χαρακτηρίζει τη θνητότητα, πως δηλαδή η πορεία παραμένει προσωπική, όπως προσωπικά και αναπάντητα όλα τα ερωτήματα. Αυτή την ιδιωτική οδό, την ιδιώτευση στην άγνοια και στον πόνο, ποιος μπορεί να την αντέξει;
Τουλάχιστον αποκτά πλήρη συνείδηση του σώματος, των λειτουργιών του, έτσι που παρακολουθεί (σχεδόν βλέπει) τα όργανά του το ένα μετά το άλλο να υποκύπτουν στον εισβολέα και να καταργούνται, 

«ο σπλήνας, ο μυελός των οστών  κι ένας από τους νεφρούς απών, τι υπήρχε ακόμα, το πάγκρεας που η αφοσίωσή του τον έκανε περήφανο, η καρδιά που της χρωστούσε ευγνωμοσύνη, ο πόνος που τον συντρόφευε…». (σελ.211) 

Η εσωτερική διαδρομή δεν έχει μόνον πνευματική υπόσταση· έχει σάρκα, έχει αίμα που κυλά όπως τα ποτάμια, έχει θυσία σωματικών λειτουργιών, έχει χώμα και νερό, λάσπη και σκόνη. Όσο περισσότερο αναδύεται το σώμα σε κυρίαρχη οντότητα, τόσο όλα ερμηνεύονται μέσα από τα δικά του πάθη. Η σκέψη υποκύπτει στην αλήθεια της φθαρτότητας, η πνευματικότητα είναι πλέον μια οίηση. Ο πάσχων άνθρωπος είναι μόνος με το σώμα του και παρακολουθεί τη φθίνουσα πορεία του. 

Ο Antunes καταθέτει εδώ μια συγκλονιστική γραφή με γλώσσα απίστευτη στις δυνατότητές της, σε τέλεια μεταγραφή της στα ελληνικά από τη Μαρία Παπαδήμα – αν η γραφή απαιτεί οδύνη άλλο τόσο ζητάει το μερίδιό της σε αίμα και η μετάφραση. Πέρα από αυτή τη λογοτεχνική προσφορά, όμως, πρόκειται για ένα μανιφέστο μοναξιάς αναδεικνύοντας αυτήν ακριβώς τη συνθήκη σε αναγνωριστική της ανθρώπινης οντότητας.

Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου