Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

Γιώργος Δουατζής Απάνθισμα (1976-2018) επιλογή: Γιώργος Ρούσκας εκδόσεις Στίξις η πρώτη δημοσίευση στο Vakxikon.gr


Γιώργος Δουατζής

Απάνθισμα

(1976-2018)

επιλογή: Γιώργος Ρούσκας

εκδόσεις Στίξις
η πρώτη δημοσίευση στο Vakxikon.gr
https://www.vakxikon.gr/douatzis-kritikh/






Ο ποιητής (και για την περίσταση ανθολόγος) Γιώργος Ρούσκας στον πρόλογο του  βιβλίου, εξηγώντας το δύσκολο έργο της ανθολόγησης από το ποιητικό έργο του Γιώργου Δουατζή (42 χρόνια ενασχόλησης με την ποίηση), παρομοιάζει το απάνθισμα με μια προσεκτική συλλογή ώριμων μήλων, που το καθένα σε προκαλεί να το κόψεις και να το γευτείς ή να το προσφέρεις. Η διάθεσή σου, η συναισθηματική σου κατάσταση αλλά και πολλοί άλλοι αστάθμητοι παράγοντες επηρεάζουν την επιλογή σου – κάθε φορά η ομορφιά σε προκαλεί με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο πρέπει να γεμίσεις το καλάθι σου μόνο με κάποια από αυτά. Έτσι, κορφολογεί από εννέα ποιητικές συλλογές τους στίχους που μπορούν να πουν, αποκομμένοι από το υπόλοιπο ποίημα,  κάτι ολοκληρωμένο από μόνοι τους· να μπορείς να γευτείς από το ελάχιστο δικό τους δείγμα όλο το ποιητικό σώμα.

Προσπάθησα να επιτύχω κάθε επιλογή, φέρουσα στο ακέραιο την προσωπική μου ευθύνη, να μπορεί να στέκεται αυτόνομα, χωρίς τη βοήθεια των στίχων που είχαν προηγηθεί ή ακολουθούσαν στο ποίημα. Κάθε  πολύτιμο ορυκτό που ανέσυρα από το ποιητικό είναι του Γιώργου Δουατζή, να έχει να πει από μόνο του κάτι ολοκληρωμένο. Να επιτελεί, εν ολίγοις, αυτό που κάνει ένα λευτερωμένο από δεσμεύσεις στίχων, αριθμών και συλλαβών χαϊκού: να ενεργοποιεί την Ποίηση, εντός του αναγνώστη.

Διαβάζοντας το απάνθισμα της ποίησης του Γιώργου Δουατζή νιώθεις να έχεις μπροστά σου μια ποιητική πορεία γεμάτη από προσκλήσεις αναγνωστικές (πάντοτε πιθυμητή συνθήκη η συμμετοχή του αναγνώστη), αλλά και πλήρη από προκλήσεις για τη σκέψη – έτσι όπως μόνον η καλή ποίηση μπορεί να καυχηθεί πως το κατορθώνει. Ο αναγνώστης εισχωρεί και επιλέγει (όχι κατ’ ανάγκη ακολουθώντας τη σειρά του ανθολόγου) ποιος στίχος θα κρούσει τον εσώτερο κόσμο του, με ποια σκέψη του ποιητή θα περιπλανηθεί στα δικά του μονοπάτια. Γιατί είναι αλήθεια πως διαβάζοντας ποίηση, στην ουσία τον εαυτό σου ερευνάς και αποκαλύπτεις. Ο ανθολόγος, ωστόσο, ακολουθεί την αντίστροφη χρονολογική σειρά παρουσιάζοντας πρώτες τις πιο πρόσφατες συλλογές του ποιητή καταλήγοντας στο μακρινό 1976 για να συναντηθεί με τα πρώτα ποιήματα που είδαν το φως της έκδοσης και σηματοδότησαν την αρχή μιας μακράς, έξοχης διαδρομής. Αν ο αναγνώστης ξεκινήσει από το τέλος του βιβλίου, θα εκτιμήσει τον τρόπο που η ίδια η ζωή έσκαψε τη δική της πορεία μέσα στην ποίηση, κατά την αναπόφευκτη λειτουργία του συγγραφικού έργου να αποτυπώνει κάθε φορά τα βιώματα του δημιουργού, να τα διαμορφώνει και να τα διαφοροποιεί αναλόγως, να τα επιστρέφει πιο πλούσια πλέον με αποξεχασμένη τη θνητή τους αφορμή· μαγική η διαδρομή της λογοτεχνίας έτσι κι αλλιώς.

Έτσι, μόνος
τραβάω την καμπύλη μου
με αλήθεια την ελπίδα του αύριο (Γραφτά,1976)

Να ήξερες με πόσο
λίγη αγάπη
θα άλλαζε ο κόσμος… (Πατρίδα των καιρών, 2010)

Γέμισε, βλέπεις, η γη σωτήρες, αυταπάτες, και χάθηκαν
οι κρυψώνες μας (Τα κάτοπτρα, 2017)


Παρατηρεί, όμως, και την επιστροφή του ποιητή σε οικεία μοτίβα που μοιάζει να μην έχουν εξαντληθεί μέσα στα χρόνια, όσο κι αν έχουν μεταποιήσει βιωματικά το φορτίο τους αναπόφευκτα σε πιο βαρύ. Ο χαμηλόφωνος τόνος,  κοινός κι αυτός παντού ως σταθερή επιλογή, αφήνει το νόημα να ηχήσει σθεναρά  και να μη χαθεί μέσα από ανούσιες μεγαλόστομες κραυγές. Η γεύση της απώλειας, το παντοδύναμο ερωτικό στοιχείο διάχυτο στους στίχους του, η βίωση των χρονικών διαστημάτων που γράφουν πάνω του, η ευαισθησία για τα κοινωνικά προβλήματα, η πολιτική σκέψη με διακριτή ενάργεια και ευστοχία, η συνομιλία με το ποίημα ως ίσο προς ίσο – ο ποιητής και το έργο του σε μια διαρκή μέθεξη.


Όσες φορές και να πενθήσεις την απώλεια
πάντα θα είναι η πρώτη σου φορά (Πατρίδα των καιρών, 2010)

αλίμονο σε κείνους που δεν γεύτηκαν ούτε τον μικρότερο στίχο
αγνοώντας ότι η Ποίηση χωράει όλες τις πληγές (Το κόκκινο κασκόλ, 2016)

Μα πώς κατάφερες να κοιμηθείς με τις εικόνες των
παιδιών που πέθαναν διψώντας; (Χρόνου σκιά, 2018)

Ο Γιώργος Ρούσκας επέλεξε (απάνθισε) στίχους του Γιώργου Δουατζή από διακόσια εξήντα τέσσερα ποιήματα των ποιητικών συλλογών Τα κάτοπτρα, Το κόκκινο κασκόλ, Σχεδίες, Σπονδές, Τα κόκκινα παπούτσια, Προς δέκα επιστολή-Τα ανεπίδοτα, Γραφτά και των ποιητικών συνθέσεων Χρόνου Σκιά και Πατρίδα των καιρών. Συμπληρώνει την έκδοση με μια πλήρη εργογραφία του Γιώργου Δουατζή. Ένα αξιόλογο έργο που τιμά και τον ανθολογούμενο ποιητή αλλά και τον ανθολόγο. Αξίζει μια μνεία για την αισθητική της έκδοσης. Λιτή και προσεγμένη (με τη ζωγραφιά του Μιχάλη Αμάραντου στο εξώφυλλο), δείχνει τον σεβασμό στον αναγνώστη αλλά και στο ποιητικό έργο, που αγαπά την ουσία μέσα στην απλότητα.


Διώνη Δημητριάδου

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη στη Λέσχη μας! 23-1-2020 (φωτογραφίες)

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη στη Λέσχη μας!
23-1-2020

(φωτογραφίες)










Την Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020, υποδεχθήκαμε στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής (Αναγνωστήριο κεντρικής βιβλιοθήκης, Κοντοπούλου 13) την Αλεξάνδρα Δεληγιώργη (Ομότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) και συζητήσαμε μαζί της τη μυθιστορία της «Τρυφερός σύντροφος» (η ζωή και ο θάνατος του Γεώργιου Σκληρού), εκδόσεις Άγρα. Η παρουσία των μελών και των φίλων της Λέσχης μας ήταν αθρόα σε μια συνάντηση, κατά γενική ομολογία, από τις καλύτερες. Καλωσορίζοντας τη νέα χρονιά κόψαμε και την πίτα μας. 






































Η επόμενη συνάντηση ορίζεται για την 20η Φεβρουαρίου 2020, ημέρα Πέμπτη, στις 6 το απόγευμα. Θα συζητήσουμε τη «Φιρντάους» της Ναουάλ Αλ Σααντάουι, εκδόσεις Δώμα.  Μαζί μας θα είναι η μεταφράστρια του βιβλίου Ελένη Καπετανάκη. Οι φίλοι της καλής λογοτεχνίας ευπρόσδεκτοι.
Οι συντονίστριες της Λέσχης
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου





Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Όταν ήμουν παιδί έσφαζαν τα ζώα μπροστά μου Ζαχαρίας Στουφής ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Όταν ήμουν παιδί έσφαζαν τα ζώα μπροστά μου

Ζαχαρίας Στουφής

ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 
https://www.fractalart.gr/otan-imoyn-paidi-esfazan-ta-zoa-mprosta-moy/



μια ανάγνωση με αιρετικό τρόπο

Διαβάζοντας τα δώδεκα μικρά κείμενα του Ζαχαρία Στουφή στο πρόσφατο βιβλίο του είπα πως δεν χωρούν εδώ κριτικές αναλύσεις περισπούδαστες, παρά μόνο μια ειλικρινής και αυθόρμητη (άμα τη αναγνώσει δηλαδή) προσωπική εντελώς (και πώς αλλιώς;) σκέψη πάνω στο θέμα που ποιητικά προσφέρεται στον ανυποψίαστο αναγνώστη. Να εξηγήσω αρχικά πως τείνω να υιοθετήσω την άποψη του δημιουργού πως για ποιήματα πρόκειται και όχι για πεζά, όπως ίσως σε πρώτη ματιά φαίνονται. Κι αυτό γιατί ακολουθούν όλα μια ενδοσκοπική διαδρομή που βγάζει κατευθείαν στο θυμικό μας, χώρια που αφήνουν συνειρμικές προεκτάσεις, όπως μόνον η ποίηση μπορεί, οδηγώντας σε τοπία που ούτε καν τα φαντάζεσαι στην αρχή της ανάγνωσης.

Κι αν φαίνεται σε κάποιους πως το θέμα του Ζαχαρία είναι η σφαγή των ζώων, σε μια προσπάθεια να κινητοποιήσει τα ευαίσθητα αισθήματα των φιλόζωων κατακρίνοντας την αγριότητα των άλλων (και περισσοτέρων), λυπάμαι που θα τους απογοητεύσω αλλά η δική  μου πρόσληψη είναι εντελώς διαφορετική. Πιστεύω πως  ο ποιητής στοχεύει στον κάθε άνθρωπο, και μάλιστα με μια ευθύβολη ματιά, αληθινή μέσα στη σκληρότητά της. Η ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου –παντοδύναμη μέσα στην οίηση και την αλαζονεία της– μικραίνει αφόρητα τον ορίζοντα, την ίδια στιγμή που πιστεύει ακράδαντα πως τον διευρύνει νοητικά και αισθητικά. Όσοι διακατέχονται από περιβαλλοντικές ανησυχίες και επανδρώνουν τα ανάλογα κινήματα, στην ουσία υποτιμούν οποιαδήποτε φυσική παρουσία πέρα από τη δική τους, στο όνομα της οποίας όλα κατηγοριοποιούνται με κριτήριο την ωφελιμότητά τους για τον άνθρωπο. Κι όμως! Όλα τα φυσικά όντα (έμψυχα και άψυχα – σ’ αυτή την ιδεατή εμφύσηση της αόρατης ψυχής) έχουν ίσο ακριβώς μερίδιο στον πλανήτη, ίσα ακριβώς δικαιώματα στη ζωή και στην ευτυχία, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις κυρίαρχες στερεοτυπικές θεωρίες των ανθρώπων.
Με μια τέτοια οπτική νομίζω πως βλέπει τα πράγματα ο Ζαχαρίας, προσδένοντας σε ενιαίο σύνολο (το ποθητό Όλον) όλα τα όντα. Αποκαλυπτικός, όταν γράφει:

Μετά από μία σειρά περιστατικών, έχω πλέον πειστεί ότι τα αδέσποτα σκυλιά των πόλεων δεν είναι ούτε αδέσποτα, ούτε σκυλιά.
Παρόλο που δεν ασπάζομαι τις θρησκευτικές προσεγγίσεις για το επέκεινα, εδώ φαίνεται καθαρά πως πρόκειται για μετεμψύχωση ή για μετάσταση, αν προτιμάτε, των νεκρών ποιητών. Ναι, αδέσποτα σκυλιά γίνονται οι ποιητές όταν πεθαίνουν, το έχω πει και σε άλλο ποίημα παλιότερα, όταν αναγνώρισα τον Τάσο Λειβαδίτη. Έχω δει, ακόμα, τον Σολωμό και τον Κάλβο στη Ζάκυνθο, τη Γώγου στα Πατήσια, και, σε μία κωλοεπαρχία, γεμάτο ψώρα, άρρωστο, κουτσό και ετοιμοθάνατο, τον Κώστα Καρυωτάκη. (Γαλήνη)

Αποκαλυπτικός στις (ανίερες για κάποιους) συνδέσεις του, αιρετικός όπως αρμόζει στους αληθινούς ποιητές, που δεν υπολογίζουν νόρμες και κανόνες αλλά ανοίγονται πιο έξω από τα ειωθότα. Σκέφτομαι πόσος οίκτος έχει καταλάβει όποιον έχει βρεθεί από το προφυλαγμένο αστικό περιβάλλον (με τη σκληρότητα που δεν φαίνεται εύκολα) μπροστά σε μια απροκάλυπτα σκληρή σφαγή ζώου στο χωριό. Κι όμως, δεν είναι ο οίκτος για το προς θυσία σφάγιο το συναίσθημα που θα έπρεπε να μας διακατέχει. Είναι ο οίκτος για την κατάντια του ανθρώπου να μην εννοεί πως το συναίσθημα (ακόμη και η σκέψη, θα πω, κι ας θεωρηθώ κι εγώ αιρετική προς καύση και ανάθεμα) δεν είναι προνόμιο μόνο του αυτοκληθέντος νοήμονος όντος.
Χαίρομαι, επομένως, όταν ο Ζαχαρίας, στις (εμμονικές ευτυχώς) αναζητήσεις του γύρω από τον θάνατο και τα ταφικά πολυπληθή ενδιαφέροντα με τα οποία ασχολείται, θέλησε σ’ αυτό το ευσύνοπτο μικρό βιβλίο να μιλήσει για τον θάνατο των ζώων, ίσοις όροις με την ανάλογη άφευκτη συνθήκη του  κυρίαρχου θνητού όντος.
Και ακόμη περισσότερο χαίρομαι όταν γράφει για την υπάλληλο του κρεοπωλείου:

[…] Εργάζεται θαρρείς και είναι ηθοποιός· μονάχα στο λεωφορείο ξεχνιέται καθώς επιστρέφει. Εκεί  μπορείς να διακρίνεις το ψυχρό και γεμάτο παράνοια βλέμμα της, που έχει αποκτήσει από παιδί μέσα στο σφαγείο. (Μνήμη)

Η χαρά, όμως, είναι πιο μεγάλη ακόμη όταν διαβάζω τον τρόπο που μπόρεσε να συμπεριλάβει τον εαυτό του σε τούτη την αέναη θυσία των όντων (όλων) και να ενσωματώσει μέσα στην ασφαλή ανθρώπινη ζωή του την αίσθηση του σφάγιου – μια κατάθεση ίσως στη διαχρονικότητα όλων των σφαγών από αρχής κόσμου, που ακόμη δεν έχουν πληρώσει το τίμημα που τους αναλογεί στη ζωή που τυχαία τους χαρίστηκε:

[…] Είναι που κάποια ήσυχα βράδια στην Αθήνα, καθώς πηγαίνω κουρασμένος προς το σπίτι, νιώθω το κοφτερό μαχαίρι να χαράζει το σημείο του σταυρού στον λαιμό μου.

Η ζωγράφος Μαργαρίτα Βασιλάκου, σε αγαστή συνομιλία με τα κείμενα, εικονογραφεί το βιβλίο (εξώφυλλο έγχρωμο και ακόμη τρεις ασπρόμαυρες ζωγραφιές) ερμηνεύοντας με εικαστικό τρόπο την ουσία της γραφής, συμπράττοντας έτσι στην αισθητική (αλλά και νοηματική) τελειότητα της έκδοσης.

Ιδιαίτερη γραφή, καθαρή οπτική, πλήρες βιβλίο μέσα στη συντομία του – ποια ανάγκη άλλωστε για μακρηγορίες, όταν με ξεχωριστή ευστοχία καταφέρνεις να τα πεις όλα, υπονοώντας πολλές προεκτάσεις που αφήνονται στην επάρκεια του αναγνώστη; Και, φυσικά, σε ένα (ευτυχώς) αιρετικό βιβλίο αρμόζει και μια αιρετική ανάγνωση. Στην πυρά, λοιπόν, ο συγγραφέας και η κριτικός μαζί· μακάρι και άλλα τέτοια βιβλία!

Διώνη Δημητριάδου


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Δέκα ανέκδοτο διήγημα του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου






Δέκα

ανέκδοτο διήγημα 
του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου












Δέκα μέρες που έφυγε η Kim για την Πράγα, κι άλλες τόσες να γυρίσει· αν γυρίσει, πίσω. Το γνωστό πηγαινέλα· για να μη γίνει ποτέ το ‘θα δούμε’, ένα σκέτο ‘ναι’. Δέκα μέρες τώρα -σε καλό μου- ποιος με κολάζει; Ποιος θέλει σώνει και καλά να μού φυτέψει φτερά στην πλάτη; Τι κερατιάτικα, τι διάολο αμαρτίες πληρώνω;
Από τότε που, για ν’ αντιδράσω κάπως θετικά σ’ όλο αυτό το περίπου, άρχισα να καταπιάνομαι επιτέλους με τη χαμηλή βιβλιοθήκη κάτω απ’ το παράθυρο· λες κι όλα τ’ άστρα μαζί μ’ έβαλαν στο μάτι: Το πρώτο κιόλας βράδυ που έφυγε η Kim, ήρθ’ εδώ η Λένα, φορτωμένη μ’ όλου του κόσμου τα καλά και μια πρωινή τσιπούρα πελαγίσια· να την ψήσουμε στα κάρβουνα. Κι όταν με βλέπει φωτίζεται το πρόσωπό της. Με ρωτά, με φιλά και μ’ αγγίζει σα να ’μαι εικόνισμα Κι εγώ νοιώθω άσχημα· σα να μού ψήνει το ψάρι στα χείλη, γιατί δεν μπορώ να τής δώσω τίποτ’ απ’ όσα θέλει· κι ας κάνει τάματα, μετάνοιες και γονυκλισίες.
Απ’ την άλλη, να ένα μήνυμα τής Χρύσας στο τηλέφωνο· πως γύρισε λέει απ’ τις διακοπές με τον Αντρέα της! Θού Κύριε… Δεν το απαντώ· μη ρίξω λάδι στη φωτιά, δεν είν’ ανάγκη. Έχω άλλη δουλειά τώρα, πιο σοβαρή: Άλλη τέχνη, μ’ άλλη στάση, με άλλες ανάσες: Είπαμε: Ετοιμάζομαι να λουστράρω τη βιβλιοθήκη, τα ντουλάπια και το κάλυμμα τού καλοριφέρ που έχω φτιάξει στο δωμάτιό μου: Αυτό κι αν θέλει χάρη, χέρι, υπομονή και συγκέντρωση! Κι όλο ο Ντίνος, να με χασομεράει τριγυρνώντας μες στα πόδια μου σαν καυλωμένος κεραμιδόγατος, για να γεμίσει το κενό που τού άφησε η Ντίνα φεύγοντας. «Τι ακριβώς έγινε;» τον ρωτώ· «Ατύχησα.» λέει. «Μα δε σε ρωτώ τη γνώμη σου· τα γεγονότα θέλω.» «Α, εσύ το πας πολύ μακριά…» Οπότε, με ένα ‘ατύχησα’ ξεμπερδεύει· κι άντε πάλι απ’ την αρχή.
Γιατί να μην μπορώ να το εφαρμόσω κι εγώ έτσι εύκολα στον εαυτό μου αυτό;

*

Βλέπεις όμως· δεν κάθομαι κι εγώ στ’ αυγά μου: Πάλι καλά που η Λουκία ήταν πνιγμένη συνεχώς, όσες φορές τής τηλεφώνησα. Έχω χάσει το λογαριασμό πια, και δεν θυμάμαι διόλου πού ακριβώς, σε ποιο νησί, την πέτυχα την τελευταία φορά, μέσα στα τόσα Φεστιβάλ που την καλούν να παριστάνει την Καλλιτεχνική Επιτροπή: (Ο πιο μπατίρης κι ανιστόρητος λαός, που δεν ξέρει τι τού γίνεται δέκα αιώνες τώρα· έχει με το τσουβάλι φιέστες τής πλάκας -δουλειές τού ποδαριού οι πιο πολλές- που όλες, αυτιστικά κι αυτάρεσκα, τις βάφτισε Πολιτισμό: Σοβαρές, λέει, διαδραστικές Πολιτιστικές εκδηλώσεις, Πολιτισμικές εκδηλώσεις, Πολιτιπολύ…! Τι φρίκη…)
Η Χριστίνα από την Κέρκυρα· «Σε πεθύμησα! Πότε θα έρθεις;» Δεν ξέρω.
Η Βίκη θα χαρεί πολύ να τα πούμε. Ναι· αλλά εγώ θα ήθελα να είν’ εδώ η Kim.
Η Ιωάννα, βγήκε κι αυτή απ’ τη ναφθαλίνη και με θυμήθηκε.
Κι ο Ντίνος μ’ έν’ ακουστικό συνέχεια κολλημένο στ’ αυτί· ζητά σα ζητιάνος.

*

Προχωράει το βάψιμο· ζήτω η χειρωναξία! Σειρά έχουν τώρα οι υπόλοιπες ντουλάπες στο δωμάτιο. Θέλει κι αυτό πολύ μαστοριά. Η ριπολίνη είναι τέχνη δύσκολη· δεν είναι πλαστικό τοίχου να παίρνεις σβάρνα και να το περνάς άτσαλα μ’ ένα ρόλερ, σαν αρκούδος που ξύνεται σ’ ένα γέρικο πεύκο.

*

Τηλεφωνά η Λουκία· ευτυχώς όχι μόνη: Να έρθει, λέει, με μια φίλη της, να δουν τον ξυλουργό; «Ελάτε· να σας δείξω και τον λουστραδόρο!» απαντώ. (Έτσι κι αλλιώς δέκα μέρες τώρα, την Kim που ψάχνω δεν τη βρίσκω: Με βλέπει στην οθόνη της και δεν μού απαντά· τ’ άστρα μας λέει δεν ταιριάζουν.) Κι όταν μπήκανε σπίτι, κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί η φίλη τής Λουκίας ήταν η βιαστική εκείνη ύπαρξη που είχα δει τις προάλλες· σε κάποιαν αποθήκη, στο Φεστιβάλ, στην Πειραιώς. Μού είχε αρέσει· κι ας φιλήθηκε στα πεταχτά με τον Μαρωνίτη κάποια στιγμή: Η Εύα. «Χάρηκα πολύ» «Ομοίως». Μετά -τι μ’ έπιασε· μόλις έφυγαν- τής έστειλα ένα ηλμην, στήνοντας εγώ πρώτος μια γέφυρα. Γράφοντας το μετάνιωσα· μα το send το πάτησα. Εντάξει· μια γέφυρα ήταν μόνο. Ευτυχώς,  αύριο φεύγουν και οι δύο· η μια για εν’ ακόμη Φεστιβάλ, κι η άλλη για το Παρίσι, δέκα μέρες.

*

Άντε πάλι: Μήνυμα της Χρύσας, να βρεθούμε λέει να συγκρίνουμε τα μαυρίσματά μας… Σαν τ’ αγοράκια που συγκρίνουν τα τσουτσούνια τους. Δεν το βάζει κάτω· τα θέλει ο κώλος της και δεν χάνει ευκαιρία να το δείξει. Τής απάντησα πως μόνο στο δώμα μπορεί να γίνει αυτό· γιατί όλο το υπόλοιπο σπίτι με τα ξυλουργικά και τα βαψίματα που κάνω, δέκα μέρες τώρα, είναι σκέτο αχούρι. Μ’ άλλα λόγια· έλα, μα να ξέρεις πως θα σε γαμήσω, αφού με τσιγκλάς. Και το βράδυ, γύρω στις δέκα, ύστερ’ από κάνα μήνα, η Χρύσα πάλευε μαζί μου στο δώμα πάλι, ντυμένη το φεγγαρόφωτο μόνο. Πολεμούσε με παγωμένο πανικό τον εαυτό της και καμωνόταν πως δεν καταλάβαινε γιατί ξανάρθε άραγε· αφού μου το ’χε φωνάξει κατάμουτρα πως θέλει τον Αντρέα της μόνο.

*

Το ανατριχιαστικό όμως είναι πως ξαναβλέποντας ύστερα όλο το φιλμ, βουτώντας πάλι σ’ εκείνες τις σκηνές και μαδώντας τρίχα-τρίχα την κάθε ενέργεια, κάθε σκέψη, κάθε ανάσα όλης αυτής της ιστορίας τρεις μήνες τώρα, διαβάζοντας νηφάλια κάθε γραφτό μου μήνυμα και κάθε απάντησή της, δεν αναρωτιέμαι πια και πολύ -καθόλου θα ’λεγα- πόσο μπορεί να τα προκάλεσα, εγώ μόνο, όλ’ αυτά. Ακόμα και το χθεσινό φέρσιμό της· εγώ… Λες; Τι λες· έτσι είναι.

Αλήθεια· τι μού συμβαίνει αυτές τις δέκα μέρες; Μήπως να πάω κάπου να κρυφτώ; Να σωπάσω εντελώς; Κι όμως, λίγο μετά,  έστειλα στην Kim στην Πράγα, ένα sms: «Πώς ήταν η Πανσέληνος εκεί;» Περίμενα δέκα λεπτά, κοιτώντας σα βλάκας το κινητό στην παλάμη μου. Δεν μού απάντησε. Λυπήθηκα· μ’ ένοιαξε. Όλα με νοιάζουν τελικά το ίδιο· γι’ αυτό έχω χαθεί εντελώς. 

Δεν με κρατάει ο τόπος· κανένας τόπος. Ξοδεμένη ενέργεια μόνο, που δεν βρίσκω πού να τη σπείρω, κάπου σωστά. Ευτυχώς συνεχίζω, με την ίδια προσήλωση· δεύτερο και τρίτο χέρι στο λουστράρισμα, που θέλω πολύ να μού πετύχει. Σχεδόν με συνθήκες χειρουργείου τώρα· καμιά σχέση με το αχούρι που ήταν δέκα μέρες πριν· σκουπιδαριό κανονικό, γεμάτο ροκανίδια, σκόνες, πριονίδια.

Ηλμην της Χρύσας να τα πούμε πάλι σήμερα το βράδυ κατά τις δέκα. Δεν το απαντώ.
Ηλμην τής Λένας να πάω σπίτι της. Δεν απαντώ.
Ηλμην τής Λουκίας, να με καλέσει ξανά σε κάποιο Φεστιβάλ. Σιγά μην πάω.
Ηλμην τής Εύας απ’ το Παρίσι. Ενδιαφέρον. Δεν το απαντώ.

*

«Πανσέληνος άτονη, ανύπαρκτη σχεδόν, εδώ. Εκεί;» μού ήρθε μια μπαγιάτικη απάντηση τής Kim, το πρωί όταν έβαφα. Τρελάθηκα: Τής απάντησα αμέσως: «Εδώ; Σαγηνευτικά επικίνδυνη…». Και ήρθε καπάκι καινούργιο της μήνυμα: «Με τόση περιρρέουσα σαγήνη, ελπίζω να μη βρεις τη γυναίκα της ζωής σου, μέχρι να γυρίσω.» Να γυρίσει; Ήταν το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή. «Χτες το βράδυ πάντως, ήμουν μόνος!» τής έγραψα· ψευδόμενος ασύστολα, συνειδητά κι εντελώς ξεδιάντροπα. Έβαλα με το ζόρι φρένο στη γλύκα του στομαχιού μου και δεν την πήρα τηλέφωνο να μιλήσουμε ζωντανά. Καλύτερα έτσι: Όσο λιγότερα ψέματα, τόσο το καλύτερο.

*
Το μεσημέρι έσκαγε ο τζίτζικας. Γύρω στις δύο· την ώρα που πέρναγα τις τελευταίες πινελιές στα ράφια τής βιβλιοθήκης, πήρε η Χρύσα στο τηλέφωνο. «Είμαι κοντά στο σπίτι σου· να έρθω;» Ανούσιες φλυαρίες την ώρα τής δουλειάς, είν’ ό,τι χειρότερο. «Το αφεντικό μ’ αφήνει μισή ώρα μόνο για διάλειμμα· όχι πάρα πάνω. Έλα!» Τής άνοιξα -μάστορας κανονικός- λερός, ξυπόλητος, γυμνός, μ’ ένα χαχόλικο σορτσάκι μόνο κάτω απ’ τον αφαλό. Τής έδωσα μισό φιλάκι, σεμνά, στο μάγουλο. «Τι τζούφιο φιλί είν’ αυτό;» ψιθύρισε καυλόσυρτα, με μισόκλειστα μάτια, κολλώντας τα ρουθούνια της πάνω στο στέρνο μου, γυρεύοντάς με πεινασμένη. (Βρε μανία: Κατά τον Fourier, τι είδους κερατάς να είν’ άραγε ο Αντρέας της;) «Σσσς! Ο αφεντικός κοιμάται πάνω!» τής κάνω. Και πήγαμε νυχοπατώντας στο κρεβάτι μου· παρέα με τα βερνίκια, με τις βούρτσες παρέα και τα πινέλα· μέσα στο φώς της μέρας. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ ανάμεσα σε τόσες ηλιαχτίδες. Και δεν κρυβόταν διόλου. Μ’ έβλεπε και λαχάνιαζε και δινόταν και φώναζε, και σηκωνόταν οι τρίχες τής κεφαλής των πινέλων. «Τζούφιο φιλί, χοντρό γαμήσι· δεν το ξέρεις;» τής γλιστράω μέσα στ’ αυτί. Και κόντεψε να πνιγεί έτσι· ξεκαρδισμένη χύνοντας σα φουσκωμένος χείμαρρος. Τεράστιο μισάωρο.

*

Κι εκεί που ψώνιζα καφέ, αργά το απόγεμα, λίγο πριν κλείσουν, κι είχα πληρώσει στο ταμείο· ξάφνου, έξω απ’ τη βιτρίνα, στο πεζοδρόμιο, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι, ένα πλάσμα απίστευτο, νεραϊδοπαρμένο, που κάπου το ’χα ξαναδεί· όχι στον ύπνο μου όμως. Απλά ντυμένη, κι ας μην ήταν απλή, μ’ ένα φαρδύ αραχνοΰφαντο τίποτα, κι ελάχιστα σανδάλια, που έδειχναν ακόμα πιο γυμνά τα γυμνά της πόδια με τους οξείς, πανέμορφους αστραγάλους. Λιγνή, νωχελικά θυμωμένη, μ’ έναν μαύρο σκύλο, γέρο, συφοριασμένο κι ένα βλέμμα· κάτι μάτια Θε μου, ένα βλέμμα… Έκανε να μπει μέσα, μα δεν το αποφάσιζε. Ρώτησε μόνο· μπορώ να μπω; Μην ενοχλήσει εμάς που ήμασταν μέσα, επειδή είχε μαζί της τον σκύλο. «Μα βέβαια· περάστε» είπαν μαζί ο κύριος στο ταμείο και μια γηραιά κυρία με μωβ μαλλί. «Βέβαια» είπα κι εγώ για να ’χουμε ομοφωνία, μιας και δεν ήταν άλλος μέσα, και πήρα βιαστικά το σακούλι με τον καφέ μου, κρύφτηκα πίσω απ’ τα μπισκότα και τις φρυγανιές, κρύφτηκα πίσω απ’ τα τσάγια, πίσω απ’ τους ξηρούς καρπούς και τα λουκούμια κι έφυγα τρέχοντας, νυχοπατώντας σαν κλέφτης· μην τύχει και συναντηθούν οι ματιές μας και γίνει πάλι κάνα κακό, στα καλά καθούμενα, χωρίς να φταίει κανένας.

*

Ήταν ήσυχα πάνω στο δώμα, μόνος· αγκαλιά μ’ όποιο φάντασμα ήθελα δίπλα μου. Δεν είχε πια διόλου φως όταν σωριάστηκα στις πλάκες τής ταράτσας, φάτσα στον Υμηττό, στο πουθενά, κάτω απ’ τ’ αστέρια. Κι έμεινα εκεί ώρα πολλή, απόλυτα ήρεμος, σβήνοντας σιγά-σιγά, φεύγοντας, με αραιή ανάσα, που σχεδόν δεν την ένιωθα πια ούτ’ εγώ. Ήσυχα: Σαν ένα μικρό κομμένο άχυρο. Μ’ όλες τις αισθήσεις στο ζενίθ και τη ζωή να φεύγει μόνη απ’ όλους τους πόρους. Σα να ’χα κόψει τις φλέβες κι έχανα αίμα. Ολότελα μόνος, μ’ όλα γύρω μου ενωμένος, γαλήνιος και τελείως απών. Θα μπορούσα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Μοιάζει απλό: Καβαλάς το πεζούλι και πέφτεις. Ανοίγεις ήσυχα την πόρτα και φεύγεις. Σαν αεράκι που φυσά και στεγνώνει το πάτωμα πίσω απ’ τα πέλματά σου και δεν μένει τίποτε· ούτ’ ένα χνάρι. Ωραίο: Λίγο· μια στάλ’ ακόμα αν το ’θελα, θα το ’χα κάνει· έτοιμος ήμουν.

*
Κι ύστερα, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μόνος πάντα μαζί με τα γυμνά φαντάσματα, αντί ν’ αρχίσω να τρίβομαι μαζί τους, τραβήχτηκα μέσα μου· κι εντελώς απρόσμενα σαν κάτι να ένοιωσα που έκανε ένα πολύ δυνατό ‘κρακ’ μέσα στη σκέψη μου. Σα να έσπασε ένα μικρό, τοσοδούλι αβγουλάκι κι από μέσα να βγήκε έν’ απειροελάχιστο σάρκινο αδύναμο κάτι. Ένα τίποτα. Σαν κομμένο ακροδάχτυλο. Σαν μια σάρκινη μικρή δακτυλήθρα, που μόλις κατάφερε να σταθεί όρθια, έγειρε πάλι εκεί, δίπλα στα τσόφλια και πέθανε. Κοιτούσα μες στο σκοτάδι το τίποτα και πονούσε η ψυχή μου. Η σκέψη μου σταμάτησε κι όμως ένοιωθα πως κάτι είχε πεθάνει στ’ αλήθεια, τώρα, εκεί γύρω. Κι ύστερα, όταν πήρα πάλι μπρος, μ’ ένοιωσα να γυρεύω, μπουσουλώντας σα μωρό, προς την Kim. Κι έκλαιγα κι εγώ, μαζί με τη σκέψη μου. Πενθούσα ολόσωμα· πονώντας φριχτά όπου κι αν μ’ έπιανες. Και τα γυμνά φαντάσματα δίπλα μου έκαναν ακόμα πιο έντονη την αίσθηση τού χαμού και τού θανάτου, καθώς τριγυρνούσα συνειδητός κι ολοζώντανος στην άχαρη χώρα τού Χάρου κι έψαχνα μια στάλα ζωή -ζεστός νεκρός ακόμα- μέσα στην άψυχη αγκαλιά τους. Κι ύστερα -βντάνν!- ένα καινούργιο κάτι· σα χορδή κόντρα μπάσου που έσπασε. Και μια κοροϊδευτική φωνή· δική μου φωνή, που μού σφύριζε αδίσταχτα κατά πρόσωπο: ‘Ποια αγάπη ανόητε· τι βλάκας που είσαι! Μα τόσο βλάκας…’ 

*

Ναι· τόσο βλάκας! Μού πήρε δέκα χρόνια να το δω, κι άλλα τόσα να το γράψω.



Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2020  

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

alexadam48@ hotmail.com



*   *   *



Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953) γεννήθηκε στην Αθήνα όπου σπούδασε νομικά, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα, κι έκανε μεταπτυχιακά -Sociologie Politique- στο Paris II. Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως Γεν. Γραμ. και ως Πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και Γεν. Γραμ. τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου.

ΈΡΓΑ ΤΟΥ: ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση· Άγρα 2009). Γαλλική, Γερμανική, Τουρκική, Ινδική έκδοση. ‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999). Γερμανική έκδοση. Ή ‘Άννα’, Γαλλική μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου. ‘Οι καινούργιοι Άγιοι’, Τουρκική έκδοση: (‘Yeni Azizler’) ‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση  (Εστία 12η έκδοση. Έως τώρα 84 διαφορετικές θεατρικές παραγωγές). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Αγγλική έκδοση: (‘The Spiceman’). Τουρκική: (‘Irmikoğlan’). Κρατικό Θέατρο Τουρκίας, Şehir Tiyatro: Istanbul, 5/2012. ‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001). ‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, Ε.Λ.Σ. Αθήνα, 4/2001. ‘The mask in the Classical Hellenic Theatre, (Συλλογική έκδοση, Aryan books international, N. Delhi 2000.)  ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008) Αγγλική μετάφραση. ‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση  (Ίκαρος 2011). Αγγλική έκδοση: ‘Noyessaying’ ISBN 978-93-5016-7, 2013. Τουρκική: ‘Hayirevet diyerek’ (Bencekitap, Ankara 2015) ‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (2013 εκδ. Ίκαρος και ΤΑ ΝΕΑ 20/7/2019)  ‘Το σεντούκι του παππού μου’, μικρό πολιτικό δοκίμιο (Stahtes κ.α. 17/11/2014)  ‘Πολυβίου ιστορία ετών 2150’, ερανισμός απόδοση, Αρχαίων επικαίρων (Dimoi news 7/8/2015) ‘Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’ σχόλιο για Documenta 14, δίγλωσσο. (Diablog 8/7/2017) ‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2η εκδ. Κάκτος, 2017) ‘Η Φραγκούλα’ διήγημα (Bookpress, βιβλίοnet, Μονόκλ, Cantus firmus, Τimes.news, κ.α, 9/2018) ‘Ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Χρήστου’, βιογραφική συμβολή (Bookpress, Fractalart,ΤaR, βιβλίοnet, κ.α,10/2018) ‘Για την Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ συνέντευξη (TaR, Bookpress, Μονόκλ κ.α. 12/2018) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα πάλι’ θεατρικό. Αγγλική μετάφραση: ‘Twelve and on lies again’ 2019 ‘Το 1984, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, και το σεντούκι του παππού μου’ (Times.news 27/1/2019) ‘Επενδύσεις…’ διήγημα (‘Με ανοιχτά βιβλία’ 25/2/2019, Times,news 26/2, Μονόκλ 28/2, Fractal 5/3 κ.α). ‘Πέπη κουμπώσου!’ διήγημα (Timesnews 4/4/2019, Fractal, Μονοκλ, Bookpress, Diasporic, Ologramma.) ‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’, πολιτική ανάλυση (Metrogreece 8/4/2015, Times.news 15/4/2019 κ.α ) ‘Οι καινούργιοι άγιοι’ διήγημα (Fractal, Μονόκλ, Ologramma, Times.news κ.α. 5/2019) ‘Pagotό’ διήγημα (Times.news 27/5, Ologramma, κ.ά. 29/5/2019) ‘ΟΓΑ’ διήγημα (Times.news 12/6, Diasporic 14/6, Stahtes 17/6 κ.α.) ‘Οι δυο Μαργαρίτες’ (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Καραπάνου) ολιγόλογη ακτινογραφία (ΤΑ ΝΕΑ 6/7/2019) ‘Το ρουσφέτι’ διήγημα (Eltopia, 24/7 Κύπρος) κ. ά ‘Η κούκλα’ διήγημα (Times News 8/8) κ.ά ‘Η Monique’ διήγημα (Times News 21/8,κ.α.) ‘Τα όχι του ΝΑΙ’ (μικρό χρονικό μιας άρνησης) Εκδόσεις Οδός Πανός 2019.