Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Θα κοιμηθούμε όταν γεράσουμε Pino Corrias μετάφραση: Άννα Παπασταύρου εκδόσεις Κριτική η πρώτη δημοσίευση στοπεριοδικό diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/10248-koimithoume-otan-gerasoume


Θα κοιμηθούμε όταν γεράσουμε
Pino Corrias
μετάφραση: Άννα Παπασταύρου
εκδόσεις Κριτική
η πρώτη δημοσίευση στοπεριοδικό diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/10248-koimithoume-otan-gerasoume




η Ντολτσερόμα πίσω από τη λάμψη της

Στον μικρόκοσμό του χρησιμοποιούνταν οι λέξεις σαν ακονισμένες πέτρες που μπήγονταν στη ζωή του άλλου, σαν όπλα για να τροφοδοτούν  αρνητικά συναισθήματα, να καλλιεργούν τον φθόνο, να αποκαλύπτουν μυστικά, να διαβάλλουν, να συκοφαντούν, να τρομοκρατούν, να περιγελούν, να ταπεινώνουν. Και σχεδόν ποτέ για να ρωτούν, να καταλαβαίνουν και να παρηγορούν.

Ένας κόσμος βγαλμένος θαρρείς από την ταινία του Φελλίνι (La Dolce Vita), μεταφερμένος στο σήμερα· μια εικόνα όμως περισσότερο ζοφερή και σκληρή χωρίς το ελάχιστο ίχνος αθωότητας που είχε (ή θέλουμε να πιστεύουμε πως είχε) η δεκαετία του ’60.

Ο Όσκαρ Μαρτέλο, είναι ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας. Παραγωγός ταινιών, με στόχο  να αγοράσει το πιο εντυπωσιακό και το πιο αξιοθαύμαστο εργοστάσιο των ονείρων του, τα τετρακόσια στρέμματα της Τσινετσιτά, με όποιο κόστος και φυσικά με εντελώς καταργημένα τα όρια της ηθικής του. Ζει σε μια χολυγουντιανού τύπου βίλα, έχει μια γυναίκα-πειρασμό που όμως κόβει σαν γυαλί,  μπερδεμένος ως τον λαιμό σε ύποπτα κυκλώματα, θα σχεδιάσει το απόλυτο κόλπο για να προωθήσει τη νέα του ταινία. Γνωρίζει καλά πως στο είδος του κινηματογράφου, που ο ίδιος υπηρετεί, αυτό που μετράει στην αθρόα προσέλευση του κόσμου στις αίθουσες δεν είναι η ποιότητα της ταινίας και η διαχρονική αξία της τέχνης αλλά η ικανότητα να τραβήξεις την προσοχή του κοινού στα πιο ευτελή και πρόσκαιρα, ωστόσο γαργαλιστικά ή σοκαριστικά. Για παράδειγμα, ο σκηνοθέτης Ατίλιο Φάμπρις  στην πρώτη μικρού μήκους ταινία του τάραξε τα νερά απαθανατίζοντας  τα τέσσερα δευτερόλεπτα της εκσπερμάτισής του, παρατείνοντάς τα σε τέσσερα λεπτά και σαράντα δευτερόλεπτα αργής κίνησης, με μια υπνωτιστική ηλεκτρονική μουσική τύπου Pink Floyd ως υπόκρουση, και με έναν τίτλο μεγαλύτερο από την ταινία: Η παραβολική καμπύλη του σχετικού χρόνου του Άλμπερτ Αϊνστάιν εφαρμοσμένη στην πτήση του πουλιού μου.

Ο δαιμόνιος παραγωγός επιλέγει να διαφημίσει τις ταινίες του με όχημα τα πρόσωπα που σχετίζονται μ’ αυτές.

[…] η ψυχή της αφήγησης δεν βρίσκεται ποτέ στην πλοκή αλλά στα πρόσωπα. Με τη χειραγώγηση των οποίων μπορείς να χειραγωγήσεις  το κοινό που τα χαζεύει μαγεμένο – γιατρούς, γιατρίνες, επιθεωρητές αστυνομίας, άχαρες αλλά καλοσυνάτες καθηγήτριες, γκόμενους προορισμένους για την καταστροφή, μάνες-κουράγιο, παπάδες, άγιους απατεώνες, άγιους αιμοσταγείς, ακόμα και πάπες, που όλοι τους έχουν στόχο το κοινό καλό της ακρόασης, το οποίο βέβαια συμπίπτει με το ατομικό, και με περίσκεψη υπολογισμένο, καλό του Όσκαρ Μαρτέλο.

Η ηρωίδα των ταινιών του και της ιστορίας μας, η Γιακαράντα Ρίτζι -κατά κόσμον Μαρία Ρίτζι- η ντίβα του σινεμά που έρχεται από ένα σύννεφο, ζει σ’ ένα σύννεφο, θα πάρει πάνω της το σχέδιο του παραγωγού της για τη διαφήμιση της ταινίας: η εξαφάνιση της πρωταγωνίστριας λίγο πριν την πρεμιέρα. Τι να συμβαίνει; Είναι ανακατεμένη η μαφία; Πρόκειται για απαγωγή; Με τη βοήθεια των δημοσιογράφων οι φήμες οργιάζουν, όσο εκείνη βρίσκεται απομονωμένη στο Παρίσι μαζί με τον επίσης αιφνιδίως εξαφανισμένο Αντρέα Σεράνο, τον σεναριογράφο  (αυτόν που περιοδικά ανακάλυπτε ως τότε ότι ο καιρός περνάει χωρίς να αφήνει πίσω του κάτι που να μοιάζει με εξήγηση) – μέρος του επιμελώς σχεδιασμένου «σεναρίου φυγής» των δύο προσώπων και επανεμφάνισής τους την κατάλληλη στιγμή, όταν δηλαδή η ταινία πλέον θα έχει αποτελέσει το απόλυτο must  στον κόσμο του σινεμά.

Επειδή όμως ειδικά στον χώρο του θεάματος αυτό που φαίνεται δεν είναι πάντα η αλήθεια, ο δαιμόνιος Όσκαρ έχει ένα περισσότερο ευφυές σχέδιο κρυμμένο μέσα στο πρώτο. Η ανατροπή, ωστόσο, θα έρθει από την απρόβλεπτη πρωταγωνίστρια, που θα αποφασίσει να πάρει τα ηνία στα χέρια της  και καταργώντας το αρχικό σχέδιο να μονοπωλήσει τη σκηνή της δημοσιότητας – ακόμα και με τον ακραίο  τρόπο που επιλέγει.  Ο  Pino Corrias επιφυλάσσει εκπλήξεις, που αποκαλύπτονται σταδιακά μέχρι το τέλος του βιβλίου.  

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η λογοτεχνία έχει τον τρόπο της να ανατρέπει βεβαιότητες και να φανερώνει αλήθειες. Εδώ αποδεικνύεται αυτό περίτρανα. Τα πρόσωπα που μυθοπλαστικά τριγυρνούν στις σελίδες του βιβλίου συνιστούν μια εικόνα αναμενόμενη σε πρώτη επαφή με το βιβλίο, για να δείξουν όμως στην πορεία της ιστορίας την άλλη όψη της πραγματικότητας. Η Ντολτσερόμα θα μπορούσε να είναι η φανταχτερή εκδοχή του κόσμου του θεάματος, το όνειρο κάθε νέου ηθοποιού, σκηνοθέτη, σεναριογράφου, κινηματογραφιστή. Μια εικόνα, όμως, που κόβει σαν σπασμένος καθρέφτης, κι ας εξακολουθεί να θέλγει με τη λάμψη των ειδώλων. Άλλωστε το λαμπερό φως πάντα τραβάει τις πεταλούδες για να τις οδηγήσει στον αφανισμό.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος ξαναγύρισα πίσω στο πρώτο κεφάλαιο – δεν το προσέχεις όσο πρέπει όταν ακόμη δεν γνωρίζεις την εξέλιξη της ιστορίας· στο τέλος όμως η επανάληψη επιβάλλεται. Εκεί, λοιπόν, στην αρχή της ιστορίας (κι ας αναφέρεται στα γεγονότα του τέλους της, σε μια κατάργηση της ευθύγραμμης χρονικά αφήγησης) δεσπόζει ο πίνακας Achrome του Πιέρο Μαντσόνι, ο οποίος σε μια ευφυή έμπνευση του συγγραφέα θα ταυτιστεί για τρεις λόγους με τον κεντρικό του ήρωα, τον Όσκαρ Μαρτέλο:

Ο πρώτος: είχε εκτιμηθεί κοντά στα δύο εκατομμύρια ευρώ. Ο δεύτερος: απεικόνιζε την ανεξιχνίαστη ιδιοσυστασία του ιδιοκτήτη του. Ο τρίτος: υπέβαλλε στον θεατή, πέρα από τον θαυμασμό για τον πίνακα και για τον κτήτορά του, την ανησυχητική υποψία ότι ο ένας εκ των δύο ήταν μεγαλοπρεπέστατα ψεύτικος.

Συμπυκνωμένη όλη η ουσία της φανταχτερής, εντυπωσιακής «Γλυκιάς Ρώμης», με τις εγγενείς φλόγες που την κατατρώνε αφήνοντας στάχτες πίσω τους. «Στάχτη» άλλωστε τιτλοφορείται αυτό το πρώτο κεφάλαιο ανταποκρινόμενο αφενός στην αλήθεια των γεγονότων, και αφετέρου υπονοώντας όλη τη σκέψη του συγγραφέα πίσω από την επινοημένη πλοκή της ιστορίας. Ο
Corrias κατάφερε να δώσει ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο και για το στήσιμο των σκηνών του (τα πρόσωπα εισβάλλουν στην ιστορία με ένα ρυθμό κινηματογραφικό, σαν σε διαδοχικά πλάνα ταινίας) αλλά και για την άποψη που διαφαίνεται πίσω από τη μυθοπλασία· ταυτόχρονα θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρόσωπα γραμμένα στο ρεπορτάζ μιας εφημερίδας (δικαιολογημένη η επιρροή μια που ο συγγραφέας είναι και δημοσιογράφος). Είναι ο σύγχρονος κόσμος (δημοσιογραφικός, κινηματογραφικός, πολιτικός) με τις κρυφές διασυνδέσεις, τα ύποπτα κυκλώματα, την αλληλοκάλυψη και αλληλοϋποστήριξη, με τελικό στόχο όλα να βαίνουν καλώς μέσα στη λάμψη και την αθωότητα μιας κοινωνίας του θεάματος. Μόνο που δεν συγχωρούνται όλα σ’ αυτό το συνονθύλευμα απατεώνων και απατεωνίσκων, μεγάλων ψαριών και μικρών θυμάτων στον ωκεανό της ασυδοσίας.

Η μετάφραση της Άννας Παπασταύρου ικανή να μεταφέρει τη ζωντανή γλώσσα, και να δώσει τον απαιτούμενο ρυθμό στην αφήγηση, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, γι’ αυτό και η ιδιαίτερη μνεία.



Διώνη Δημητριάδου