Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Κεκλεισμένων των στιγμών διηγήματα Όλγα Ιωαννίδου εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp


Κεκλεισμένων των στιγμών

διηγήματα

Όλγα Ιωαννίδου

εκδόσεις Κουκκίδα
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/kekleismenwn-twn-stigmwn/?fbclid=IwAR1yZxrjcN3O9_VHNbvZIF0r4mPb9OD5tkeQJGCB9WoL82EzFUwne5QFpBY




το απρόβλεπτο των στιγμών
Όταν στο εξώφυλλο του βιβλίου σε υποδέχεται μια μισάνοιχτη πόρτα (εγκιβωτισμένη σε οφθαλμό) έχεις ήδη την αίσθηση ότι τα πράγματα με τη γραφή της Όλγας Ιωαννίδου ίσως και να μην είναι τόσο εύκολα. Στη σκέψη συνειρμικά εκείνη η πόρτα από την αλληγορία του Κάφκα. Φταίει άραγε η αναγνωστική αυθαιρεσία για τη σύνδεση ή μήπως με αγαθή τη σύμπλευση συγγραφέα και αναγνώστη είναι ο συνειρμός κοινός; Ωστόσο, αφού η πόρτα μένει ανοιχτή για όποιον τη βλέπει ανοιχτή (σαν να λέμε γι’ αυτόν άνοιξε), πρέπει να μπεις.
Η ανάγνωση των διηγημάτων σε αποζημιώνει. Οκτώ ιστορίες, μικρές σχετικά σε μέγεθος, που μοιράζουν τους ρόλους, που επωμίζονται κάθε φορά οι ήρωές τους, πότε σε αντικείμενα και πότε σε υποκείμενα. Ναι, τα αντικείμενα έχουν τη δική τους οπτική στα γεγονότα – ίσως καμιά φορά τα προκαλούν – και αποκτώντας συνείδηση και λόγο καταθέτουν την άποψή τους. Ένα ρολόι, ένα κλειδί, ένα νόμισμα, ένα σημείωμα; Οι ήρωες ισάριθμων διηγημάτων; Η πρόκληση ενδιαφέρουσα.
Όσο για τα υποκείμενα, τα πρόσωπα των ιστοριών, αυτά ισορροπούν άλλοτε με επιδέξιες και άλλοτε με αδέξιες κινήσεις σε τοπία  μιας πλαστής πραγματικότητας – ως είθισται για ήρωες σε μυθοπλαστικές γραφές (το «μαγικό ψεύδος» της λογοτεχνίας) αλλά και  επειδή ακριβώς ο μύθος στον οποίο συμμετέχουν το απαιτεί. Έτσι, οι ιστορίες άλλοτε υποστηρίζουν το άλλοθι των προσώπων (ως την αποκαλυπτική κατάληξη), άλλοτε μιλούν γι’ αυτό που φαίνεται και όχι γι’ αυτό που είναι, αλλού τα πρόσωπα κινούνται ανάμεσα σ’ αυτό που θέλουν κι αυτό που μπορούν ή αλλού προετοιμάζουν τη φυγή τους αλλά αυτή δεν έρχεται – ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Σε μια άλλη ανάγνωση όλα αυτά συνοψίζονται ανάμεσα σ’ αυτό που φαντάζεσαι και σ’ αυτό που γράφεις – εδώ η συγγραφική συνθήκη.
Μένω σε δύο δείγματα γραφής που από μόνα τους οδηγούν την ανάγνωση. Το πρώτο είναι από το διήγημα «Δώδεκα ώρες»:
Η μνήμη είναι το πιο φασιστικό πράγμα στον κόσμο. Έρχεται χωρίς να σε ρωτήσει, ύπουλα, εκεί που δεν το περιμένεις, σου επιβάλλεται, σε αιχμαλωτίζει, με τον τρόπο της σε κάνει δούλο της, σε βασανίζει μέχρι να πεις «έλεος» και ύστερα σε στοιχειώνει και σε κάνει να την κουβαλάς μέσα σου κάθε λεπτό τη ζωής σου, έστω κι αν δεν το αντιλαμβάνεσαι.
Το δεύτερο είναι από το διήγημα «Το σημείωμα»:
[Θέλω να σου πω αντίο, αλλά μάλλον δεν θα το κάνω. Δεν υπάρχει λόγος. Είσαι πολύ τυχερό, ξέρεις. Εσείς τα χρυσόψαρα είστε από τα πιο τυχερά πλάσματα στον κόσμο. Σε μερικά δευτερόλεπτα δεν θα θυμάσαι καν την ύπαρξή μου, δεν πρόκειται να βιώσεις ποτέ καμία απώλεια παρά μόνον ίσως τη δική σου, αν φυσικά υποθέσουμε ότι βιώνει κάποιος τον θάνατό του. Αυτό το γεγονός από μόνο του ακυρώνει κάθε αποχωρισμό.]
Οι ιστορίες του βιβλίου αγαπούν τα παιχνίδια με τη μνήμη. Μόνο που εδώ δεν έχουμε μόνο το σύνηθες στους συγγραφείς, να ακουμπούν δηλαδή τη γραφή τους σε όσα έχουν αποθηκευθεί μέσα τους, βιώματα, εικόνες, πρόσωπα. Εδώ το παιχνίδι γίνεται με ελεύθερη τη μνήμη να κινηθεί αυτόνομα και ερήμην των προσώπων, που ως άβουλοι παρατηρητές τη ζωής τους αδυνατούν να διακρίνουν το αληθινό από το επινοημένο. Αν, όμως, η μνήμη αποδεικνύεται άπιστος μάρτυρας ζωής, τότε το μόνο που μπορείς να κρατήσεις στο χέρι σου και να ελέγξεις είναι οι στιγμές που βιώνεις στο παρόν. Παρήγορο αυτό, θα πει κανείς. Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν αυτές ακριβώς οι στιγμές αποδεικνύονται με τη σειρά τους απρόβλεπτες, άρα ομοίως άπιστες; Μετέωρος ο άνθρωπος καταλήγει να ρισκάρει κάθε λεπτό την αποδοχή του μέσα σ’ έναν κόσμο, που ίσως τον αρνείται ή τον αναιρεί. Επανέρχεται ο συνειρμός (η μνήμη του αναγνώστη διαρκώς σε ενάργεια) στο καφκικό τοπίο. Οι ήρωες των ιστοριών έχουν μπροστά τους μια πόρτα που έχει ανοίξει γι’ αυτούς. Αν δεν τη βλέπουν ανοιχτή, τόσο το χειρότερο για τους ίδιους. Απομένει να «βλέπουν» και να «ζουν» μια πραγματικότητα τόσο πλαστή όσο εκείνη του θαλασσινού τοπίου από την ταινία του Φελίνι «E la Nave Va» ή όσο το σκηνικό της έξοχης ιστορίας «The Love Boat», η οποία κλείνει με νόημα το μάτι σε όλες τις υπόλοιπες, κλείνοντας ταυτόχρονα και το βιβλίο.
Νομίζω αξίζει ιδιαίτερη μνεία να γίνει στο γεγονός πως πρόκειται για την πρώτη εμφάνιση της Όλγας Ιωαννίδου στην πεζογραφία. Ο πήχης αρκετά ψηλά ήδη.

Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου