Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Αγάθη Γεωργιάδου Λογοτεχνικές διαδρομές Μελέτες για τη Θεωρία, την Ερμηνεία και τη Διδακτική της λογοτεχνίας Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Αγάθη Γεωργιάδου

Λογοτεχνικές διαδρομές

Μελέτες για τη Θεωρία, την Ερμηνεία και τη Διδακτική της λογοτεχνίας

Εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Λογοτεχνικές διαδρομές» της Αγάθης Γεωργιάδου (κριτική) – Πώς διαβάζεται, ερμηνεύεται και διδάσκεται η λογοτεχνία

 


 


 

Θεωρία, Ερμηνεία και Διδακτική της λογοτεχνίας

 

Σαφέστατος ο υπότιτλος του πρόσφατου τόμου (Λογοτεχνικές διαδρομές) με μελετήματα της Αγάθης Γεωργιάδου, παρουσιάζει τις τρεις σημαντικές λογοτεχνικές παραμέτρους. Αρχικά η Θεωρία της λογοτεχνίας, η βάση επάνω στην οποία στηρίζονται οι επιστημονικές προσεγγίσεις των λογοτεχνικών έργων, το απαραίτητο εφόδιο για όποιον επιχειρεί να μιλήσει για τα τεκταινόμενα στο λογοτεχνικό πεδίο. Κατόπιν η Ερμηνεία, η ερμηνευτική διαδικασία, με άλλα λόγια η εφαρμογή της θεωρητικής σκευής στα μελετώμενα λογοτεχνικά έργα, η κατάθεση της θέσης/άποψης της κριτικής εισχώρησης στο πνεύμα των έργων, με συνεκτίμηση της εποχής, των συνθηκών (προσωπικών και συλλογικών) που διαμορφώνουν κάθε φορά το αναγκαίο κλίμα, προκειμένου να ευδοκιμήσει μια γραφή. Τέλος, μια σημαντική παράμετρος, που δεν θα μπορούσε να λείπει από την οπτική της Γεωργιάδου, καθώς έχει αφιερώσει πλείστα όσα χρόνια στον τρόπο που η λογοτεχνία ως θεωρούμενη έννοια αλλά και τα λογοτεχνικά έργα, και δη τα ποιητικά, μπορούν να αγγίξουν τη Διδακτική, και αυτή ως θεωρία αλλά και ως πράξη, μέσα στις σχολικές αίθουσες.

Τα 51 κείμενα που συμπεριλαμβάνονται στον τόμο προέρχονται από ομιλίες/εισηγήσεις σε συνέδρια ή έχουν την πρώτη τους δημοσίευση σε έντυπα και ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά. Εκτεινόμενα από το 2005 έως το 2025, συνιστούν τη φυσική συνέχεια του πρώτου τόμου με τις Λογοτεχνικές διαδρομές (Ελληνικά γράμματα, 2005), που είχε ως θεματική την αρχαία και τη σύγχρονη λογοτεχνία, συναντώμενες στο πνεύμα της παράδοσης. Ο ανά χείρας τόμος αφορά αποκλειστικά τη νεοελληνική λογοτεχνική γραφή και εξετάζει τις διαφορετικές φωνές, τα θεματικά μοτίβα και τους τρόπους που οι σύγχρονοι λογοτέχνες εκφράζονται, ακολουθώντας τη χρονική σειρά από τους παλαιότερους έως τους διακριτούς στο σημερινό τοπίο.

Ως αρχικό κείμενο επιλέγει η Γεωργιάδου το θεωρητικό περί της γλώσσας της ποίησης αλλά και της ποίησης της γλώσσας. Σημαντικό, καθώς δίνει το αναγκαίο «στίγμα», τον τρόπο που προσεγγίζεται η ποίηση, διατηρώντας τον ρυθμό της, τη ροή της γλώσσας με πιο σύγχρονους τρόπους από αυτόν της παραδοσιακής ομοιοκαταληξίας, τις συνηχήσεις, την εναλλαγή των μέτρων, το προσωπικό ύφος του κάθε ποιητή.

Η Γεωργιάδου προβαίνει σε δημιουργικές συγκρίσεις ανάμεσα σε γραφές (με τη θεωρητική υποστήριξη της «διαλογικότητας» του Μιχαήλ Μπαχτίν και της «διακειμενικότητας» του Ρολάν Μπαρτ), όπως, για παράδειγμα, τα ίχνη της σολωμικής ποίησης στην ποίηση των ποιητών της γενιάς του ’70 ή τα συγγενικά στοιχεία ανάμεσα στην ποίηση του Κώστα Μόντη και του Νικηφόρου Βρεττάκου ή τον κοινό τόπο στον οποίο συναντώνται το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Εμβατήριο του ωκεανού» και η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου.



Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θεματικές της προσεγγίσεις στο σύνολο του έργου ενός λογοτέχνη, γεγονός που αναδεικνύει τη σφαιρική γνώση γύρω από τα πρόσωπα, την εποχή, τους τρόπους έκφρασης. Για παράδειγμα εξετάζει τον Μίλτο Σαχτούρη μέσα από τη συχνή επιλογή του ρήματος «καρφώνω», τον Κώστα Θ. Ριζάκη μέσα από τα αρχαιόθεμα μοτίβα της πρώτης φάσης του έργου του, τον Μάρκο Μέσκο μέσα από το μοτίβο του θανάτου, τον Γιώργο Βέη ως προς την εναλλαγή φθοράς και ανανέωσης, στην ουσία μια «διαχείριση» των χρονικών διαστημάτων ή καλύτερα του χρόνου ως οιονεί «άχρονου».

Αποδεικνύοντας η Γεωργιάδου, σε αντίστροφη πορεία τώρα, πώς εκ του μέρους αναφαίνεται ικανοποιητικά το όλον, προσεγγίζει διεισδυτικά έναν ποιητή μέσω ενός ποιήματός του. Για παράδειγμα, τον «πολιτικό» Γιώργο Σεφέρη (συγκεκριμένα την τοποθέτησή του απέναντι στην τότε αγγλική πολιτική) μέσα από το ποίημά του «Στα περίχωρα της Κερύνειας», αναδεικνύοντας τον πολιτικό πυρήνα του ποιήματος, άρα και της σκέψης του ποιητή, με άμεσο τρόπο ή με έμμεσο (πώς το φως εκδικείται), μέσα από τη θεατρικότητά του με τη χρήση διαλόγου, την σχεδόν «καβαφική» του ειρωνεία. Ένα ποίημα που, όπως σχολιάζει η μελετήτρια, καταδικάζει τον βρετανικό ιμπεριαλισμό με πρωτότυπα ποιητικά μέσα, αποβαίνοντας στην ουσία προφητικό.

Προσεκτική η δομή των κειμένων του βιβλίου, με μικρή θεωρητική εισαγωγή, με συμπερασματική και συνοπτική κατακλείδα, και ενδιάμεσα όλη η ουσία, με ακρίβεια η θεματική του κάθε μελετήματος. Ενίοτε, χωρίς ιδιαίτερη εισαγωγή, κατευθείαν στο εξεταζόμενο, αν έτσι το απαιτεί η θεματική.

Στο εξαιρετικό κείμενο «Ο ερμηνευτικός διάλογος και οι σιωπές του κειμένου», βλέπουμε πώς ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να «διδαχθεί» μέσω δύο σημαντικών αξόνων: αρχικά όχι με τη χρήση της αυθεντίας ως απόλυτης γνώσης του διδάσκοντος, αλλά με τη χρήση του δημιουργικού, εξερευνητικού, ως προς το κείμενο, διαλόγου, καθιστώντας έτσι το έργο «κτήμα» των διδασκομένων, που συνέβαλαν στην κατανόηση, ανταπόκριση, ερμηνεία αλλά και την αισθητική (ιδιαίτερης σημασίας αυτή) του υπό εξέταση έργου. Ο δεύτερος άξονας, συμπληρωματικός του πρώτου, αφορά τις σιωπές του κειμένου, καθώς ένα ποίημα όσα δηλώνει με τις λέξεις του άλλα τόσα και περισσότερα δηλώνει ανάμεσά τους, και είναι αυτά που ανακαλύπτει η κάθε μία ανάγνωση, μακάρι πολλές. Στο θεωρητικό αυτό κείμενο ενσωματώνεται και η «απόδειξη» μέσα από τη διδακτική ενός ποιήματος του Γιάννη Βαρβέρη.

Σκέφτομαι, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση αυτού του πολύ σημαντικού βιβλίου, ότι η Αγάθη Γεωργιάδου έχει στην ουσία έναν τρόπο, και για να μιλήσει για τη λογοτεχνία και για να διδάξει τη λογοτεχνία. Αυτός ο τρόπος συνίσταται στην απομάκρυνση από την αυθεντία, στη διευκόλυνση της ανάγνωσης ώστε να βρει τον δικό της δρόμο μέσα στους λαβυρινθώδεις της λογοτεχνικής κριτικής (ας δούμε και τον πίνακα του εξωφύλλου, έργο του Θανάση Παναγιώτου, με τον εύγλωττο τίτλο Κωπηλατώντας). Διαβάζουμε στον Πρόλογο του βιβλίου: «Ο κριτικός λόγος, όταν δεν λειτουργεί ως αποτίμηση αλλά ως συνομιλία, αφήνει τον δημιουργό να αναπνέει μέσα στο κείμενό του και τον αναγνώστη να βρίσκει τον δικό του δρόμο προς αυτό». (σ. 11). Αυτήν ακριβώς την αίσθηση έχεις, διαβάζοντας τα μελετήματα της Γεωργιάδου. Παίρνεις ανάσες, όπως ανασαίνουν στα χέρια της και τα λογοτεχνικά έργα που εξετάζει και, πίσω από αυτά, ο δημιουργός τους.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε πει κάποτε: «Κολακεύομαι να πιστεύω ότι, αν δεν είχα γίνει ποιητής, θα μπορούσα να είμαι ένας καλός ζωγράφος». Το ίδιο ακριβώς είχε δηλώσει και ο Μίλτος Σαχτούρης. Η σύμπτωση αυτή δεν είναι τυχαία· μαρτυρεί πόσο άρρηκτα οι ποιητές μας αντιλαμβάνονται τη συγγένεια της ποίησης με τη ζωγραφική, μια άποψη που έχει ήδη διατυπωθεί από τον Σιμωνίδη τον Κείο τον 6ο αι. π. Χ., ο οποίος, κατά τον Πλούταρχο, όρισε τη ζωγραφική ως «ποίηση που σωπαίνει» και την ποίηση ως «ζωγραφική που μιλάει». («Ο εικαστικός Χαραλαμπίδης», σ. 253).

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου