Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Μαργαρίτες Χρυσοξένη Προκοπάκη εικονογράφηση: Μιχάλης Αμάραντος εκδόσεις Στίξις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Μαργαρίτες
Χρυσοξένη Προκοπάκη
εικονογράφηση: Μιχάλης Αμάραντος
εκδόσεις Στίξις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 




οι εύθραυστοι ήρωες

Γιατί τότε συνειδητοποίησα ότι η καθημερινότητα μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή από ένα τυχαίο γεγονός.

Η παραπάνω αλήθεια διατρέχει όλα τα διηγήματα στη νέα συλλογή της Χρυσοξένης Προκοπάκη, αποδεικνύοντας κάτι που ήταν εμφανές και από την προηγούμενη συγγραφική της κατάθεση, το μυθιστόρημα «Μια τυχαία Ιφιγένεια»: η γραφή είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στον δημιουργό και τις επινοήσεις του, τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες. Η γραφή της Προκοπάκη δεν αναζητά το απρόσμενο και το αιφνίδιο σε περίπλοκες σχέσεις, σε ιδιάζουσες λογοτεχνικές περσόνες, σε απίθανες ιστορίες. Απολύτως κατανοεί πως η ανατροπή όσων θεωρούνται δεδομένα και ασφαλή βρίσκεται μέσα στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, αυτών που ίσως δεν θα προσέλκυαν τους συγγραφείς ως χαρακτήρες των ιστοριών τους, ωστόσο αποτελούν το πιο καθαρό και αυθεντικό υλικό για μια πολύ ενδιαφέρουσα γραφή. Ακριβώς γιατί η τυχαιότητα με τη δυναμική της αφορά χωρίς διακρίσεις τη ζωή στο σύνολό της και της αρέσει να κρύβεται μέσα σε απλές, καθημερινές και κοινότοπες βεβαιότητες.
Ο τρόπος, που οι ήρωες των διηγημάτων αντιλαμβάνονται τη σημασία των ανατροπών της τύχης, καθορίζει και την επίδραση που θα έχουν αυτές στη ζωή τους. Η συμφιλίωση με τις άφευκτες συνθήκες, η προσαρμογή των επιθυμιών τους με τα νέα δεδομένα, είναι ο δικός τους οπλισμός απέναντι σε δυνάμεις που τους ξεπερνούν. Και είναι τότε που μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, όχι αλώβητοι αλλά δυνατοί. Έχοντας πλέον στη συνείδησή τους την ποιότητα του φόβου – ως τότε μάλλον ελάχιστη ή ασήμαντη.

Φόνη: Δεν ξέρω. Φοβήθηκα. Είναι κακό;
Κοπέλα: Όχι, δεν είναι κακό. Αλλά ο φόβος υπάρχει μόνο για ένα λόγο.
Φόνη: Και ποιος είναι αυτός;
Κοπέλα: σε κάνει πιο έυθραυστο. Συνειδητοποιείς τα όριά σου με το φόβο. (σελ. 79)


Οι ήρωες της Προκοπάκη συνειδητοποιούν ότι η ζωή είναι αλλού. Όσο επώδυνη και να είναι η νέα θέα στην πραγματικότητα, κατανοούν πως είναι δική τους επιλογή η προσαρμογή· ακόμα κι αν η επιλογή τους είναι συνώνυμη με μια φυγή με «βαλίτσες απελπισμένων προορισμών», όπως ευφυώς τιτλοφορείται το πρώτο διήγημα της συλλογής. Κανείς δεν εγγυάται ότι μια στροφή μπορεί να οδηγεί σε ένα καλύτερο σκηνικό· κι όμως πρέπει να πάρουν την απόφαση οι ίδιοι. Η γραφή τουλάχιστον εγγυάται για τα ενδιαφέροντα σκηνικά. Σκοπίμως ο θεατρικός όρος εδώ, γιατί πολλές από τις ιστορίες του βιβλίου δημιουργούν την αίσθηση ότι τις βλέπεις να παριστάνονται υποκριτικά στο θεατρικό σανίδι. Ίσως θα ήταν μια ιδέα να αποτελέσουν τον πυρήνα για να γραφούν μικρά μονόπρακτα ή να λειτουργήσουν ως μονόλογοι σε θεατρικά αναλόγια.
Ο συνδετικός ιστός των διηγημάτων πλέκεται, έτσι, γύρω από τους χαρακτήρες με τις ανασφάλειές τους, τους κατακτημένους φόβους τους την εξοικείωσή τους με τις ανατροπές της ζωής τους. Δεν εξαντλείται, όμως, εκεί η σύνδεση των φαινομενικά ανόμοιων σε ύφος και σε μορφή ιστοριών.

[…] για τον καθένα έχουμε διαφορετικό όνομα. Ή μάλλον δεν έχουμε καν όνομα, μονάχα αναμνήσεις. Όπως εγώ με τη μαμά. Δεν θυμάμαι πια το όνομα της μαμάς. Θυμάμαι όμως τα χέρια της, τον μακρύ λαιμό της, τα χρυσά σκουλαρίκια της. Θυμάμαι τις μαργαρίτες που είχε πάντα σ’ ένα βάζο. Το όνομά της όμως το ξέχασα. Δεν ξέρω πότε ακριβώς. Ίσως να μην το έμαθα και ποτέ. (σ.84)


Ο τίτλος της συλλογής «Μαργαρίτες» (έξοχη η λιτή εικαστική τους παρουσία με την εικονογράφηση του Μιχάλη Αμάραντου) μας οδηγεί να ανακαλύψουμε τα ταπεινά αυτά λουλούδια σε όλα τα διηγήματα, απρόσμενα τις πιο πολλές φορές, σαν να αποφασίζουν μόνα τους να εισχωρήσουν αυθαιρέτως στην πλοκή και να δηλώσουν την παρουσία τους. Άλλοτε σαν προσφερόμενα λουλούδια, άλλοτε σαν απομεινάρια της ομορφιάς τους κάποτε, άλλοτε σαν λέξεις μέσα στα λόγια των προσώπων ή σαν θύμηση παλιά, κάθε φορά μια διακριτή παρουσία. Πέρα από την προφανή διάθεση να αποτελέσουν (με λογικό ή παράλογο τρόπο) κομμάτι των ιστοριών και να λειτουργήσουν ως συνδετικός ιστός, αξίζει να επισημανθεί η συγκεκριμένη επιλογή της μαργαρίτας. Η ταπεινότητα της παρουσίας της, μέσα στο πλήθος των πολύχρωμων λουλουδιών, παραπέμπει στους ήρωες των ιστοριών του βιβλίου. Δεν είναι εντυπωσιακοί, ίσως δεν σε κερδίζουν με την πρώτη ματιά, θα μπορούσαν να περάσουν τη ζωή τους στην πλήρη αδιαφορία των υπολοίπων. Κι όμως, ξεχωρίζουν ακριβώς γι’ αυτή την καθημερινότητά τους, την απλότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τη ζωή τους, κυρίως για τον αυθεντικό και ειλικρινή αιφνιδιασμό τους, όταν αυτή ανατρέπεται. Η Μαργαρίτα, ηρωίδα του ομώνυμου τελευταίου διηγήματος, φέρει μέσα της κάτι από τους ήρωες των υπολοίπων διηγημάτων. Θα μπορούσε να θεωρηθεί, με τη στάση της και τον τρόπο που αντιμετωπίζει την παράδοξη ζωή της αλλά και τις αδυναμίες των άλλων, μία σύνοψη των υπολοίπων χαρακτήρων. Η Προκοπάκη κατόρθωσε να οδηγήσει σοφά τις ιστορίες της σ’ αυτή την τελευταία, όπως οι αντιξοότητες που επιφυλάσσει η μοίρα οδηγούν καμιά φορά σε ένα αισιόδοξο σκηνικό ή έστω σε μια ελπιδοφόρα σκέψη. Οι «Μαργαρίτες» εν τέλει είναι ένα αισιόδοξο βιβλίο, κι ας καταγράφει (ή κυρίως γι’ αυτό) τις καταργημένες βεβαιότητες, τους φόβους και τις ανασφάλειες. Η ζωή είναι κι αυτή ένα παιχνίδι, και η γραφή αποδεικνύεται ενδιαφέρουσα όταν την αποτυπώνει με αυτή την ιδιότητά της.

Διώνη Δημητριάδου



Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Η τραγική «παρέκτασις» (μαζί με κάποιες προεκτάσεις, μεταφορικές ή απολύτως κυριολεκτικές)

Η τραγική «παρέκτασις»
(μαζί με κάποιες προεκτάσεις, μεταφορικές ή απολύτως κυριολεκτικές)


Ο μέγας τραγικός Σοφοκλής αρέσκεται στα έργα του να κάνει μια μικρή ‘παύση’ από τη δραματική κλιμάκωση, και, όπως οδηγείται στην κορύφωση της τραγικής εξέλιξης, να παραθέτει μια όαση χορευτική, ένα ‘υπόρχημα’ ολιγόστιχο με αισιόδοξο περιεχόμενο. Αυτό, λίγο πριν επέλθει η ισορροπία των πάντων, λίγο προτού αποκατασταθεί η κοσμική αρμονία, φυσικά με την ολοκληρωτική συντριβή του περιδινούμενου ήρωα.
Παραθέτω εδώ ως παράδειγμα τη β΄ αντιστροφή από το ‘υπόρχημα’ της Αντιγόνης:
«ἰὼ πῦρ πνειόντων χοράγ᾽ ἄστρων, νυχίων
φθεγμάτων ἐπίσκοπε,
παῖ Διὸς γένεθλον, προφάνηθ᾽
ὦναξ, σαῖς ἅμα περιπόλοις
Θυίαισιν, αἵ σε μαινόμεναι πάννυχοι χορεύουσι
τὸν ταμίαν Ἴακχον.»

«Συ, κορυφαίε του χορού στ’ αστέρια τα φλεγόμενα,
συ που ορίζεις της νύχτας τα τραγούδια,
παιδί, του Δία σπορά,
εδώ μπροστά μας έλα
μαζί με τις ακόλουθές σου τις Θυιάδες,
που όλη τη νύχτα μαίνονταν
και σε τιμούσαν με χορούς
εσένα τον προστάτη Ίακχο.»
(νεοελληνική απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)
Υμνούν τον Βάκχο, με χαρά και προσμονή της σωτηρίας. Για να ακολουθήσει η τραγική κατάληξη. Τι εξυπηρετεί αυτή η χαρούμενη επίκληση; Μια ανάπαυλα πριν έρθει η κορύφωση του δράματος; Ίσως μια ψευδαίσθηση πως όλα ρυθμίζονται με τη θεϊκή παρέμβαση; Κυρίως η συνειδητοποίηση εν τέλει του θεατή πως όλα θα γίνουν όπως είχαν ρυθμιστεί από την αρχή (άτη, ύβρις, τίσις, νέμεσις, κάθαρσις) ή έστω πως αυτή η ‘εναλλαγή’ στα ανθρώπινα πράγματα είναι αναμενόμενη στον κύκλο των κοσμικών ορίων.
[Όλο το παραπάνω μπορεί να είναι μόνο μια προσωπική καταφυγή σε κλασικά κείμενα που ποτέ δεν βρέθηκαν με δίσημους λόγους να παραπλανούν. Μπορεί να είναι και αφορμή για σκέψη για τους πιο επιρρεπείς στο δύσκολο νοητικό ταξίδι, ένα έναυσμα για γόνιμη αμφισβήτηση μιας απατηλής βεβαιότητας.]
Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Η ασπίδα του Αρχίλοχου του Τάσου Σ. Μάντζιου


Η ασπίδα του Αρχίλοχου

του Τάσου Σ. Μάντζιου  



Σε θέση δύσκολη
σαν βρέθηκε στη μάχη
ο Αρχίλοχος,
χωρίς δεύτερη σκέψη,
έριξε την ασπίδα καταγής
και το ’βαλε στα πόδια.
Έριξε την ασπίδα καταγής,
και το πεδίο της μάχης
εγκατέλειψε.

Σαν επαγγελματίας
που ήταν,
να παραμείνει φρόντισε
σώος κι αρτιμελής 

-   καθόλου τη δουλειά του
δεν θα βοηθούσε
ένα ενδεχόμενο
εργατικό ατύχημα.

Τάσος Σ. Μάντζιος
(εικόνα: ερυθρόμορφο αγγείο 6ου αιώνα)


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020

Ο πωλητής παρελθόντων Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα μετάφραση: Μαρία Μπεζαντάκου εκδόσεις opera η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Ο πωλητής παρελθόντων

Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα

μετάφραση: Μαρία Μπεζαντάκου
εκδόσεις opera



ένας μικρός νυχτερινός θεός

Υπάρχει αλήθεια στα όνειρα; Στην ουσία του αναπάντητο το ερώτημα, γιατί ακόμη κι αν μπορεί να δοθεί  μια απάντηση, θα είναι διάστικτη από την επιθυμία και όχι την απόδειξη του αληθινού υποστρώματος μιας ονειρικής κατάστασης. Όταν υπεισέρχεται η μνήμη (πάντα με τη δική της λογική, άλλοτε απορριπτική και άλλοτε επινοητική), τότε όλα θα πρέπει να θεωρούνται πιθανά, ακόμη και αληθινά. Ωστόσο, είναι απολύτως επιτρεπτό να ονειρεύεται κανείς και να τεκμηριώνει το ονειρικό σκηνικό με στοιχεία αληθινά ή, ακόμη καλύτερα, επινοημένα. Απολύτως ελεύθερο και το πεδίο της λογοτεχνικής μυθοπλασίας για στοχαστική γραφή πάνω στο όνειρο και στο παιχνίδι της μνήμης· άλλωστε θεμιτό και δόκιμο το μαγικό της ψεύδος. Ο Αγκουαλούζα (γεννημένος στην Αγκόλα από γονείς Πορτογάλους αποίκους) γράφει ένα μυθιστόρημα εστιάζοντας σ’ αυτό το παιχνίδισμα των εντυπώσεων αποδεικνύοντας ότι εκεί που η λογική σηκώνει τα χέρια, ανυπεράσπιστη μπροστά στο θαύμα της επινοημένης ιστορίας, γράφονται σπουδαία βιβλία. Από τις εκδόσεις opera ο πωλητής των παρελθόντων, σε μετάφραση της Μαρίας Μπεζαντάκου.

Ο ήρωας του βιβλίου, Φέλιξ Βεντούρα, είναι αλμπίνος. Μια ευφυής συγγραφική σύλληψη που τονίζει την έλλειψη χρωστικής σε μια κοινωνία, όπως αυτή της Αγκόλας, που έζησε την αποικιοκρατία και αγωνίστηκε για την απελευθέρωσή της. Ο ίδιος μάλιστα σε συνέντευξή του εξηγεί πόσο σχετική είναι η έννοια μαύρος ή λευκός. Πάντα η οπτική διαφέρει αναλόγως του τόπου και των συνθηκών: 

Όταν ο βορειοαμερικανός ποιητής Λάνγκστον Χιούζ είχε επισκεφθεί τη Νιγηρία, διαμαρτυρήθηκε για την απαγόρευση εισόδου του σε μια θρησκευτική τελετή. «Μα… είμαι κι εγώ μαύρος» είπε, για να πάρει την απάντηση: «Κύριε, μαύρος μπορεί να είστε στη χώρα σας. Εδώ, αυτό να το ξεχάσετε». 

Ο Βεντούρα ειδικεύεται στη δημιουργία παρελθόντων, χρήσιμη υπηρεσία σε όσους επιθυμούν να παρουσιάσουν μια βελτιωμένη εικόνα γενεαλογικού δέντρου ή σημαντικών δραστηριοτήτων, εκπληρώνοντας το όνειρό τους να αποδειχθούν επιφανείς και σπουδαίοι. Πρόκειται για πολιτικούς, επιχειρηματίες, στρατιωτικούς κ.λπ. δηλαδή τη νέα αστική τάξη που απαιτεί την αποδοχή του κόσμου και τον θαυμασμό του. Κι αυτός τους πουλάει αυτό το παρελθόν μεταποιώντας την πραγματικότητα, επινοώντας ονόματα, επιφανείς προγόνους και γενικά ό,τι θα καταργούσε χρόνια υποταγής και δουλοπρέπειας. Σε μια κοινωνία που αναδύεται νέα αλλά με πολλαπλά τραύματα, όλα αυτά μετρούν. Ακόμη κι αν δεν είναι αληθινά. Ένα καυστικό σχόλιο για τη νέα πραγματικότητα της Αγκόλας, για κάθε νέα κοινωνία που θέλει να στηριχθεί σε πήλινα πόδια.

Ο λευκός ξένος που τον επισκέπτεται, όμως, έχει μια διαφορετική απαίτηση και πληρώνει καλά για τις υπηρεσίες του γενεαλόγου. Θέλει να γεννηθεί από την αρχή, να επινοηθεί γι’ αυτόν ένα νέο όνομα και μια ολόκληρη γενεαλογία. Και το πιο εξωφρενικό, η γενεαλογία αυτή να είναι αφρικανική! Όταν αρχίζει να χτίζει στοιχείο το στοιχείο αυτή την εντελώς πλαστή ιστορία, θα δει έκπληκτος πως κάποιες πληροφορίες επαληθεύονται – τουλάχιστον μέσα από την οπτική του Ζοζέ Μπούχμαν, όπως είναι το νέο όνομα του πελάτη του, αποκαλυπτικό (Buchmann) στη σημειολογία του. Το θέμα αυτό θα αρκούσε για να γραφεί ένα ενδιαφέρον, μέσα στην παραδοξότητά του φυσικά, βιβλίο. Ωστόσο, ο Αγκουαλούζα χρησιμοποιεί όλο αυτό το σκηνικό για να αναδείξει κάτι ακόμα πιο παράξενο. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ο Εουλάλιο (άλλο ένα παιχνίδι με το όνομα), μια σαύρα τιγρέ σπάνιου είδους, ένας μικρός νυχτερινός θεός, που μπορεί να γελάει σαν άνθρωπος διαθέτοντας μια ιδιόμορφη ευλαλία και να  αντιδρά στον παράλογο κόσμο που τον περιτριγυρίζει. Ο Εουλάλιο, πριν γίνει σαύρα, ήταν άνθρωπος που έζησε περίπου έναν αιώνα και τώρα βιώνει τη μετενσάρκωσή του. Η προηγούμενη ζωή του έρχεται στα όνειρά του αλλά κι αυτόν μπορούν να τον ονειρευτούν οι άνθρωποι. Ζει μέσα στο σπίτι του Φελίξ, ανασαίνει στους τοίχους που είναι γεμάτοι από βιβλία (ένα πλοίο γεμάτο φωνές), φοβάται τους σκορπιούς και μεταφέρει διηθημένα στη δική του συνείδηση (ώριμη λόγω της προηγούμενης ανθρώπινης υπόστασής του) όσα βλέπει κι ακούει. 



Μια ιστορία για τα όνειρα, τις ψευδαισθήσεις, την τάχα αδιάψευστη πραγματικότητα, τις μαγικές επινοήσεις που –γιατί όχι;– καμιά φορά βγαίνουν αληθινές. Ποια είναι η διαφορά στη φράση «είδα ένα όνειρο» από τη φράση «έκανα ένα όνειρο»; Για να έχουν υπόσταση τα όνειρα θα πρέπει να τα δημιουργούμε.

«Η πραγματικότητα είναι οδυνηρή και ατελής» μου έλεγε, «αυτή είναι η φύση της, και γι’ αυτό τη διακρίνουμε απ’ τα όνειρα» (σελ. 71). 

Αλλά και η ευτυχία μήπως δεν είναι εξαρτημένη από τα όνειρα; Δεν αφορά τη γαλήνη που έρχεται, όταν η συνείδηση βρίσκεται εν υπνώσει;

Φανταστείτε έναν νεαρό να τρέχει με μηχανή σ’ ένα δρομάκι. Ο αέρας τού χτυπάει το πρόσωπο. Ο νεαρός κλείνει τα μάτια και ανοίγει τα χέρια, όπως στις ταινίες, νιώθοντας ζωντανός και σε πλήρη αρμονία με το σύμπαν. Δε βλέπει το φορτηγό που πετιέται μπροστά του στη διασταύρωση. Πεθαίνει ευτυχισμένος. Η ευτυχία είναι σχεδόν πάντα μια ανευθυνότητα. Είμαστε ευτυχισμένοι τις σύντομες στιγμές που κλείνουμε τα μάτια. (σελ. 71-72).

Μια ιστορία για την επιλεκτική μνήμη, ικανή να χτίσει ένα παρελθόν που δεν υπήρχε ή να καταργήσει όσα ενοχλητικά το βαραίνουν. Σ’ αυτή την περίπτωση τα όνειρα δεν μπορεί παρά να είναι ευεργετικά.

Διώνη Δημητριάδου

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Η κρεμμυδαποθήκη Κατερίνα Λιάτζουρα εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο Culture Book


Η κρεμμυδαποθήκη
Κατερίνα Λιάτζουρα
εκδόσεις Βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στο Culture Book 




οι τόποι και η ψυχή τους

Πλείστα παραδείγματα έχουμε να αριθμήσουμε από ποιητές που ύμνησαν τους τόπους της μνήμης και της ζωής τους. Η περίπτωση της Κατερίνας Λιάτζουρα, όμως, είναι διαφορετική. Και αυτό γιατί εν συνόλω η ποιητική της παρουσία είναι ξεχωριστή.
Η ποίησή της έχει δύναμη, οι λέξεις της έχουν σαφή την αίσθηση του περιττού αναδεικνύοντας τη μοναδική αξία του ελάχιστου, μα δημιουργικού,  ποιητικού πυρήνα. Από ποιητική επιλογή προτάσσει ένα σκληρό κέλυφος και προκαλεί τον αναγνώστη να το σπάσει για να ξεχειλίσει μια πρωτόγνωρη ευαισθησία. Στην προηγούμενη συλλογή της ποιήτριας (Αποκαΐδια ηθικής, 2017), με έντονο τον πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό, είχε επισημανθεί το ήθος που διατρέχει τη γραφή και λειτουργεί ως απαραίτητη συνθήκη για να διατηρήσει η ποίηση το μέγεθος που της αξίζει. Είχε δώσει εκεί το στίγμα της ποιητικής της αξίας και είχε προϊδεάσει για τη συνέχεια. Τώρα εδώ, στην πρόσφατη συλλογή της, απομακρύνεται από την πάσχουσα κοινωνική πραγματικότητα, από την πολιτική συνθηκολόγηση που φθείρει τις συνειδήσεις, αφήνει τον καταγγελτικό τόνο να ηχεί μόνον υποδόρια, διατηρεί  όμως στο ακέραιο την πρωταρχική συνθήκη της γραφής της, την ηθική της ποίησής της. Στρέφει προς τα έσω για να μιλήσει με πιο ιδιωτικό τόνο, σε ένα συνταίριασμα με τον τόπο, που μπορεί να είναι η Εύβοια και η Χαλκίδα ή το Πήλιο, ωστόσο θα μπορούσε να είναι και το αποκύημα της φαντασίας, όπως είθισται να μεταλλάσσονται οι τόποι ακολουθώντας τις εσωτερικές μας μνήμες, επιλεκτικά και αυτοί. Ίσως πάλι να μην είναι επιλογή μας ο τρόπος που παίρνουν υπόσταση οι τόποι μέσα μας, συχνά στη δική τους κερδισμένη αυτονομία – προσωπικός κάθε φορά αυτός ο τρόπος, μοιάζει να μην αφορά κανέναν τρίτο. Κι όμως, καθώς ανοίγεται η θέα στο τοπίο, όλο και περισσότερο νιώθεις ότι ενσωματώνεσαι στο σκηνικό που με θεατρικότητα φτιάχνει η ποιήτρια. Χώροι των συναντήσεων και των αποχωρισμών διατηρούν τον απόηχο των ανθρώπων, και αυτό το πολύτιμο ελάχιστο άγγιγμά τους γίνεται ποίηση στη γραφή  της Κατερίνας. Χαμηλόφωνα δραματική στην απόδοση της απώλειας των αγαπημένων προσώπων, στη σκιαγράφηση της σκληρής καθημερινότητας που συντηρείται με απλές χαρές, στην έκφραση τέλος του έρωτα. Θεωρώ πως στο ποίημα «Πλατεία Φριζή» η ποιήτρια αναδεικνύεται σε μία από τις πιο δυνατές φωνές για τον τρόπο που  ηχεί ο έρωτας όχι ως μοναδική κάθε φορά παρουσία αλλά ως σύνοψη προσώπων:

Οι άντρες που γνώρισα φιγούρες από βιβλία. Κάτι από Μπουκόφσκι, Σαρτρ, Έσσε, Pessoa, σκιές από Καβάφη, Σκαρίμπα, Καββαδία. Δεν έχουν πρόσωπο ή όνομα ούτε και ιστορία. Μόνο τα ίδια πάθη. Μόνο τα ίδια λάθη. Μοναχικοί λύκοι χαμένοι μέσα στην αγέλη ταξιδεύουν τον εαυτό τους με στιχάκια μουσικοσυνθετών. Παρηγορούν με αφιερώσεις περιωπής παρακμιακούς στο περιθώριο της ζωής, παραγκωνισμένους σε μπάρες συναλλαγής, χαμαιτυπεία, πεζοδρόμια και φθηνά ξενοδοχεία. Σαν όμως κοιτούν απέναντι, εκεί όπου βλέπουν την αλήθεια διακρίνουν έναν έφηβο με ασπρισμένα τα μαλλιά και αναρωτιούνται πού πήγανε τα χρόνια. Πώς γλίστρησε η νιότη; Πώς κάποτε νέοι ακόμα, αρυτίδωτοι, ανυποψίαστοι, αθώοι, όρκο δώσανε την αδάμαστη ζωή να τιθασεύσουν; Απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε. Αθώα προσέγγιζαν και αθώα προσεγγίζουν. Αθώα θα σπαρταρίσουν.  Αθώα θα μαρτυρήσουν σ’ αυτόν τον απόηχο των τόσων συγγραμμάτων μου.

Τόποι και σώματα αναδύονται σαν κρησφύγετα, απόντες επιστρέφουν στη μνήμη των παρόντων, κρίματα ζητούν την εξιλέωση και συναντούν τον ιαματικό ύπνο.

Να χαθώ έτρεξα σε κρησφύγετο μυστικό […] Εικόνες γνώριμες, γνωστές από τις μνήμες της νοσταλγίας ή και της επιθυμίας αναδυόμενες. Και εκεί το ρολόι των κριμάτων μου αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του χρόνου για να ξεχάσει να μας υπενθυμίζει υστερόβουλα πως αιώνιοι θα είναι οι εφιάλτες.

Οι τόποι και η ψυχή τους, όπως την ανιχνεύει η ποιήτρια χωρίς να μπορεί να ξεδιαλύνει, έτσι όπως μπερδεύεται μαγικά μέσα τους, αν μιλά γι’ αυτούς ή για τη δική της ψυχή, άρρηκτα δεμένη με τη γήινη υπόστασή τους που ποιητικά με την τέχνη της καταγράφει. Μια σωτήρια διαλεκτική σχέση.
Τριάντα ένα ποιήματα σε μια περισσότερο πεζή εκδοχή ως προς τη μορφή, χωρίς να χάνουν τίποτα από τη μουσικότητα, τον ρυθμό και την υποδόρια υπαινικτικότητα της αληθινής ποίησης. Έτσι οι λέξεις στοχεύουν ευθύβολα τα μνημονικά κατάλοιπα της ζωής και τα αποδίδουν ως τέχνη εκλεκτή πλέον. Κι όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα, πιστεύω, δεν έχει δώσει ακόμη όλο το εύρος της ποιητικής της. Με άλματα ουσίας από συλλογή σε συλλογή, είναι μια γνήσια ποιητική φωνή, πρωτότυπη και (ευτυχώς) ανελέητη, συγκλονιστική.

Διώνη Δημητριάδου

[Η Κατερίνα Λιάτζουρα γεννήθηκε στη Γερμανία. Ζει στη Χαλκίδα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση Ευβοίας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Μεταφράζει στα γερμανικά ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών. Ενίοτε συνομιλεί και με ομότεχνούς της. Της αρέσει η φωτογραφία. Η κρεμμυδαποθήκη είναι η τρίτη ποιητική της συλλογή.]

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Οι κόρες της σελήνης Τζόχα Αλχάρθι μετάφραση: Ελένη Καπετανάκη εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina) η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Οι κόρες της σελήνης
Τζόχα Αλχάρθι
μετάφραση: Ελένη Καπετανάκη
εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina)
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr



Συχνά ένα βραβείο με διεθνές κύρος γίνεται η αφορμή για να ανακαλύψουμε ως αναγνώστες λογοτεχνικά διαμάντια, κάποια από αυτά προερχόμενα από χώρες που τόσο λίγα γνωρίζουμε για την ιστορία τους και τον τρόπο ζωής, και ακόμη λιγότερα για τους συγγραφείς τους και το έργο τους. Αυτή είναι η περίπτωση του μυθιστορήματος της Τζόχα Αλχάρθι. Βραβευμένο με το Booker για το 2019, ανοίγει μέσα από τη μυθοπλασία του ένα παράθυρο στον κόσμο του Ομάν, αυτού του μικρού κράτους στην νοτιοανατολική ακτή της αραβικής χερσονήσου, της «Λιβανοφόρου Χώρας», όπως την ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες. Η συγγραφέας γεννήθηκε στο Ομάν το 1978. Μετά από σπουδές στη Βρετανία, επέστρεψε στην πατρίδα της και σήμερα είναι καθηγήτρια στο  Πανεπιστήμιο Σουλτάν Καμπούς. Επιθυμεί, όπως λέει η ίδια, να «ανοίξει ένα παράθυρο στην πλούσια αραβική λογοτεχνία γενικά και στη λογοτεχνία του Ομάν ειδικότερα». Ταυτόχρονα ανοίγει το τοπίο για να δούμε μια χώρα που μόλις το 1970 γνώρισε την κατάργηση με νόμο της δουλείας (ωστόσο ακόμη υπάρχουν αγορασμένοι δούλοι που ζουν με τους αφέντες τους), που το κάθε νεωτερικό στοιχείο (κατακτημένο ήδη στον δυτικό κόσμο) θα παλέψει γερά για να εδραιωθεί (όσο γίνεται) απέναντι στις ισχυρές στερεότυπες αντιλήψεις που επιμένουν να δηλώνουν την παρουσία τους. Σε μια χώρα που ακόμη η θέση της γυναίκας είναι προβληματική, που η παράδοση με τους θρύλους, τα τζίνι και τα υπερφυσικά φαινόμενα είναι ζωντανή και αποτελεί συχνά τροχοπέδη στον αέρα ανανέωσης που επιθυμεί να την εκλογικεύσει, η Αλχάρθι θα μας δείξει τις μικρές προσωπικές επαναστάσεις κάποιων κοριτσιών, που θα ανοίξουν ρήγματα στον συμπαγή κόσμο που τις περιβάλλει. Αυτή ακριβώς η πορεία μετάβασης προς ένα νέο κόσμο μέτρησε στους κριτές που θεώρησαν ότι το βιβλίο της Αλχάρθι άξιζε τη διεθνή του αναγνώριση.  

Στο κέντρο της ιστορίας τρεις αδελφές που κατοικούν στο απομακρυσμένο χωριό αλ Αουάφι. Η Μάγια, η μεγαλύτερη  από τις αδελφές, παντρεύεται τον Αμπντάλα ακολουθώντας την επιθυμία/εντολή του πατέρα της, αν και ζει έναν κρυφό έρωτα, η Άσμα παντρεύεται, γιατί επιθυμεί να ανταποκριθεί στο γυναικείο «καθήκον» της και να κάνει παιδιά, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τον έρωτα, και η Χάουλα περιμένει για πολλά χρόνια τον παιδικό της  έρωτα να επιστρέψει από τον Καναδά. Η ιστορία εκτείνεται χρονικά από το 1880 ως σήμερα για να συμπεριλάβει τρεις γενιές ηρώων αλλά και να δείξει το ιστορικό πλαίσιο πίσω από τις συμπεριφορές και τις αντιλήψεις – τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα διαμορφώνονται καθώς τα πολιτικά γεγονότα και οι κοινωνικές εξελίξεις πλάθουν τη ζωή των ανθρώπων. Η αφήγηση θα μοιράσει την οπτική γωνία στα διάφορα πρόσωπα προσφέροντας ένα πολυπρισματικό τοπίο· πώς βλέπει ο καθένας τις εξελίξεις στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο αλλά και πώς εκλαμβάνει την προσωπική του θέση μέσα σ’ αυτό· πώς αντιδρά στις ανακατατάξεις μέσα στην οικογένεια, τι αντέχει να υποστεί, πόσο μερίδιο επιθυμίας τού έχει απομείνει, ποια είναι η δική του φωνή, δυνατή ή υποταγμένη αναλόγως. Ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται η περίπτωση του Αμπντάλα, συζύγου της μεγάλης κόρης, ο οποίος διαφοροποιείται από τις άλλες «φωνές», καθώς σ’ αυτόν η Αλχάρθι χρησιμοποιεί την  πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ στους υπόλοιπους προτιμά την τριτοπρόσωπη, καθοδηγούμενη από την παντογνωσία του συγγραφέα/αφηγητή. Φαίνεται, έτσι, να εστιάζει σ’ αυτόν, καθώς θα ξεχωρίσουν οι μνήμες του από την τραυματική παιδική του ηλικία αλλά και τα σχόλιά του, στην ουσία συνδετικοί κρίκοι στην αλυσίδα των γεγονότων που διατρέχουν όλη την ιστορία διαπλέκοντας μεταξύ τους τις διαφορετικές εποχές και καταργώντας την ευθύγραμμη χρονική σειρά.  Ωστόσο, αν και ο Αμπντάλα κατέχει έτσι τη θέση του κύριου αφηγητή, το μυθιστόρημα κυριαρχείται από τη γυναικεία παρουσία, στο πρόσωπο των τριών κοριτσιών αλλά και στις θηλυκές φιγούρες της προηγούμενης και της επόμενης γενιάς. Ξεχωριστή ανάμεσά τους η μορφή της Ζαρίφα, που ξεκίνησε ως αγορασμένη σκλάβα, αλλά είναι πλέον ισότιμο μέλος της οικογένειας και μάλιστα σε ρόλο ρυθμιστή των πάντων, και η μυστηριακή μορφή της Κάμαρ, της αγαπημένης νομάδας του αρχηγού της οικογένειας, που έχει το όνομα της Σελήνης. Κάμαρ σημαίνει φεγγάρι.
Η Σελήνη θα δώσει και το όνομά της στον τίτλο του βιβλίου. Η μεταφράστρια Ελένη Καπετανάκη στην κατατοπιστική της Εισαγωγή θα θυμίσει πόσο σημαντική είναι για τον αραβικό κόσμο η σελήνη – ακολουθούν το σεληνιακό ημερολόγιο. Υπάρχει, όμως, μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση:

…πρόκειται απλώς για έναν παλιό μύθο που έλεγε ότι οι άνθρωποι είχαν όλοι το ίδιο σώμα, θηλυκό και αρσενικό μαζί, ήταν όλοι παιδιά του φεγγαριού. Κάθε ανθρώπινο πλάσμα είχε τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και δύο κεφάλια. Οι θεοί φοβόντουσαν ότι αυτοί οι άνθρωποι θα κυριαρχούσαν πάνω τους, θα τους εξουσίαζαν, γι’ αυτό τους χώρισαν στα δύο κι έμεινε μόνο ο αφαλός να τους θυμίζει το μοίρασμά τους. Οι άνθρωποι έγιναν δύο φύλα κι έψαχναν το χαμένο τους μισό για να γίνουν πάλι ένα! (σελ. 226)

Όλοι οι άνθρωποι (σύμφωνα με τον θρύλο) είναι παιδιά του φεγγαριού, η καταγωγή τους κοινή. Θα μπορούσαν να απολαμβάνουν μια αυτονόητη ισότητα που δεν θα διαχώριζε τα φύλα σε ισχυρά και ασθενή. Δεν ισχύει όμως κάτι τέτοιο· η ισότητα παραμένει οραματική και αποτελεί πεδίο στο οποίο αναμετριέται το σθένος της γυναίκας να διεκδικήσει την ίση θέση, την ίση αντιμετώπιση, την ίση αξία.  Η Αλχάρθι εστιάζει σ’ αυτήν  ακριβώς τη διεκδικούμενη ισότητα, που άλλοτε παίρνει υπόσταση με τη μορφή μιας μικρής επανάστασης μέσα σε εχθρικό περιβάλλον διάσπαρτο από στερεότυπα, και άλλοτε αποβαίνει πικρή ανάμνηση μιας αποτυχημένης απόπειρας. Η περίπτωση της Ασμά, της δεύτερης κόρης, δείχνει, με την προσεκτική ματιά της Αλχάρθι, ότι το χειρότερο είναι να πραγματώνεται μια «ισότητα» στην ουσία ενσωμάτωση στη λογική του κυρίαρχου αρσενικού, που νιώθει να επιβεβαιώνει την εικόνα του όχι πια με την κατωτερότητα της γυναίκας του αλλά ίσα ίσα με την ανάδειξή της:

Την παρότρυνε να συνεχίσει τις σπουδές της, που ήταν η μεγάλη της αγάπη, κι όταν πήρε το δίπλωμα της δασκάλας με άριστα, την ώθησε να βρει δουλειά, ώστε με τη δική της ολοκληρωμένη εικόνα να προσδώσει σ’ εκείνον τη βεβαιότητα πως είχε ορθά επιλέξει. Γι’ αυτή τη σύζυγο μπορούσε να καμαρώνει· ανέβαζε την αυτοεκτίμησή του, πρόσθετε σίγουρα την τελευταία πινελιά στην κοινωνική αποδοχή του. Η σύζυγος η ελεύθερη, στη διάμετρο της δικής του τροχιάς, η σύζυγος που ποτέ δεν εκτρεπόταν. (σελ. 227)

Ενδιαφέρουσες παραμέτρους της ποθητής ισότητας ανακαλύπτει ο αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Αλχάρθι, με τη βεβαιότητα πως όσα γράφονται στο βιβλίο μπορεί να ταιριάζουν στη μεταβαλλόμενη κοινωνική εικόνα του αραβικού κρατιδίου, ωστόσο ξεπερνούν τα στενά όρια της δικής του πραγματικότητας. Ένα μυθιστόρημα με πολλαπλές αναγνώσεις. Σε κάθε περίπτωση, μια αναγνωστική απόλαυση, μια ιστορία που εναλλάσσει τις ρεαλιστικές της παραστάσεις με τον μυστικό κόσμο των θρύλων και των παραδόσεων. Τέλος, μια ποιητική γραφή που ευτύχησε στη μεταφραστική δεινότητα της Ελένης Καπετανάκη, στην πάντοτε εξαιρετική σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg.


Διώνη Δημητριάδου


Ακολουθία Χάρης Μελιτάς μετάφραση στα αγγλικά: Γιώργος Νικολόπουλος τα Ποιητικά εκδόσεις Γκοβόστη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr


Ακολουθία
Χάρης Μελιτάς
μετάφραση στα αγγλικά: Γιώργος Νικολόπουλος
τα Ποιητικά εκδόσεις Γκοβόστη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr




Ο Χάρης Μελιτάς έχει αποδείξει στην πολύχρονη ποιητική του πορεία ότι προσεγγίζει την ποίηση με σοβαρότητα, αναδεικνύοντας τις άπειρες δυνατότητες των στίχων, είτε εκφράζεται με πολύστιχα στιχουργήματα είτε με τις μικρές ανάσες των χαϊκού. Ο παιγνιώδης τρόπος που υποτάσσονται οι λέξεις στο αυστηρό μέτρημα των στίχων ενός χαϊκού, δεν είναι για την τέχνη του Μελιτά παρά η βαθύτερη ουσία του ποιητικού προβλήματος. Σκόπιμα συνταιριάστηκε εδώ το πρόβλημα με το παιχνίδι, γιατί όταν ο ποιητής επιλέγει προσεκτικά τις λιγοστές λέξεις στα λιλιπούτεια ποιήματα χαϊκού, έχει την απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης που απαιτεί μια ποιητική κατάθεση τόσο προσωπική, όσο αυτή που προτιμά, ειδικά στις πρόσφατες συλλογές του. Ικανός τεχνίτης του δύσκολου αυτού ποιητικού είδους  κατορθώνει να δημιουργήσει ευσύνοπτες ιστορίες που υπερβαίνουν τον ιδιωτικό χώρο και απευθύνονται στον αποδέκτη. Το παιχνίδι των στίχων, ο ευφυής συνδυασμός των λέξεων, οι ανατροπές που χωρούν μέσα σε τρεις στίχους, υποκρύπτει τη συνειδητοποίηση μιας τραγικότητας επιτρέποντας την ανίχνευσή της μέσα από τον σαρκασμό, τον αυτοσαρκασμό, την ειρωνεία και το χιούμορ. Όλοι δόκιμοι τρόποι προκειμένου η ποίηση να μιλήσει για τις πιο τραγικές πτυχές της ζωής μέσα από τη φαινομενικά ελαφριά διατύπωση. Ξεκάθαρη εδώ η διάκριση ανάμεσα στην ευκολία του ευτελούς και στη δυσκολία του εξαίρετου, γιατί τα χαϊκού του Μελιτά διακρίνονται από ευθύτητα, από σοβαρότητα, από μια εν συνόψει θεώρηση της τραγικότητας της ζωής. Αλλά και από μια εντελώς προσωπική στάση απέναντι σ’ αυτή την άφευκτη συνθήκη της θνητότητας.
Ο τίτλος «Ακολουθία» της πρόσφατης συλλογής του προειδοποιεί για τη θεματική σοβαρότητα των ποιημάτων. Είναι η χρονική ακολουθία των διαστημάτων που ορίζουν τη ζωή οδηγώντας στη μη-ζωή, όπως τουλάχιστον μπορεί να την εννοήσει η πεπερασμένων δυνατοτήτων ανθρώπινη λογική. Κι εκεί που η νοητική ικανότητα αδυνατεί να εισχωρήσει, αναλαμβάνει η ποίηση να οδηγήσει στο απροσπέλαστο τοπίο, στο άβατον. Η «Ακολουθία», έτσι, διαγράφει αυτή τη μακρά πορεία, στην οποία η ανθρώπινη διακριτή ζωή είναι μόνο μια κουκκίδα ελάχιστη – τι να εννοήσει ο άμοιρος νους; Ο Μελιτάς με το πρόσωπο σε έναν ανελέητο καθρέφτη (καθόλου παραμορφωτικό) μετράει τα χρονικά διαστήματα και με εύστοχη γλώσσα καταθέτει την κατασταλαγμένη γνώση:

Αμφισβητούσε
της μοίρας τα γραμμένα
μέχρι θανάτου.
 (ΦΥΓΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΟΝ)

Αν η ποίηση κατορθώνει μέσα σε επτά μόλις λέξεις να αρθρώσει το μέγιστο υπαρξιακό ερώτημα, τότε άξιος ο ρόλος της και το παιχνίδι των λέξεων ο καλύτερος τρόπος. Τα χαϊκού, όπως τα χειρίζεται ποιητικά ο Μελιτάς, απέχουν πολύ από τα ιαπωνικά πρότυπά τους διατηρώντας βέβαια τη μετρική τους, διευρύνοντας όμως τη θεματική τους. Δεν είναι πλέον κυρίαρχες οι φυσικές εικόνες, δεν γίνεται μνεία της αλλαγής των εποχών – εδώ αυτά δεν θεωρούνται απαραίτητα προκειμένου να σχολιαστούν τα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης· με ευθεία οδό και όχι με παρακαμπτήριες ο ποιητής οδηγεί στην αρχική ποιητική ιδέα. Το ποίημα των δεκαεπτά συλλαβών ζητά από τον ποιητή το καταστάλαγμα. Πρέπει να έχει προηγηθεί το μέγιστο μέσα στο μυαλό του, προκειμένου αυτό να συρρικνωθεί στο μικρό αλλά πάλι πλήρες. Μια άσκηση ποιητική για να αφαιρεθεί το περιττό και να εξαχθεί ο πυρήνας του νοήματος. Μια μικροτεχνία, μια επιμονή στη λεπτουργία των λέξεων.

Άσε τα χρόνια
μου μήνυσαν οι μήνες.
Μέρα τις μέρες.
(ΤΑΜΕΙΟ)

Στο εξώφυλλο του βιβλίου ένα έργο της ποιήτριας και εικαστικού Νίκης Βλάχου συνομιλεί με τα ποιήματα και συνοψίζει με τον τρόπο της άλλης τέχνης όλο το νόημα της Ακολουθίας. Οι φιγούρες στη σειρά θυμίζουν είτε πρόσωπα υποταγμένα στην άφευκτη μοίρα, στο μέτρημα του χρόνου, είτε κεριά που η φλόγα τους τρέμει στον άνεμο. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ποιητική ιδέα που διατρέχει όλα τα ποιήματα της συλλογής. Και το βαθύ γκρίζο του φόντου το μόνο ταιριαστό χρώμα.

Μόνο μια σφαίρα
Στου χρόνου τη θαλάμη.
Ζήτημα στιγμής.
(ΡΩΣΙΚΗ ΡΟΥΛΕΤΑ)

Τα ποιήματα παρουσιάζονται και στην αγγλική γλώσσα σε μετάφραση του ποιητή Γιώργου Νικολόπουλου, καθιστώντας έτσι την έκδοση δίγλωσση. Έχει ενδιαφέρον η απόδοση σε άλλη γλώσσα, ειδικά των μικρών χαϊκού, γιατί ο μεταφραστής δεν έχει το περιθώριο να ελιχθεί φραστικά περιορισμένος στα τρίστιχα της αυστηρής μορφής. Και οφείλει να την ακολουθεί πιστά.
Δεν ξέρω αν η «Ακολουθία» είναι η καλύτερη ποιητική συλλογή του Χάρη Μελιτά. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι είναι η πληρέστερη σε νόημα, η πιο πιστή από το πρώτο ως το τελευταίο ποίημα στην αρχική ιδέα που κατευθύνει τον ποιητή. Ο άνθρωπος ως ταπεινή θνητότητα απέναντι στη συνειδητοποίηση της άφευκτης τραγικής του μοίρας. Υπάρχουν ποιητές (μα και ο ίδιος ο Μελιτάς σε άλλα του ποιήματα) που εξάντλησαν όλα τα περιθώρια παρουσίασης της  θεμελιώδους αυτής συνθήκης της ανθρώπινης ζωής. Κανείς όμως δεν κατόρθωσε να μιλήσει με τόση λιτότητα στίχων και τόση πληρότητα νοήματος για να αποδώσει στην ουσία αυτό που σε μια ακόμη εκδοχή του δηλώνει ο ευφυής τίτλος της συλλογής. Ακολουθία, δηλαδή Ακολουθία Εξόδιος. Γι’ αυτό και όλα τα ποιήματα υπακούουν στον ένα ρυθμό και ακολουθεί το ένα το άλλο σε μια άρρηκτη νοηματική σχέση.

Διώνη Δημητριάδου