Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Διώνη Δημητριάδου Αδώνιδος Κήποι ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Δάφνη Μαρία Γκυ Βουβάλη

 Διώνη Δημητριάδου

Αδώνιδος Κήποι

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Δάφνη Μαρία Γκυ Βουβάλη

η πρώτη δημοσίευση στο περί ου

  Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Διώνη Δημητριάδου, «Αδώνιδος Κήποι», εκδόσεις ΑΩ – Περιοδικό Περί Ου

 


Άδωνης, θάνατος και ανάσταση

 

Πόνος, απόγνωση, πένθος. Τρία απόλυτα δυνατά συναισθήματα που κατακλύζουν την ποιητική συλλογή της Διώνης Δημητριάδου «Αδώνιδος Κήποι», (εκδόσεις ΑΩ), η οποία με μοχλό έναν εξαιρετικό αρχαιοελληνικό μύθο, τον μύθο του Άδωνη, επέλεξε ν’ αναπτύξει με μεγάλη λογοτεχνική εκφραστικότητα και πλαστικότητα τα κορυφαία για τον άνθρωπο ζητήματα του θανάτου και της ανάστασης.

Τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής δίνουν τον τόνο του αντικειμένου που θα συναντήσει μπροστά του ο αναγνώστης: το πρώτο, με τον τίτλο «Ποιητού το ήθος», καταθέτει την ψυχή του γράφοντος και όσα τον βασανίζουν με την διπλή ιδιότητά του ως  ποιητή και ανθρώπου, και δηλώνει, ευθύς εξ αρχής, σαν μια ανακοίνωση εκ των ων ουκ άνευ, πως «ήθος του ποιητή, το άχθος του ανθρώπου».

Και το δεύτερο, με την μορφή του πεζοποιήματος, και με τον τίτλο «Αδώνιδος κήποι» επεξηγεί πλήρως τον τίτλο του βιβλίου, ο οποίος μέσα από ένα αρχαίο έθιμο που αφορά στον Άδωνη και επιμένει στην διαχρονία του μέχρι σήμερα, ανοίγει την «πόρτα» στην πραγμάτευση από την ποιήτρια του ευαίσθητου θέματος της φθοράς και του θανάτου: οι Αδώνιδος Κήποι δεν είναι άλλοι από τα πιατάκια με την φυτρωμένη φακή που γέμιζαν οι γυναίκες στην αρχαιότητα κατά τη διάρκεια των Αδωνίων, γιορτής προς τιμήν του θεού Άδωνη. Η λιγόζωη φακή συμβόλιζε την σύντομη ζωή του θεού και τον θάνατό του, (την κάθοδό του στο χθόνιο βασίλειο της Περσεφόνης), και το έθιμο επιβίωσε μέσα στην χριστιανική θρησκεία: τηρείται ακόμη σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας κατά την Μεγάλη Εβδομάδα, και συγκεκριμένα την Μεγάλη Παρασκευή, κατά την περιφορά του Επιταφίου. Συμβολίζει το πένθος αλλά και την Ανάσταση, αφού η ανάσταση του Άδωνη (η άνοδός του ξανά στην επιφάνεια της γης), ταυτίστηκε με την Ανάσταση του Χριστού.

Το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου όμως είναι ένα μεγάλο πένθος για την ανέκκλητη κατίσχυση του θανάτου στον άνθρωπο, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης. Η ανάσταση αφορά τον έναν, και όχι τους πολλούς κοινούς θνητούς. Τα πεζά, χωρίς σημεία στίξης κείμενα στο τέλος του κάθε ποιήματος εν είδει επιμέτρου, επεξηγούν, συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν αυτόν τον συλλογισμό της.

Η ποιήτρια μέσα στο έργο της, συνδέει με χαρισματικό τρόπο τον μύθο του Άδωνη με τα Πάθη του Χριστού – με τον θάνατο και την Ανάστασή του. Και χρησιμοποιεί για γέφυρα την συμφιλίωση του αρχαίου θεού με τα σημάδια του παρόντος, ως αντίδοτο στην φθορά και την λήθη: «Γελάει ο Άδωνις / το νέο ρούχο του φορεί / τα νέα του σημάδια / δοξαστικά / λατρευτικά / καθόλου δεν τον νοιάζει / η νέα του μορφή / την συμφιλίωση έμαθε / την αναγκαία προσαρμογή / ίαμα στη φθορά» (ποίημα «Άωρος θάνατος»).

Παρακολουθώντας τους βαθύτερους συλλογισμούς της Διώνης Δημητριάδου, διαπιστώνουμε ότι πίσω από κάθε ένα από τα ποιήματά της βρίσκεται αυτό το μοναδικό θέμα, το οποίο αναπτύσσεται με πίκρα και πόνο σε χίλιους τόνους και με χίλιους τρόπους. Συμμέτοχη στην ποιητική της γραφή είναι ακόμη και η περσόνα του λύκου, την οποία η ποιήτρια χρησιμοποίησε ήδη με τόση επιτυχία στο βιβλίο της «Παλίμψηστη του λύκου μου μορφή», που εκδόθηκε το 2021, πάλι από τις εκδόσεις ΑΩ.

Ενώ εδώ, ένα επιτυχημένο φραστικό αλλά και ουσιαστικό εύρημα της ποιήτριας αποτελούν οι «μικρές Παρασκευές» των κοινών θνητών όλου του χρόνου, που έρχονται σε αντιδιαστολή με την μια και μοναδική Μεγάλη Παρασκευή του Θεανθρώπου. Διότι αν αυτή η τελευταία καταργεί τον θάνατο, οι μικρές παραμένουν χωρίς ανάσταση, και τους αναλογεί, όπως γράφει η ποιήτρια σε μία εξαιρετική αποστροφή, ένα «σβησμένο φωτοστέφανο».

Έντονη μάλιστα εμφανίζεται στο βιβλίο και η παρουσία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, την οποία η ποιήτρια αναμιγνύει με την παρουσία του προσωπικού φύλακα-αγγέλου του κάθε ανθρώπου. Ο θνητός άνθρωπος αναμετριέται με την φιγούρα του Ταξιάρχη σε τρία δυνατά ποιήματα. Παραθέτουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του δεύτερου απ’ αυτά, που φέρει τον τίτλο «Ο άγγελός μου (επάνοδος ψυχοφθόρος)», και το οποίο με εξαιρετική εικονοποιία περιγράφει και φωτογραφίζει δυό πολύ γνωστές εικόνες – την πρώτη με τον Αρχάγγελο να ποδοπατεί τον νεκρό, και την δεύτερη, με τον Ταξιάρχη του Μανταμάδου στην Λέσβο:

 

«Ο Μιχάλης ο δικός μου / με τη ρομφαία του ακονισμένη / να με αγγίζει / κι όμως την κοφτερή την όψη / πώς γίνεται να την ζητώ; / σημάδι στον λαιμό μου / πάνω μου να πατήσει / την άφευκτη ορμή του / εικόνα ξύλινη πελεκητή / ας μένει εκεί στον τοίχο / η άλλη στο νησί αθώρητη / απ’ τα στολίδια / μηνύματα απελπισμένων / πως – δεν μπορεί – κάτι θ’ ακούει / ο τρομερός ο στρατηλάτης / λίγο να στρέψει να μας δει / στο ίσκιο του χαμένους» (και πανικόβλητους ίσως, συμπληρώνω εγώ).

 

Και πώς στέκεται η ποιήτρια μπροστά στο έργο της, στους ίδιους της τους στίχους; Συνήθως η ποιητική γραφή είναι λυτρωτική για τον δημιουργό της όπως και για τον αναγνώστη, εδώ όμως, μέσα από τα ποιήματά της η Διώνη Δημητριάδου διατυπώνει μια τελείως διαφορετική άποψη, με αποκορύφωμα το ποίημα «Σφαγή σωστή», όπου βλέπει το ποίημα σαν σφαγείο: σαν μια αιμοβόρα ύπαρξη, που από τα γραφόμενά του φαίνεται να θέλει τον θάνατο, (ενώ εκείνη υπονοεί ότι διαφοροποιείται, ποθώντας την ζωή): «Σφαγείο είναι το ποίημα / μην καρτεράς τη λύτρωση / δεν είναι ψυχοφάρμακο / των λέξεων φορτίο ιαματικό», ξεκινά χαρακτηριστικά στο «Σφαγή σωστή», και συνεχίζει, υπερτονίζοντας μιαν ανεξαρτητοποίηση του έργου της δημιουργού από την ίδια:

«Αίμα πλημμύρα της γραφής / συνάμα της ανάγνωσης / άχθος δυσοίωνο / που λαχταρά την τελειωμένη μέρα / όλο το είναι σου να ψυχοβγάλεις σε δυο τρεις στίχους - …/ κι όταν θαρρείς πως η ψυχή σου / στις λέξεις σου σφηνώθηκε / - ακόμα τότε - / ζητά τη σάρκα σου να σκίσεις / ουράνιο θόλο να του φτιάξεις / για να μπορεί έτσι ημιθανή / να σε εγκαταλείψει // Ποτέ δεν ήταν δικό σου».

Το συναίσθημα της ποιήτριας μάλιστα φτάνει στο αποκορύφωμά του στο λυρικό  ποίημα «Πήλινο», στο οποίο αντιστρέφει τους ρόλους ανθρώπου και Θεού: «Να φτιάξει θέλησε από πηλό / σώμα μικρό και ταπεινό / να το στολίσει έπειτα / του πόνου τα σημάδια…// Μόνο δικό του θα είναι αυτό / το σώμα το μικρό / το ταπεινό / το δάκρυα γεμάτο / να το κοιτάζει / και να χαίρεται / που σύντροφο / της μοναξιάς του βρήκε…// Σαν έψαχνε πώς να το πει / όνομα να του δώσει / όλο κι ερχόταν στο μυαλό του / μια λέξη τόση δα / μικρή / που του φαινόταν / να σέρνει ιστορία παλιά / Θεό το είπε / και ησύχασε πως επιτέλους / έφτιαξε κι αυτός / κάτι όμοιο εαυτώ».

Θα τελειώσουμε με ένα χαρακτηριστικό ποίημα, που δίνει το ακριβές στίγμα των «μικρών Παρασκευών»:

 

«Ποσότητες αμελητέες μάλλον

επώδυνα κυλούν τις ώρες τους

χωρίς να αποθηκεύονται ποτέ

μες σε θρησκευτικά

λατρευτικά κιτάπια

 

Είναι το πλήθος τους που φταίει

για το μικρό του ονόματός τους

και η ανωνυμία της θυσίας τους

για μια απούσα

-έστω μικρή-

ανάσταση»

 

(ποίημα «Μικρές Παρασκευές»).

Και θα προσθέσουμε εν είδει «πυξίδας» για τον αναγνώστη, ότι με όχημα την πρωτότυπη αφορμή για να αναπτύξει το αιώνιο θέμα του θανάτου, με γλώσσα λιτή, μεστή και συναισθηματική ταυτόχρονα, και με το κάθε της ποίημα να προσφέρει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για να το διαβάσει κανείς, η συλλογή «Αδώνιδος κήποι» αποτελεί ένα έργο μοναδικό, και άξιο να διαβαστεί, ν’ αγαπηθεί και ν’ αναλυθεί από τους θιασώτες της ποίησης.

 

 Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου