Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

Για τον «Ευτυχισμένο Σίσυφο» της Διώνης Δημητριάδου γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης


Για τον «Ευτυχισμένο Σίσυφο»
 της Διώνης Δημητριάδου
γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό  Fractal 
https://www.fractalart.gr/o-eutuxismenos-sisyfos/)


Ο Σίσυφος δεν υπήρξε πάντα άτυχος και δυστυχής, παρά το ότι χρίστηκε σύμβολο ματαιότητας

Ο Σίσυφος δεν υπήρξε πάντα άτυχος, παρά το γεγονός ότι τελικά χρίστηκε ως σύμβολο της επίγειας, ή μη, ματαιότητας.  Ο βιωμένος χρόνος του, στην επάνω γη και στον Άδη, ενέχει και εμπεριέχει έντονα την έννοια της άφαντης και απρόσιτης σχετικότητας. Υπήρξε τυχερός και άτυχος, τίμιος και πονηρός σε ειδικές στιγμές και καταστάσεις, καλοσυνάτος και  καταφερτζής, αλλά η μοίρα τόν ήθελε εν τέλει να αγωνίζεται και να αγκομαχά σε μόνιμη βάση για πολυποίκιλα προβλήματα για πολλά από τα οποία, μάλλον, δεν τού αντιστοιχούσαν. Όπως και να το κάνουμε, πάντως, έζησε μια ζωή χορταστική από κάθε πλευρά, και για μεγάλα χρονικά διαστήματα υπήρξε ευτυχισμένος!  Ίσως γι’ αυτόν το λόγο ποιητές και συγγραφείς να του αποτίνουν φόρο  τιμής διαχρονικά, με τον δικό τους φυσικά τρόπο.
Σε ένα από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής ‘Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος’ της πολυγραφότατης συγγραφέως, ποιήτριας και κριτικού Διώνης Δημητριάδου, απέναντι στο χιλιοειπωμένο και τραγουδημένο πανάρχαιο ταξίδι του Σίσυφου,  ‘… ως την κορφή του βουνού και πάλι πίσω…’, η ποιήτρια παρακάμπτει αιώνες και μυθολογία με τις σχετικές τους λεπτομέρειες και εστιάζει την προσοχή της στο ‘Σίσυφο της κάθε εποχής’, στον σημερινό άνθρωπο, σε όλα εκείνα τα έμβια όντα τα οποία  ανηφορίζουν και κατηφορίζουν τον ίδιο δρόμο, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθημερινά, σε τούτο το ατέλειωτο παιχνίδι, περιγελώντας ‘την τάξη αυτού του κόσμου’, επιδεικνύοντας δείγμα ανωτερότητας, αποδοχής της καθεστηκυίας τάξης, ή μοιρολατρίας, απλώς, ποιος ξέρει! Γράφει στην αρχή -αρχή σχεδόν της συλλογής της,
‘…  έτσι ο Σίσυφος της κάθε εποχής
σαν λίγο ατενίσει προς τα πάνω
όλα τα θέλει κι όλα τα ελπίζει
δεν ξέρω αν τότε είναι ευτυχής
ίσως ορθότερο να πω φέρελπις πως νοιώθει…’.

Αλλά αν δούμε κατάματα την ωμή πραγματικότητα, έτσι ακριβώς δεν είναι στην ουσία και η ζωή των ανθρώπων; Καθημερινοί αέναοι αγώνες, γνωστού όντος  κάποιες φορές ότι πιθανόν οι ελπίδες αποδειχτούν φρούδες, όταν η τελική κατάληξη της υπόθεσης και της προσπάθειας δεν φαινόταν ξεκάθαρα  στην αρχή; Ευτυχώς εκείνος, όμως, δεν τα εγκαταλείπει, αποδέχεται την νέα αλήθεια και συνεχίζει ακάθεκτος προς μια άλλη, ίσως πιο πετυχημένη,  ετούτη τη φορά, διαδρομή:
‘… στην άκρη του μυαλού τους η αλήθεια
ή το ψέμα –
πως τα ταξίδια που ορμούν
στην άκρη του ορίζοντα
βρέθηκαν να γυρίζουν πάλι
στο ίδιο το σημείο…’.

Η ενασχόληση με το αέναο των θεών, το αγνώστου κατάληξης παιχνίδι των πεπερασμένων, τον ανθρώπινο κύκλο, το ταξίδι τους καθενός μας, παρά τις όποιες διαδρομές, κυκλικές ή οριζόντιες και αφόρητα ευθείες και καταληκτικές σε ένα σημείο, είναι στοιχεία και παράμετροι που προσδίδουν την έννοια της ευτυχίας στο καθημερινό Σίσυφο του κάθε μικρού ή μεγαλύτερου σχεδίου, στον σημαντικότερο γι’ αυτόν αγώνα και αιώνα. Τη χαρά, την εγκαρτέρηση, τη γενναιότητα για συνέχιση της όποιας προσπάθειας, την μικρή έστω προσδοκία, την πλήρωση της ψυχής με απύθμενη ευτυχία. Πιθανόν λοιπόν, κάτι περισσότερο ήξερε ή υποψιαζόταν ο Αλμπέρ Καμύ, όταν έλεγε ‘πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο’! Ίσως απ’ εκεί η Διώνη Δημητριάδου, άντλησε και τον τίτλο της τελευταίας της συλλογής, δίνοντας νόημα στο εκ πρώτης όψεως απίθανο εγχείρημα, και την παράτολμη και καταδικασμένη, για τους περισσότερους, διαδικασία και πράξη.
Όπως και να γίνει, όμως, κάποια στιγμή έρχεται και η ώρα του αναμενόμενου, ούτως ή άλλως, απολογισμού! Τα θετικά και αρνητικά του ταξιδιού, του εγχειρήματος:
‘… μετά η ώρα του απολογισμού
ένα ακόμα μέτρημα
ποιοι είναι ακόμα εδώ
ποιοι φύγαν…
κι ύστερα με προσοχή
τα ίχνη αποθηκεύονται
πολύτιμο  φορτίο
για τους εναπομείναντες…’.

Στο ταξίδι της ζωής, αρκετοί πέρασαν από δίπλα μας, άλλοι έμειναν καιρό και μας σημάδεψαν, άλλους σημαδέψαμε εμείς, εκόντες άκοντες, κάποιοι εξαφανίστηκαν για δικούς τους λόγους, μερικούς τους εξαφανίσαμε από το προσκήνιο εμείς, σκέψεις και ιδιόρρυθμες προσπάθειες διαλογισμού, ηθελημένης ή μη προσωπικής επιθυμίας, με τη μνήμη να παίζει περίεργο ρόλο, ειδικά μερικά  βράδυα, όταν καμιά φορά,
‘… αγέρας χτυπάει το παράθυρο
δεν κλείνει και καλά
σημάδι εγκατάλειψης μιας νέας
προοπτικής
ή ίσως μία έκδηλη από καιρό εσωτερίκευση
καλπάζουσα προσφάτως…
αυτά τα απρόσωπα χτυπήματα
μπορεί να ’ναι δηλωτικά
μιας παρουσίας απρόσκλητης’.

Μνήμες λοιπόν από το ξεχασμένο παρελθόν, ορμούν κάποιες φορές απ’ τα ανοιχτά παράθυρα και τις μισάνοιχτες πόρτες της μνήμης, φέρνοντας στο νου πρόσωπα και καταστάσεις οριστικά χαμένες στο χρόνο, με τη ‘… σκέψη να γυρίζει στο  παράδοξο ορθό…’, ανοίγοντας άραγε, ή κλείνοντας έναν κύκλο μισάνοιχτο ή μισόκλειστο, τελικά, γύρω από μορφές ξεχασμένες και μακρυνές, ‘…χλωρά, ξερά και αφρόντιστα/ρημάδια μιας ζωής/σε μια ανέλπιστη προσπάθεια/αναμονής για ανάσταση…’, απότοκης πια της μικρής Παρασκευής και όχι της Μεγάλης, προφανώς για να ‘…μην τη δούνε  και σκιαχτούν/όσοι ακόμα ελπίζουν’.  Ο ποιητής, ο Σίσυφος, βρίσκεται απέναντι σε κάθε σκορπιό της μέρας, μικρό ή μεγαλύτερο, έτοιμος από καιρό να αναμετρηθεί μαζί του, για το μεγάλο χτύπημα, μια περήφανη και άκρως φιλοσοφημένη στάση ζωής, ανορθόδοξης και χαμένης εν πρώτης όψεως, στην οποία κυρίαρχο ρόλο  ενέχει η ποίηση, με τον ποιητή να αποτελεί το αντίστοιχο του Σίσυφου. Όταν καταγίνεται νυχθημερόν με τους στίχους του και ικανοποιώντας κάποιες βαθύτερες ανάγκες του, γινόμενος έτσι ευτυχέστερος έστω και για λίγο χρόνο!
‘Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση/σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες/όπου η ζωή χορεύει… όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά/ ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται για το βράδυ/να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες/αδιάφθορες μες το μονόλογο τον καθημερινό/κι ας είναι οι πιο φθαρμένες…’ , έγραφε κάποιες δεκαετίες πριν ο λυρικός Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, στο ποίημα Ars Poetica,  της συλλογής ‘Ο Θάνατος του Μύρωνα’.  Η Διώνη Δημητριάδου, παρακάμπτοντας και προσπερνώντας τα παραπάνω, σε τούτη την άψογης αισθητικής  ποιητική συλλογή των Εκδόσεων ΑΩ, βάζει στους στίχους της τις φωνές όλου του κόσμου, γιατί είναι πεπεισμένη κι’ αυτή, ότι ‘…το ποίημα δεν συντροφεύει/είναι κακή παρέα… το ποίημα μόνο συντροφεύεται/διαρκώς αναζητά μια  αθώα ερμηνεία/γιατί η μοναξιά του είναι αφόρητη…’, και το σπουδαιότερο, ότι,  ‘… τότε ίσως να είμαστε ποιητές/για τούτη την πολύτιμη στιγμή/που γίναμε η φωνή των άλλων…’!
Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Διώνη Δημητριάδου,
«Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος», ΑΩ  εκδόσεις, 2019

Η επιτροπή νουβέλα Sonallah Ibrahim μετάφραση από τα αραβικά: Πέρσα Κουμούτση εισαγωγή: Διώνη Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις


Η επιτροπή

νουβέλα

Sonallah Ibrahim

μετάφραση από τα αραβικά: Πέρσα Κουμούτση
εισαγωγή: Διώνη Δημητριάδου

ΑΩ εκδόσεις

 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
https://www.fractalart.gr/i-epitropi/





ένα τοπίο καφκικό



Ο ήρωας στη νουβέλα του Ibrahim Sonallah βαδίζει προς την καταστροφή του – προμελετημένη και σχεδιασμένη προσεκτικά από μια Επιτροπή απόλυτης εξουσίας, απέναντι στην οποία ο ίδιος εμφανίζεται οικειοθελώς. Έτσι, με τα δικά του βήματα εισέρχεται στο ναρκοθετημένο τοπίο πιστεύοντας πως η έκβαση της συνάντησής του με τα μέλη της Επιτροπής εξαρτάται από τα προσόντα του, την άρτια προετοιμασία του  και τη ρητορική του δεινότητα. Σύντομα θα αντιληφθεί ότι δεν έχει στα χέρια του το νήμα που θα τον καθοδηγήσει να βγει αλώβητος από τον λαβύρινθο του εξουσιαστικού μηχανισμού. Το παραπάνω σκηνικό αρκεί για να χαρακτηρισθεί η ιστορία εφιαλτική. Ο ήρωας εγκλωβισμένος (με δική του απόφαση) σε έναν κλοιό που ολοένα σφίγγει γύρω του. Η αίσθηση του αναπόδραστου τέλους. Η μηδαμινότητα της ανθρώπινης οντότητας μπροστά σε απρόσωπες δυνάμεις, οι οποίες τείνουν να τον υπερκεράσουν και βαθμιαία να τον καταργήσουν.
Το πιο τρομακτικό, ωστόσο, δεν πηγάζει από το άρτια δουλεμένο σκηνικό της ιστορίας και τη βασική ιδέα που γύρω της πλάθεται η σφιχτοδεμένη πλοκή. Περισσότερο είναι η αίσθηση πως θα μπορούσε ο καθένας από εμάς να βρεθεί στη θέση του ήρωα, κάτω από συνθήκες παρόμοιες – μια αίσθηση που εισβάλλει στη συνείδηση του αναγνώστη μόνο στα πολύ δυνατά στη γραφή τους έργα. Δεν έχουν σημασία οι ιδιαίτερες λεπτομέρειες που καθιστούν την κάθε περίπτωση κατάχρησης εξουσίας ξεχωριστή στην αυθαιρεσία της ή στην αγριότητα των μέσων που χρησιμοποιεί προκειμένου να κάμψει όσους τολμούν ένα βήμα προς την αμφισβήτηση και να τους ενσωματώσει στο ομοιόμορφο τοπίο ελέγχου της. Η ουσία του προβλήματος, που θίγεται στο έργο του Sonallah, βρίσκεται ακριβώς στη διαχρονικότητα και στην παγκοσμιότητα της απειλής. Ο ήρωας της νουβέλας «Η Επιτροπή», μέσα στη συμβολική  ανωνυμία του, αντιπροσωπεύει τον μέσο άνθρωπο, τον εγκλωβισμένο στα γρανάζια μιας εξουσίας, που συντηρεί την υπόστασή της και τη θέση της στην κορυφή του κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος μέσα από τον παραλογισμό των απαιτήσεών της και τον εκφοβιστικό μηχανισμό που αργά αλλά σταθερά κατασκάπτει την όποια αντίσταση της λογικής. 

Στάθηκα έξω από την αίθουσα περιμένοντας τον επιστάτη να τελειώσει με το καθάρισμα, την τακτοποίηση των καθισμάτων και το σφράγισμα των παραθύρων της αίθουσας. Μόλις εμφανίστηκε πάλι στην είσοδο, έσπευσα να του προσφέρω ένα τσιγάρο και να του το ανάψω. «Θυμάσαι τη χειρότερη τιμωρία που επιβλήθηκε ποτέ από τα μέλη της Επιτροπής;» τον ρώτησα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του λέγοντας, «Η Επιτροπή δεν είναι δικαστήριο». «Το γνωρίζω», απάντησα, «Αυτό που εννοώ είναι ποια θεωρείται από την Επιτροπή η χειρότερη τιμωρία «Αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες». «Φυσικά». «Κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη». «Βεβαίως». «Στη δική σου περίπτωση, έτσι όπως την παρακολούθησα με ενδιαφέρον, δεν υπάρχει χειρότερη ούτε σκληρότερη τιμωρία από το φάγωμα». «Τι είδους φάγωμα; Ποιος τρώει τι;» τον ρώτησα απορημένος. Μου έριξε ένα συμπονετικό βλέμμα και σκύβοντας για να μαζέψει την καρέκλα του απάντησε, «Εσύ τρως εσένα».  

Το τοπίο καφκικό. Ο ήρωας θα μπορούσε να εμφανίζεται με το αρχικό του ονόματός του, συνομιλώντας έτσι με τον εμβληματικό Κ. του Φραντς Κάφκα, ακριβώς γιατί τα προσωπικά του χαρακτηριστικά βαθμηδόν καταργούνται, καθώς παίρνει τη θέση του (εκών άκων) στο ευρύτερο νόημα της εφιαλτικής τοιχογραφίας. Ο χρόνος και ο τόπος, όπως δηλώνονται στην ιστορία, μόνον ως βοηθητικά στοιχεία της πλοκής θα μπορούσαν να εκληφθούν, καθώς ξεπερνούν τα χωροχρονικά πλαίσια και εκτινάσσονται σε κάθε σημείο όπου γης για να συναντηθούν με θύτες και θύματα ανάλογων σκηνικών.
Ο αλληγορικός χαρακτήρας της γραφής του Sonallah επιτρέπει τις πολλαπλές ερμηνείες της ιστορίας του. Αρχικά δηλώνει την πιο εξόφθαλμη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα καθεστώτα εκείνα, που δεν έχουν ανάγκη τον εξωραϊστικό μανδύα εξαπάτησης των πολιτών για να αναδείξουν ένα τάχα δημοκρατικό πλαίσιο άσκησης της εξουσίας. Ωστόσο, μπορούμε να επεκτείνουμε το φάσμα και σε εκείνα τα καθεστώτα που μετέρχονται πιο ευφυείς μεθόδους και τρόπους παραπλάνησης των αληθινών τους στόχων, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που απλόχερα τους δίνονται από την τεχνολογία και τον παντοδύναμο μηχανισμό της διαφήμισης (παρασιτικό του μηχανισμού των Μ.Μ.Ε.) προκειμένου να αναδείξουν ένα ψευδές προσχηματικό πρόσωπο και να χειραγωγήσουν  αποτελεσματικότερα το πλήθος των ανυποψίαστων πολιτών τους. Κι εκεί ακριβώς είναι που η νουβέλα με τον ασφαλή περιεκτικό τίτλο «Η Επιτροπή» λαμβάνει τις πραγματικές της διαστάσεις βρίσκοντας τη θέση που της αξίζει δίπλα στις ιστορίες του Κάφκα αλλά και του Χάινριχ Μπελλ. Ο τελευταίος στο διήγημά του «Το Λυπημένο μου Πρόσωπο» βάζει στο στόμα του ήρωά του (ταλαιπωρημένου επίσης από τον παραλογισμό του εξουσιαστικού μηχανισμού που τον έχει παγιδεύσει) την εύλογη απορία αν θα πρέπει πλέον να  απολέσει τα χαρακτηριστικά του και να απομείνει εντελώς χωρίς πρόσωπο, αν θέλει να επιβιώσει. Δίπλα του,  σε μια αυτονόητη συνταύτιση ο αναγνώστης της «Επιτροπής» θα δει τον ήρωα του Sonallah να κατατρώει τον εαυτό του – δισήμαντη συνθήκη που μπορεί να ερμηνευτεί ως μια κατ’ ουσίαν εξαφάνιση του ψυχικού του κόσμου, αλλά σε μια πιο αισιόδοξη εκδοχή ως μια κατάργηση των χαρακτηριστικών εκείνων που τον καθιστούν δέσμιο των μηχανισμών εξολόθρευσής του. Στη δεύτερη αυτή εκδοχή, η νουβέλα αποκτά μια αισιόδοξη προοπτική, που δεν θα ήταν μακριά, πιστεύω, από τον στόχο του συγγραφέα της να προσδώσει μια ελπίδα στον άνθρωπο/θύμα του Παράλογου που συντηρεί ως οπτική αλλά και ως ιδεολογία τον κόσμο γύρω του. Άλλωστε και στον εφιαλτικό κόσμο του Κάφκα μπορούμε να δούμε το ελάχιστο εκείνο σημείο, που οι ήρωές του αντιλαμβάνονται τη θέση τους μέσα στη συνολική εικόνα – βασικό σημείο εκκίνησης για την αφύπνισή τους. Αρκεί φυσικά να έχουν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τη νέα πραγματικότητα που ανοίγεται μπροστά τους και να προτάξουν την προσωπική τους ταυτότητα πέρα από την ανωνυμία της ομοιομορφίας στην οποία φαίνονται καταδικασμένοι. Ο ήρωας του Sonallah, στο τελευταίο κεφάλαιο της νουβέλας, δείχνει πως έχει κατακτήσει τα στάδια της Γνώσης: γνώση του εαυτού του, γνώση του κόσμου που τον περιβάλλει, γνώση της θέσης του στον κόσμο αυτόν. Ο συγγραφέας ευφυώς σταματά εκεί ακριβώς την ιστορία του. Όλα είναι πιθανά από το σημείο αυτό και πέρα. Θα προχωρήσει με όπλο αυτή τη συνειδητή πλέον κατάσταση ή θα αποχωρήσει καταπτοημένος αφήνοντας την πολύτιμη γνώση που απόκτησε ανενεργή;

Ένιωθα ήρεμος, και για άλλη μια φορά γαλήνιος, ώσπου άρχισε να ξημερώνει. Τότε ακριβώς, ύψωσα το πονεμένο χέρι μου στο στόμα κι άρχισα να τρώω τον εαυτό μου.

Είναι άραγε η αυτοκαταστροφή του ήρωα  ή ίσως η επώδυνη μεταμόρφωσή του, που δηλώνεται με αυτά τα λόγια; Ο αναγνώστης αφήνεται να αποφασίσει ποια εκδοχή θα προτιμούσε ή μάλλον ποια από τις δύο αντέχει να δεχθεί ως δυνάμει και δική του, μέσα στην προσωπική του μέθεξη με την ιστορία που έχει πλέον επιτευχθεί.  Η ατομική επιλογή από τη μια, ο προκαθορισμός της πορείας από αλλότριες δυνάμεις από την άλλη –αυτό το ισχυρό δίπολο, δουλεμένο έξοχα από τον συγγραφέα– καθιστά τη σύντομη αυτή νουβέλα εμβληματική της τραγικότητας του  ανθρώπου, ενός όντος που βαυκαλίζεται να πιστεύει στο αυτεξούσιο για να διαψευστεί σχεδόν σε κάθε βήμα του. 


Ο Ibrahim Sonallah θεωρείται από τους σημαντικότερους σύγχρονους Άραβες συγγραφείς, που με το έργο τους ασκούν σκληρή κριτική στην καθεστηκυία τάξη εδώ και έξι περίπου δεκαετίες πληρώνοντας το τίμημα της δράσης του με την προσωπική του ελευθερία. Συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους διανοούμενους, με πολλές διακρίσεις και βραβεία στην Ευρώπη, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πρόσφατα τιμήθηκε και με το διεθνές βραβείο Καβάφη. Η Πέρσα Κουμούτση, πεζογράφος και μεταφράστρια αραβικής λογοτεχνίας πολυβραβευμένη (τιμημένη και με το βραβείο Καβάφη το 2001) μετέφερε άριστα στην ελληνική γλώσσα το ύφος και τον ρυθμό του πρωτοτύπου γνωρίζοντας στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον πολύ σημαντικό Άραβα συγγραφέα και διανοητή μέσω της πολυσήμαντης νουβέλας του, φροντισμένης αισθητικά από τις ΑΩ εκδόσεις.

Διώνη Δημητριάδου  


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος Οι δύο Μαργαρίτες (Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Μαργαρίτα Καραπάνου)

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Οι δύο Μαργαρίτες
(Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Μαργαρίτα Καραπάνου)
η 1η δημοσίευση του κειμένου έγινε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 6/7/2019






Μαργαρίτα Λυμπεράκη (1919-2001), Μαργαρίτα Καραπάνου (1946-2008)· στο σπίτι τους στην Αθήνα, στη Δεξαμενή κοντά. Συγγραφείς και οι δύο. Μαμά και κόρη, η μέρα με τη νύχτα. Ακριβώς είκοσι χρόνια πριν: Το καλοκαίρι τού 1999. 



Τη Μαργαρίτα Λυμπεράκη, την είχα γνωρίσει πρώτη φορά το φθινόπωρο τού 1992, στο Εθνικό Θέατρο, στις πρόβες τού έργου της «Ζωή Πορφυρογέννητη», που θα έκανε πρεμιέρα τέλη Οκτωβρίου. Τις πρόβες εκείνες τις παρακολουθούσα με τη μεγαλύτερη ευσυνειδησία, κάθε μέρα μαζί της, καθώς ήμουν το νεότερο μέλος τότε, τού Διοικητικού Συμβουλίου τού Εθνικού. Δημιουργήθηκε ένα καλό κλίμα ανάμεσά μας, γρήγορα με συμπάθησε, κι εγώ κάποια στιγμή βρήκα την ευκαιρία να τής χαρίσω το βιβλίο μου «Δώδεκα και ένα ψέματα», που είχε μόλις εκδοθεί.



Το ίδιο κιόλας απόγευμα με πήρε στο τηλέφωνο, μια εντελώς άγνωστή μου κυρία, με πολύ χαρούμενη, δυνατή φωνή, που τραύλιζε λιγάκι: Η άλλη Μαργαρίτα. Η κόρη, λέει, τής Μαργαρίτας που είχα γνωρίσει. Με πήρε για να μού πει πόσο πολύ τής άρεσαν τα «Δώδεκα και ένα ψέματα» που χάρισα στη μαμά της το πρωί: Τόσο πολύ τής άρεσαν, που ήθελε οπωσδήποτε να συναντηθούμε, να γνωριστούμε και να μού πει για ένα άρθρο που σκέφτηκε να γράψει στο ΒΗΜΑ, για το βιβλίο μου. Το συντομότερο. Και τώρα ακόμη, αν γίνεται· γιατί όχι; «Έλα, έλα τώρα!» φώναζε από μέσα η άλλη Μαργαρίτα· η Μαργαρίτα πού ήξερα. Η μαμά Μαργαρίτα. Η μαμά τής Μαργαρίτας που μού μιλούσε τώρα: «Αλήθεια· είμαστε τόσο γείτονες. Έλα τώρα! » φώναζε συνέχεια. Και πήγα έτσι· εντελώς απρογραμμάτιστα. Ήμασταν πράγματι πολύ γείτονες. Τα σπίτια μας πρέπει ν’ απείχαν μεταξύ τους κάπου διακόσια, τριακόσια μέτρα. Μού άνοιξε, αδύνατη σα χαραμάδα, η μαμά Μαργαρίτα και δυο βήματα πίσω, τροφαντή, φρέσκια σα φράπα τσουπωτή, η κόρη Μαργαρίτα· κοιτώντας ερευνητικά με τις φοβερές ματάρες της. Περιχαρείς και οι δύο. Και τότε μόνο συνειδητοποίησα, ξεκάθαρα, για πρώτη μου φορά, πως η Μαργαρίτα Λυμπεράκη ήταν η μητέρα τής Μαργαρίτας Καραπάνου. «Από ’δω και μπρος, εμένα θα με λες Ρίτα…» μού είπε η μαμά. «Κι εμένα Μαργαρίτα…» μού είπε η κόρη.

Μια κοινωνική γνωριμία που ξεκινάει έτσι άμεσα, με τόσο θετικές προϋποθέσεις σε κάθε τομέα, φυσικό είναι να βάζει σωστές βάσεις για μια ουσιαστική, φιλική ανθρώπινη σχέση. Έτσι κι έγινε: Για δέκα χρόνια αυτές οι δύο Μαργαρίτες, με διαφορετικό τρόπο η κάθε μια, ήσαν σχεδόν κάθε μέρα στη ζωή μου· ανυπόκριτα, αληθινά, δίχως κανένα μύθο, ούτε κανένα φτιασίδι.  



Απ’ τη μια μεριά, η Λυμπεράκη: Με τη σιγουριά τής καταξιωμένης, τής κλασικής συγγραφέως -ποιος δεν ξέρει για ‘Τα ψάθινα καπέλα’; Με τον αέρα τής μποέμ τύπισσας που έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι, στο μεταπολεμικό Παρίσι. Πολύ μεγάλα ονόματα πέφτανε βροχή κάθε τόσο· μάλλον όμως για να εντυπωσιάσουν παρά για να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην κουβέντα… Κι απ’ την άλλη η Καραπάνου: Αληθινή στόφα δημιουργού. Πραγματική συγγραφέας, με δαιμόνιο ταλέντο, που όμως δεν κατάφερε να κόψει ποτέ τον ομφάλιο λώρο, ούτε να κάνει τη μάνα της να την αγαπήσει· όσες γαλιφιές κι αν έκανε, όσες κρίσεις και αν πάθαινε. Μια φονική σχέση ανάμεσά τους, που αφού μ’ αυτήν στήθηκε αρχικά η κοινή ζωή τους στα πρώτα χρόνια, δεν ήταν δυνατό πια ν’ αλλάξει. Ούτε καφέ δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν στον Μισεγιάννη χωρίς να μαλώνουν! Το γεγονός μάλιστα πως δεν είχαν κανένα οικονομικό πρόβλημα και ανήκαν στην λεγόμενη ‘άρχουσα’ τάξη -εκεί, απ’ όπου αρχίζει να βρωμάει το ψάρι- αντί να λύνει τα προβλήματά τους, δυστυχώς τα επέτεινε και συσσώρευε ακόμη περισσότερα.



Σαν χαρακτήρες γενικά, σαν άτομα, ήσαν κυριολεκτικά η μέρα με τη νύχτα· ζώντας σε μια σχέση αρμονικά ασφυκτική απ’ την οποία καμιά τους δεν μπορούσε, ούτε και ήθελε πια να ξεφύγει. Ακριβώς σαν το σπίτι τους· που ήταν ένα ωραίο μεγάλο διαμέρισμα διαιρεμένο στα δύο, όπου υποτίθεται πως ζούσε καθεμιά τη ζωή της, στη δική της μεριά. Στην πραγματικότητα όμως εξασφάλιζε απλώς τον απόλυτο έλεγχο τής μαμάς πάνω στη ζωή τής κόρης· ακόμα και μετά τα πενήντα της...



Μια μαμά που ενώ δεν υπήρξε ποτέ ‘μαμά’ στα νιάτα της· τώρα στα ογδόντα της, φρόντιζε κι έκλεινε η ίδια τα ραντεβού με τους ψυχιάτρους για τη ‘μικρή’ και πρόσεχε να παίρνει όλα της τα φάρμακα -που την έκαναν πίτα. Και μια κόρη, με πολύ έντονη προσωπικότητα, επαναστατική ίσως, που ενώ δε σήκωνε μύγα στο σπαθί της, μπροστά στη μαμά της γινόταν ένα δεκάχρονο κοριτσάκι…    



Άρα· μια ζωή εντελώς αρρωστημένη, από την οποία η κόρη, το κατ’ εξοχήν θύμα, δεν ξέφυγε ποτέ, παρ’ όλη την ηρωική προσπάθεια που έκανε τότε: Εκείνες τις μέρες. Ακριβώς εκείνες τις στιγμές που με κοιτά, γελώντας πονηρά, φορώντας τα γυαλιά μου, στη φωτογραφία: Το καλοκαίρι τού 1999. Τότε που, μεταφράζοντας η ίδια στα γαλλικά τα «Δώδεκα και ένα ψέματα» μου, είχε αποφασίσει να μιλήσει ανοιχτά για την αρρώστια της, γράφοντας ταυτόχρονα και το «Ναι», που τελικά, αν και δεν ήθελα να γίνει έτσι, μού αφιέρωσε. Ελπίζοντας ίσως πως έτσι θα γιατρευτεί κι αυτή· όπως γιατρεύεται και η ηρωίδα της η Λώρα. Φευ… Τρομερό καλοκαίρι! Πάνε ακριβώς είκοσι χρόνια από τότε· αν είναι δυνατόν…

    (η 1η δημοσίευση του κειμένου έγινε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 6/7/2019)                                                                                    











Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953), υπήρξε Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’ Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως Γεν. Γραμ. και ως Πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και Γεν. Γραμ. τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου (1992-’94).


ΈΡΓΑ ΤΟΥ: ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2 η έκδοση· Άγρα 2009). Γαλλική, Γερμανική, Τουρκική, Ινδική έκδοση. ‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999). Γερμανική έκδοση. Ή ‘Άννα’, Γαλλική μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου. ‘Οι καινούργιοι Άγιοι’, Τουρκική έκδοση: (‘Yeni Azizler’) ‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο – ποίηση (Εστία 12 η έκδοση. Έως τώρα 84 διαφορετικές θεατρικές παραγωγές). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Αγγλική έκδοση: (‘The Spiceman’). Τουρκική: (‘Irmikoğlan’). Κρατικό Θέατρο Τουρκίας, Şehir Tiyatro: Istanbul, 5/2012. ‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001). ‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, Ε.Λ.Σ. Αθήνα, 4/2001. ‘The mask in the Classical Hellenic Theatre, (Συλλογική έκδοση, Aryan books international, N. Delhi 2000.) ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008) Αγγλική μετάφραση. ‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο – ποίηση (Ίκαρος 2011). Αγγλική έκδοση: ‘Noyessaying’ ISBN 978-93-5016-7, 2013. Τουρκική: ‘Hayirevet diyerek’ (Bencekitap, Ankara 2015) ‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (στο ‘Για μια επέτειο’ εκδ. Ίκαρος 2013, και ηλεκτρονικά 2018) ‘Το σεντούκι του παππού μου’, μικρό πολιτικό δοκίμιο (Stahtes κ.α. 17/11/2014) ‘Πολυβίου ιστορία ετών 2150’, ερανισμός απόδοση, Αρχαίων επικαίρων (Dimoi news 7/8/2015) ‘Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’ σχόλιο για Documenta 14, δίγλωσσο. (Diablog 8/7/2017) ‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2 η εκδ. Κάκτος, 2017) ‘Η Φραγκούλα’ διήγημα (Bookpress, βιβλίοnet, Μονόκλ, Cantus firmus, Τimes.news, κ.α, 9/2018) ‘Ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Χρήστου’, βιογραφική συμβολή (Bookpress, Fractalart,ΤaR, βιβλίοnet, κ.α,10/2018) ‘Για την Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ συνέντευξη (TaR, Bookpress, Μονόκλ κ.α.12/2018) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα πάλι’ θεατρικό. Αγγλική μετάφραση: ‘Twelve and on lies again’ 2019 ‘Το 1984, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, και το σεντούκι του παππού μου’ (Times.news 27/1/2019) ‘Επενδύσεις…’ διήγημα (‘Με ανοιχτά βιβλία’ 25/2/2019, Times,news 26/2, Μονόκλ 28/2, Fractal 5/3 κ.α). ‘Πέπη κουμπώσου!’ διήγημα (Timesnews 4/4/2019, Fractal, Μονοκλ, Bookpress, Diasporic, Ologramma.) ‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’, πολιτική ανάλυση (Metrogreece 8/4/2015, Times.news 15/4/2019 κ.α ) ‘Οι καινούργιοι άγιοι’ διήγημα (Fractal, Μονόκλ, Ologramma, Times.news κ.α. 5/2019) ‘Pagotό’ διήγημα (Times.news 27/5, Ologramma, κ.ά. 29/5/2019) ‘ΟΓΑ’ διήγημα (Times.news 12/6, Diasporic 14/6, Stahtes 17/6 κ.α.) ‘Οι δυο Μαργαρίτες’ (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Καραπάνου) ολιγόλογη ακτινογραφία (ΤΑ ΝΕΑ 6/7/2019)








Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

Δύο ποιήματα του Τάσου Σ. Μάντζιου μαζί με δύο φωτογραφίες του Βασίλη Ταγκούλη


Δύο ποιήματα του Τάσου Σ. Μάντζιου
μαζί με δύο φωτογραφίες του Βασίλη Ταγκούλη




Ρητορικό ερώτημα

Θ’ ασχήμισαν –αν ζει–  τα γκρίζα μάτια

Κ. Π. Καβάφης



Το ερώτημα είναι,

Ποιητή,

γι’ αυτά τα γκρίζα μάτια,

που εντός σου

ξύπνησαν

 τον έρωτα,

τώρα π’ ασχήμισαν,

άμα τα συναντούσες,

γι’ αυτά τα ίδια μάτια λέω,

ερωτικό

θα έγραφες

ένα ποίημα;





Σαν καινούργιο



Πολύ γερή κατασκευή.

Τα ’βγαλε τα λεφτά του

και με το παραπάνω.

Τόσοι και τόσοι πλάγιασαν

σε τούτο το κρεβάτι

κι ακόμα είναι σαν καινούριο,


είπε

ο Προκρούστης





Ο Τάσος Σ. Μάντζιος γεννήθηκε στην Πλακωτή Θεσπρωτίας. Είναι καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και διδάσκει το μάθημα των Θρησκευτικών. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορες ηλεκτρονικές ιστοσελίδες λογοτεχνικού περιεχομένου. Έχει δυο παιδιά και διαμένει μόνιμα στην Αθήνα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Τα οξέα του ποιήματος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έλευσις και Υδράνη.




Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

Η μνήμη (Pablo Neruda, “La memoria”, 1964 από τη συλλογή “Memorial de Isla Negra”) (μετάφραση/απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)

Η μνήμη

(Pablo Neruda, “La memoria”, 1964
 από τη συλλογή “Memorial de Isla Negra”)
(μετάφραση/απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)




Εγώ να τα θυμάμαι όλα πρέπει,
να συγκρατώ τα ίχνη που άφησαν οι χορταρένιες λόχμες,
τα νήματα, τα ασαφή, των γεγονότων,
ακόμη και τα σπίτια, πόντο πόντο να θυμάμαι,
του τραίνου τη διαδρομή τη μακρινή,
στο πρόσωπο την ύφανση του πόνου.

Γιατί, αν σε μια τριανταφυλλιά λαθέψω
και  αν με μπερδέψει ένας λαγός μέσα στη νύχτα,
ή ακόμη αν ένας τοίχος ολόκληρος
κατέρρευσε στη μνήμη μου,
θα πρέπει απ’ την αρχή να φτιάξω τον αέρα,
τον καπνό, τη γη, τα φύλλα,
μα και τους πλίνθους, τα μαλλιά,
τα αγκάθια που με τρύπησαν
και τη βιασύνη της φυγής.

Λυπηθείτε με, τον ποιητή.

Πάντα μου γρήγορα ξεχνούσα
και στα δυο μου χέρια
μόνο άρπαζα τα αόριστα,
τα άσχετα  μεταξύ τους,
που μόνο σαν ανύπαρκτα
μπορούν να συγκριθούν.

Σαν άρωμα ήταν ο καπνός,
σαν τον καπνό το άρωμα,
δέρμα του κοιμισμένου σου κορμιού,
που τα φιλιά μου ξύπνησαν˙
μόνο μη με ρωτήσετε το πότε
ούτε του ονείρου μου το όνομα -
δεν το μπορώ τον δρόμο να μετρήσω,
που δεν του ταίριαζε πόλη καμιά,
μα ούτε εκείνη την αλήθεια που άλλαξε,
που ίσως η μέρα να τη δάμασε
για να μεταλλαχθεί σε φως περιπλανώμενο
σαν μια πυγολαμπίδα στο σκοτάδι.

(απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)
Η απόδοση στα Ελληνικά βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση του ποιήματος (από τον Anthony Kerrigan), με παράλληλη μελέτη του  ισπανικού πρωτοτύπου.