Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

13 μανταρινιές στη Χίο Ιωάννης Αντιώτης εκδόσεις Διάνοια η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

13 μανταρινιές στη Χίο

Ιωάννης Αντιώτης

 εκδόσεις Διάνοια

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | 13 μανταρινιές στη Χίο • Fractal


 


 

Ήδη από την πρώτη του πεζογραφική εμφάνιση, ο Ιωάννης Αντιώτης φάνηκε ότι είχε κάτι να πει, με ευθύτητα, ειλικρίνεια και αθωότητα. Αυτά και μόνον τα χαρακτηριστικά θα ήταν αρκετά για να προσεχθεί η γραφή του, εν μέσω πολλών νέων εμφανίσεων που συχνά συσκοτίζουν το λογοτεχνικό τοπίο. Η γραφή του Αντιώτη, και ως προς τη θεματική της και ως προς τους τρόπους της, ξεχωρίζει, όχι γιατί είναι ίσως η καλύτερη (ακραία θα ήταν μια τέτοια επιλογή κατάταξης), αλλά γιατί μας μεταφέρει μια από καιρό ξεχασμένη αθωότητα, χωρίς κρυμμένες σκοπιμότητες, χωρίς ευφάνταστες επινοήσεις, που δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να φανερώνουν μια αμηχανία συγγραφική.

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων (ο Αντιώτης επιμένει στη μικρή φόρμα, αν και τώρα οι ιστορίες του έχουν μεγαλύτερη έκταση) οι δεκατρείς ιστορίες του έχουν κοινό τόπο συνάντησης τη Χίο, τόσο κοντά στη μικρασιατική ακτή, που ως θεματική τον είχε απασχολήσει στο πρώτο του βιβλίο, μιλώντας για τη Σμύρνη. Δεν πρόκειται, πιστεύω, για εμμονή θεματική, καθώς οι δύο χώροι γεωγραφικά μεν γειτνιάζουν στα διηγήματά του, οι ιστορίες τους όμως διαφέρουν. Υπάρχουν, εντούτοις στιγμές που οι δύο χώροι ενώνονται μέσα από την κοινή τους μοίρα («Φωτογραφία με σέπια»). Περισσότερο θα έλεγα πως επιμένει στην ηθογραφική αποτύπωση, πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο για να βρει συνήθειες, συμπεριφορές, στοιχεία ντοπιολαλιάς. Με τον τρόπο της γραφής του παρουσιάζει ζωντανά τα πρόσωπα και τους χώρους μέσα στους οποίους διαμορφώνεται η ζωή τους. Ο διάλογος βοηθάει στην περίπτωση αυτή, αν και σε μερικά σημεία φαίνεται να ξεφεύγει από την αληθοφάνεια στην οποία στόχευε («Άπιστο παστέλι»). Ωστόσο, τα αφηγηματικά μέρη έχουν δουλευτεί αρκετά, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο Αντιώτης έχει προχωρήσει από την προηγούμενη συλλογή του με πιο δυνατές αφηγηματικές σκηνές («Δαγκανιές άγριων σκύλων», «Άβατοι, υδάτινοι δρόμοι»). Ρεαλιστική η γραφή, με έντονο ερωτισμό σε διάσπαρτες σκηνές, κι όμως βρίσκει τον χώρο της εδώ κι εκεί η νοσταλγία των παλαιών τρόπων, ο ρομαντισμός, η λεπτουργημένη ευαισθησία. Δεν είναι κακό, κυρίως οι νέοι λογοτέχνες να ψάχνουν σε διαφορετικούς «χώρους» έκφρασης, ακόμα και μέσα στην ίδια ιστορία. Κάποια στιγμή η γραφή αποφασίζει από μόνη της τον δρόμο της, και αυτή είναι η γοητεία της.


Ξεχωρίζω το διήγημα «Δαγκανιές άγριων σκύλων» για τη ρεαλιστική αποτύπωση της δύσκολης σχέσης μητέρας-κόρης, για την αγριότητα της ψυχής που μερεύει  μόνο για λίγο, για την τελευταία παράγραφο, χωρισμένη από όλο το υπόλοιπο διήγημα, για την τραγικότητα της κορύφωσης, για τον υπόρρητο συμβολισμό. Παραθέτω απόσπασμα:

 

Δυο κάτασπρα κεφάλια γηραιών γυναικών ενώνοντας σπαρακτικά. Η μάνα απλωμένη στο νεκροκρέβατο παγωμένη, και η γερασμένη, ανύπαντρη μοναχοκόρη, με το κούτελό της ακουμπισμένο στο μαρμαρένιο της μάνας. Ήταν η μόνη που είχε μείνει να την κλάψει, και τα δάκρυά της είχαν πλέον στερέψει. Δεν υπήρχε πια κανείς γι’ αυτήν να του γυρέψει λίγα ψιχία αγάπης. Σηκώθηκε επάνω απότομα και άνοιξε την πόρτα. Ο παγωμένος, χειμωνιάτικος αγέρας έσβησε τα κεριά γύρω από το φέρετρο της μάνας και αυτή έτρεξε με όσες δυνάμεις είχε μέσα στ’ αγιάζι και το σκοτάδι. Ήταν έτοιμη να γίνει βορά των άγριων σκυλιών, αυτών που την δαγκώνανε τόσα χρόνια, αφήνοντας επάνω της ανεξίτηλα σημάδια. Τώρα είχε έρθει η ώρα να την λυτρώσουν, να την κατασπαράξουν ολοκληρωτικά. (σ. 184).

 

Στο οπισθόφυλλο τα λόγια του Αντιώτη: «[…] Η Μυροβόλος Χίος! Δεκαετία του 1930 στο νησί και οι κάτοικοί του μέσα στον μικρόκοσμό τους, που είναι και μακρόκοσμος συνάμα, βιώνουν ποικίλα συναισθήματα, άλλα ελαφριά, άλλα βαριά, όλα, όμως, χαράζουν την ψυχή, την κάνουν να σπαρταρά. Συναισθήματα που τολμηρά βουτούν μέσα, όπως βουτούμε και εμείς σήμερα, χωρίς να γνωρίζουμε ποτέ τι θα αντικρίσουμε στον βυθό ή αν θα αναδυθούμε στην επιφάνεια…» Έτσι ακριβώς και ο ίδιος δεν φοβάται την έκρηξη του συναισθήματος, δένοντάς το με τη σκληρότητα μιας πραγματικότητας που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Μια γραφή που εδώ στη δεύτερη πεζογραφική της απόπειρα παραμένει ενδιαφέρουσα. Δεν είναι και λίγο.


Διώνη Δημητριάδου

 

Αδώνιδος κήποι Διώνη Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις Γράφει ο Γιάννης Κόκκινος* η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Αδώνιδος κήποι

Διώνη Δημητριάδου


ΑΩ εκδόσεις


Γράφει ο Γιάννης Κόκκινος*


η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

Δυο Επιτάφιοι συναντώνται • Fractal 

 

 


Δυο Επιτάφιοι συναντώνται


Η ποιητική συλλογή της Διώνης Δημητριάδου Αδώνιδος κήποι είναι μια σπουδή επάνω στην οδύνη της ύπαρξης. Οι ρωγμές των απωλειών, τόσο στο πεδίο του ψυχισμού όσο και κατά την μεταγραφή τους ποιητικό τω τρόπω στο πεδίο του λόγου, μοιάζουν με διαδρομές. Μονοπάτια για τον επώδυνο περίπατο της μνήμης σε χρόνο διευρυμένο, συμπληρωματικό του πραγματικού με σκοπό την ολοκλήρωση αυτής της περιπλάνησης στο ξέφωτο μιας κερδισμένης λήθης (Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική σελ 13). Όχι ως απώθηση, αποσιώπηση, άρνηση της φρίκης του θανάτου, μπάζωμα του κενού και απόρριψη του πένθους, αλλά ως τρόπος να ανασάνει η ζωή και να επιστρέψει η επιθυμία.

Με το βιβλίο της αυτό η Διώνη είναι σαν να επαναλαμβάνει το τραύμα. Στρέφεται γύρω του εξυψώνοντάς το στη σφαίρα της ποίησης. Δεν αμύνεται αλλά αγγίζει με θάρρος όλα εκείνα που απέτυχαν να ξεχαστούν. Εκείνα τα οποία παρά την τόση οδύνη, κατά τη διεργασία συμβολοποίησής τους, δεν αφομοιώθηκαν ψυχικά. Πρόκειται για όψεις, εκδοχές ή ψήγματα των νεκρών αντικειμένων της αγάπης, θραύσματά τους που δεν μπόρεσαν ή δεν γίνεται να ενσωματωθούν από το υποκείμενο. Παρέμειναν έτσι εξωτερικά προς αυτό, εκλύοντας εκείνη την παράξενη, μεταφυσική σχεδόν ομορφιά των ερειπίων, που παρά το μελαγχολικό της φόντο δεν συνθλίβει τη ζωή αλλά την εμπνέει.

Όλα ετούτα είναι που ως ψηφίδες διαρκώς ανασυνθέτουν το ποιητικό βλέμμα, πόσο μάλλον εκείνο της Διώνης Δημητριάδου, που ανοίγεται μέσω των λέξεων στον Άλλον ως σε αναγνώστη, αναγνωρίζοντας την αδυνατότητα ολοκλήρωσης αυτού του πένθιμου περιπάτου μέσα από τις ρωγμές των απωλειών, χωρίς παραδόξως αυτή η αδυνατότητα να καταργεί την προσδοκία για λύτρωση. Αυτό που ξεχνιέται είναι αυτό που με κόπο και πόνο ψυχικό ενσωματώνεται. Ενσωματώνω όμως, αφομοιώνω ψυχικά, δεν σημαίνει κατέχω αλλά ούτε και κατέχομαι από το τραύμα. Το τραύμα μου δεν με καταπίνει μονοπωλώντας την ταυτότητά μου. Αναλαμβάνεται και φέρεται σε ενικό αριθμό (…το πιο βαρύ στα ποιήματα φορτίο που σηκώνεις/ Ήθος του ποιητή το άχθος του ανθρώπου σελ.9).

Ασήκωτο στην απουσία του το αντικείμενο, θα ήταν ικανό να συνθλίψει τη ζωή. Χάριν όμως της έλλειψης ο χαμός του μετατρέπεται σε οδυνηρή απώλεια, η οποία μέσω της αναγνώρισής της συγκροτείται σε τραύμα, τον σαφή εντοπισμό του οποίου δεν είναι σε θέση να πετύχουν οι λέξεις. Η σήμανση του πόνου οδηγεί τη γλώσσα στο όριό της . Έτσι το τραύμα, αποτελεί μια εκ-σωτερικότητα ως προς τη συγκρότησή του, καθώς και ότι η αναγνώριση, ανάληψη, μεταφορά–περιφορά του, μοιάζει με πράξη εξωτερίκευσης. Κάπου εκεί έκ-σω λοιπόν, ζωντανή η πληγή ως ανεξίτηλο υπόλειμμα, συνιστά πρώτη ύλη, απόθεμα σημαινόντων για τη μετουσιωτική κατασκευή ενός νέου αντικειμένου, δηλωτικού της επιθυμίας. Το καινούργιο αυτό αντικείμενο δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο, αφού η επιθυμία επιστρέφει ως αλήθεια του υποκειμένου. Όχι προς κατανάλωση αλλά ως νοερός, λυτρωτικός τόπος συνάντησης με τον άλλον, να ανασαίνει η ζωή, αφού καθαρή λήθη δεν υπάρχει.

Ως ανάδυση της αλήθειας της συγγραφέως αλλά και του αναγνώστη, το συγκεκριμένο βιβλίο ως έργο μετουσίωσης μοιάζει με δίοδο στο φως. Η αναγνώριση της αδυνατότητας ενός ξέφωτου ευδαιμονικής λήθης, μιας αρμονίας δίχως εντάσεις και τραυματισμούς, συνιστά άνοιγμα προς την αλήθεια της ύπαρξης που επιβεβαιώνεται στον διχασμό τού να διεκδικείς έναν τόπο όπου δεν πρόκειται ποτέ να είσαι, συμπίπτοντας έστω για λίγο με το ασύμπτωτο του «Είναι». Άνθρωπος δηλαδή, ούτε θηρίο ούτε θεός (αναφορά σε προηγούμενο έργο της).

Μόνο για λίγο. Η πορεία μέσα από τις ρωγμές συνεχίζεται. Σημασία έχει η διαδρομή. Όπως αυτή του Ιησού τη μεγάλη Παρασκευή καταμεσής της Άνοιξης. Την ίδια στιγμή, όπως η ποιήτρια μας πληροφορεί στην υποσημείωση της σελίδας 10 του ομότιτλου ποιήματος, ότι  σε κάποια μέρη της Ελλάδας την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου οι άνθρωποι, αν και χριστιανοί, βγάζουν στα παράθυρα πιατάκια με φυτρωμένη φακή –«Αδώνιδος κήποι»-, όπως έκαναν οι πρόγονοί τους στο πλαίσιο της αρχαιότερης θρησκείας για να τιμήσουν τη μνήμη του θεού τους. Παρίσταναν με τον ταπεινό αυτόν τρόπο το εφήμερο πέρασμά Του από τα επίγεια πράγματα.

Τόσο στην περίπτωση του Ιησού όσο και στην περίπτωση του Άδωνι, είναι σαν οι άνθρωποι, μέσω των τελετουργιών όπου όχι τυχαία συναντιούνται, να παραδίδουν οι ίδιοι τους αγαπημένους τους στον θάνατο. Επιτελούν συμβολικά τον χωρισμό τον οποίο το πραγματικό της απώλειας ούτως ή άλλως επιβάλλει. Με τον τρόπο τους αυτόν, ανεξάρτητα από το θρησκευτικό, πολιτισμικό και ιστορικό τους περιβάλλον, επωμίζονται, αναλαμβάνουν αυτό που είναι μοιραίο, προκαθορισμένο και αμείλικτο. Εκείνο που υφίσταται ως ακλόνητη οντολογική βεβαιότητα: την παγκόσμια σταθερά της φθοράς και του θανάτου. Απώτατος σκοπός αυτού του εγχειρήματος που πάλι και πάλι αναλαμβάνεται μέσα σ' αυτήν τη ζοφερή προοπτική, είναι η διάσωση της επιθυμίας της ζωής. Η επιστροφή της από τον «ου-τόπο» των νεκρών της αγάπης μας αντικειμένων. Δεν είναι αυτό μια μικρή ανάσταση; Ένα Σάββατο απλό μετά την Παρασκευή του πένθους; Την Πέμπτη του μαρτυρίου και της απώλειας;

Την ίδια εξανθρωπιστική λειτουργία, ως πράξη ανάληψης της θνητότητας, επιτελεί για παράδειγμα το ποίημα της σελίδας 29, ένα από τα ωραιότερα της συλλογής, με τίτλο Σκόνη στον αέρα. Ένας ωραίος αποχαιρετισμός για έναν ωραίο φίλο που χάθηκε, παρασύροντας ίσως μαζί του και όλα εκείνα που είχαν συνδεθεί με την παρουσία του ή την κοινή τους πορεία. Νιότη, ιδεολογία, οράματα και τα λοιπά. Με το ποίημα της αυτό δεν είναι σαν να τον μεταφέρει στους ώμους της η ίδια κάποια μεγάλη ή μικρή Παρασκευή καταμεσής της άνοιξης; Ή σαν να έβγαλε για χάρη του στης ύπαρξης το παραθύρι ένα πιατάκι ταπεινό, που αντί για τη φύτρα της φακής περιέχει λέξεις άρτια ταιριασμένες;



Είναι σαφής η προσπάθεια της Διώνης Δημητριάδου να εξωτερικεύσει της ύπαρξης το τραύμα. Να μην ορίζεται απ´ αυτό, να μην απορροφηθεί υποκύπτοντας στο μελαγχολικό του θέλγητρο. Στρέφεται δια της γραφής απευθείας στον Άλλον της γλώσσας, που διδάσκει τόσο καλά το μάθημα του θανάτου, καθιστώντας αδύνατη την πρόσβαση στη λήθη. Με τον τρόπο της αυτό παράγει εξωτερικότητα, δημιουργεί απόσταση, έστω αυτήν τη μικρή που χωρίζει τον φέροντα από το φερόμενο. Στερεώνει καλά με λέξεις το υψίστης αυτό υπαρξιακής αξίας φορτίο και μετακινείται ξεκινώντας από τις μικρές Παρασκευές, καταπληκτικό ποίημα σελ. 52, προς ένα ανέφικτο Σάββατο (…να μη μερεύει η ψυχή/ και μια μικρή Παρασκευή/να της αναλογεί/χωρίς ανάσταση, σελ. 15) & (…αίγλη του ελάχιστου/ σβησμένο φωτοστέφανο/ χωρίς πιστούς ακόλουθους/ χωρίς αναμονή/ χωρίς ανάσταση σελ.25).

Με τη γραφή της, είναι σαν να πενθεί αυτό ακριβώς το ανέφικτο, το άφταστο. Αυτό που δεν πρόκειται να επιστρέψει, να συμβεί. Πενθεί το μέλλον. Κι αν θέλουμε να το προεκτείνουμε, θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι πενθεί για το ίδιο το πένθος. Για τη συναισθηματική αυτήν εμπειρία που ως διεργασία ψυχικής αφομοίωσης, όλο και πιο διευρυμένα στο σύγχρονο αξιακό πλαίσιο απορρίπτεται ως περιττή, αργή και ξεπερασμένη. Καθίσταται ως βίωμα αντικείμενο μανιακής άρνησης όπου η υπερδραστηριότητα, η τυραννική απαίτηση για υπεραπόδοση και ιλιγγιώδη επιτάχυνση της ζωής, καλύπτουν τη μελαγχολική φύση του ύστερου καπιταλισμού. Η πορεία του Επιταφίου μέσα από τους ανοιξιάτικους του Αδώνιδος κήπους, κεντρική εικόνα της συλλογής, δεν ταιριάζει σε αυτούς τους ρυθμούς. Υπό αυτήν την έννοια, το συγκεκριμένο ποιητικό εγχείρημα είναι μια πράξη αντίστασης, σε ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος ανακυκλώνεται, ολοκληροποιείται χωρίς την προοπτική του ανοίγματος σε τρόπους και τόπους εναλλακτικούς, όπου η ζωή θα ανακτούσε μέρος του νοήματός της. Πενθώντας διά της γραφής η ποιήτρια διευρύνει τον χρόνο και εξοικονομεί χώρο, αναδεικνύοντας το κενό, την πληγή που το χαμένο αντικείμενο άφησε ώστε να επιστρέψει η επιθυμία, και όχι το ίδιο το αντικείμενο. Γιατί, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα είχε τη μορφή ή του υποκατάστατου ή του φαντάσματος. Το άνοιγμα δηλαδή προς ένα αλλιώς ή ένα αλλού, εάν επέστρεφε ως τέτοιο, θα κατάπινε το υποκείμενο (…μα άξαφνα είδε πως έχασκε εκεί στη μέση του βυθού/ ανοίκειο και σκοτεινό το άνοιγμα/ Σώθηκε άραγε κανείς στο βάθος του πνιγμού; σελ19). Η επιθυμία όμως, παρότι αφορά κάτι ανέφικτο, μοιάζει αναπόφευκτη.

Προστασία υπαρξιακή εδώ προσφέρει η φύση της ίδιας της επιθυμίας, που στο πήγαινε έλα, στη σπειροειδή κίνησή της διαφοροποιείται συνεχώς παραμένοντας μυστηριώδης και εν τέλει πιστοποιείται μόνο στα έργα της. Και αν η επιθυμία γεννιέται στην έλλειψη, στην πιο βαθιά θλίψη γεννιέται η ελπίδα. Δεν γίνεται αλλιώς. Η πορεία του Επιταφίου μέσα από τους κήπους του Άδωνι πραγματοποιείται πάντα με την προσδοκία της Ανάστασης η οποία σώζεται πενθώντας την. Επαναλαμβάνεται κάθε μικρή ή μεγάλη Παρασκευή και συνεχίζεται με του Σαββάτου την επιφύλαξη.

Ξεμάκρυνα, η συγκυρία όμως θέλησε η δική μου ρωγμώδης διαδρομή να συμπέσει με την πορεία του Άλλου ως συγγραφέα που οδήγησε σε αυτό το βιβλίο. Όπως συνέβαινε με τους επιτάφιους στα χωριά που διασταυρώνονταν σε κάποιο ξέφωτο, για έναν κοινό χαιρετισμό στη ζωή που αληθεύει μπρος ή προς τη ζοφερή βεβαιότητα του θανάτου (Ο Θάνατος με θρέφει σελ.23). Η Διώνη δεν μιλά για την επιθυμία. Δεν την εξυμνεί. Δεν διακηρύσσει θορυβωδώς την απελευθέρωση της από όλα εκείνα που αγαπήθηκαν και χάθηκαν. Είναι, όμως, κατά τη γνώμη μου σαφές ότι της δίνει χρόνο. Όχι εκείνον που μετριέται, αλλά τον άλλον που έχει πρόσωπο και βλέμμα να αληθεύσει εμπρός του. Πώς αλλιώς και πού να χωρέσουν τόσες απουσίες; Ποιο στενάκι μέσα σε τούτο τον λαβύρινθο να διαλέξει η μνήμη ώστε να μην οδηγηθεί σε αδιέξοδο; Δίνει και παίρνει χρόνο αφηγούμενη την μοίρα των ανθρώπων (Σήμα βουβό/ άδειο τοπίο/ κι ένας εδώ να ιστορεί τη μοίρα των ανθρώπων σελ. 23). Μιλά για θάνατο, σιωπή, σκοτάδι, διαψεύσεις, μιλάει για μικρές χωρίς ανάσταση Παρασκευές: το ήθος του ποιητή, όπως υπαγορεύει, άχθος να φέρει ανθρώπινο. Κι έχει το θάρρος να το κάνει αλλά και την ευρύτητα, με ευγνωμοσύνη τη λανθάνουσα παρουσία να περιβάλει (…σε άγνοια των φυσικών κανόνων/ λανθάνει η παρουσία/ των απόντων σελ.27), (…Μόνο αυτό θα έχεις/ των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή…Ευχή κι όχι κατάρα… σελ9), (…πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν/ μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά /και θριαμβεύσει ο θάνατος σελ. 25). Η στάση αυτή πιστοποιείται στην κατασκευαστική ακρίβεια, την ποιητική ενάργεια, αλλά και στον ρυθμό, τον οποίο θα τολμούσα να χαρακτηρίσω σεβαστικό συνάδοντας με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης εκφοράς. Φορτίο πολύτιμο, γνωρίζοντας, καθώς φαίνεται, ότι ο Θάνατος είναι το μυστικό της ζωής ή όπως θα έλεγε ο Κλαούντιο Παρμιτζάνι  η σκιά είναι το αίμα του φωτός.

Η Διώνη λέει …Σε μιαν αέναη πορεία του σκότους μέσα στο φως σελ.10. Με βάση αυτό το σκεπτικό θα λέγαμε συμπερασματικά ότι η ποιητική συλλογή Αδώνιδος κήποι δεν είναι θρήνος μελαγχολικός, αλλά νοσταλγία του μέλλοντος αιώνος.

 

*Ο Γιάννης Κόκκινος είναι ποιητής

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, ΑΩ Εκδόσεις Γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη Ποιητική αναμέτρηση με τα σκοτάδια του θανάτου

 

Διώνη Δημητριάδου

 Αδώνιδος κήποι

 ΑΩ Εκδόσεις

Γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

η πρώτη δημοσίευση στην bookpress

«Αδώνιδος κήποι» της Διώνης Δημητριάδου (κριτική) – Ποιητική αναμέτρηση με τα σκοτάδια του θανάτου 



Ποιητική αναμέτρηση με τα σκοτάδια του θανάτου

 

Η ποιήτρια Διώνη Δημητριάδου, στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της με τίτλο: «Αδώνιδος κήποι» (ΑΩ Εκδόσεις, 2025) πραγματεύεται με στοχασμό και σθένος την ακατάληπτη συνθήκη του θανάτου και το οδυνηρό πένθος σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης με την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας.

Ο τίτλος προέρχεται από τον αρχαίο μύθο, ο οποίος πέρασε ως λαϊκή παράδοση στο χριστιανικό τελετουργικό της μεγάλης εβδομάδας, παραπέμποντας στην ανθοφορία αλλά και στο φθαρτό της ανθρώπινης ύπαρξης και στο θάνατο. Το εικαστικό έργο «Βυθός» της Φωτεινής Χαμιδιελή που κοσμεί το εξώφυλλο μαζί με τον στίχο της προμετωπίδας «η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται» του Οδυσσέα Ελύτη,[1] προϊδεάζουν τον αναγνώστη.

Η ποιητική συλλογή «Αδώνιδος κήποι» αφορά σε μια πραγματεία θανάτου τρόπον τινά, σε ένα μοιρολόι, σε έναν στοχαστικό θρήνο και σε μια καταβύθιση στο μαύρο του θανάτου και στα αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης και του επέκεινα, θέματα που επανέρχονται στην ποίηση της Διώνης Δημητριάδου. Η συλλογή αποτελεί παράλληλα και μια πραγματεία ποιητικής, καθώς πολλά αποσπάσματα ανιχνεύουν διεργασίες της ποιητικής δημιουργίας.

Έχω την αίσθηση ότι η θεώρηση της Διώνης Δημητριάδου για την ποιητική γραφή – όπως  και η όλη στάση και παρουσία της στα γράμματα – προσεγγίζει αυτή του Μανόλη Αναγνωστάκη ο οποίος διατείνεται ότι: «Η ποίηση είναι πρώτιστα Γλώσσα και Γλώσσα είναι πρώτιστα Ήθος. Κι ο Ποιητής είναι το Ήθος, είναι το ακέραιο πρόσωπο που-ιεροφάντης, μύστης, αγωνιστής ή επαναστάτης-φωτίζει με το εσώτερο φως του τη διαδρομή του χρόνου». (Συλλογικός τόμος, Επιμ. Σπύρος Αραβανής, Ο μελοποιημένος Μανόλης Αναγνωστάκης).[2]

Στους Κήπους του Αδώνιδος το ποιητικό υποκείμενο αναμετριέται με το σκοτάδι του θανάτου. «Ώρα απολογισμού / καιρός να αναμετρηθώ / με αυτά που γλίστρησαν αθέατα / από μια χαραμάδα / σε αφύλακτη στιγμή» («Απόηχος μιας νέμεσης», σσ 14-15), γράφει. Η Δημητριάδου αναμετριέται με σθένος ψυχής και κουράγιο με τα ανείπωτα, με το αφόρητο άχθος του ανθρώπου, αρχίζοντας να μιλά για το ήθος του ποιητή και ορίζοντάς το ως: «το άχθος του ανθρώπου».


«Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι
από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό
τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο
ώς το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι

Μόνο αυτό θα έχεις
των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή
πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι

Ευχή κι όχι κατάρα
με μια ελάχιστη φωνή
το πιο βαρύ στα ποιήματα
φορτίο που σηκώνεις

Ήθος του ποιητή
το άχθος του ανθρώπου» («Ποιητού το άχθος», σελ. 9).

Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση αποτελούμενη από μακροσκελή κυρίως ποιήματα, τα οποία φαντάζουν σαν θρηνητικά μοιρολόγια στοχαστικών αναζητήσεων και υπαρξιακής αγωνίας μπρος στην ευθραυστότητα και το αφόρητο άλγος της ανθρώπινης μοίρας, αλλά και διεργασίες πένθους και συμφιλίωσης, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται οκτώ ολιγόστιχα και άτιτλα ποιήματα που λειτουργούν σαν στοχαστικές συνόψεις για τις επιμέρους ενότητες αλλά και ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσά τους. Ο λόγος άλλοτε πυκνός και λιτός με ελλειπτική και υπαινικτική γραφή και άλλοτε διαυγής, αφηγηματικός, και λυρικός με ρυθμό που παραπέμπει σε μοιρολόγια λαϊκής παράδοσης. Η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με ομότεχνους και λογοτεχνικά έργα, όπως το διήγημα «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Δημήτρη Χατζή στο ποίημα («Άτοπη συνομιλία», σελ. 22), όπου πραγματεύεται το άγχος θανάτου και την ασίγαστη προσπάθεια του δημιουργού για  ομορφιά, πραγμάτωση και διάρκεια μέσα από  την εμμονική σχεδόν δημιουργία γλυπτών της Μόλναρ και την καταφυγή της στην ομορφιά και αιωνιότητα των αγαλμάτινων έργων της, ως άμυνα και ανάγκη αναπλήρωσης. Συνομιλεί και με δικά της έργα εντάσσοντας π. χ. στη σύνθεση το ποίημα «Κάποια μικρή Παρασκευή», σελ. 48-49, το οποίο υπάρχει σε προηγούμενη ποιητική συλλογή της.[3] Στη συνομιλία της με τον ποιητή Ηλία Λάγιο στο ποίημα ποιητικής,[4] («Ιδού», σελ. 40-41), που του το αφιερώνει, παραπέμπει στη θέασή του σχετικά με την αθωότητα και την αθώωση των πάντων ακόμα και του θεού που συντελείται κατά τη διεργασία και διαδικασία της ποιητικής γραφής.

Αρκετά είναι τα ποιήματα ποιητικής, όπως π.χ. το ακόλουθο, όπου σκιαγραφεί το ψυχικό φορτίο κατά την ποιητική γραφή και τη δημιουργική αγωνία του ποιητή, την οποία ανιχνεύει κρυφά ο αναγνώστης:

«Θήραμα και κυνηγός

θύμα και θύτης

το παίγνιο της ζωής

το άλλοθι του θανάτου

καθώς σε προαιώνια επιταγή

διαρκώς τη φύση εναλλάσσουν

ώς να τελέψει η ανάσα

κάτι ακόμα να γραφεί

σχήμα καθορισμένο

ώς να τελέψει η ανάγνωση

του βίου το παραμύθι

 

[εκεί στα όρια της αντοχής η αρπάγη ξετυλίγεται το θήραμα να πιάσει μαύρο κεφάλι ο κυνηγός σαν λεοντή τη λεία του να ντυθεί κι εκείνο στις λέξεις αφημένο να σπαρταράει ακόμα ώσπου να κλείσει δικαιωματικά την ύστατη σελίδα της απόγνωσης παρείσακτος του δράματος ο αναγνώστης

(«Σαν παραμύθι», σελ. 39).

Στους Κήπους του Αδώνιδος  έχει κεντρική θέση η μνήμη και το ψυχικό φορτίο που φέρει, το οποίο μπρος στην οδύνη του θανάτου βιώνεται αφόρητο, όπως διαφαίνεται στο 1ο άτιτλο ποίημα, όπου το ποιητικό υποκείμενο απευθυνόμενο στη μνήμη της ζητά να γίνει λήθη, σαν μια σωστική άηχη λέμβος που θα την υποσκελίσει καταργώντας τις οδυνηρές λέξεις:


«Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική;

Χάνονται μέσα μου τα πρόσωπα κι οι μνήμες

κλείνω υγρές σταλαγματιές

τις λέξεις καταργώντας

 

Μνήμη του αίματος, λήθη να γίνεις»

(«Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική;», σελ. 13).

Στο 2ο ανιχνεύεται το αιώνιο αναπάντητο ερώτημα και η υπαρξιακή αγωνία που συνοψίζεται στον στίχο: «Σώθηκε άραγε κανείς στο βάθος του πνιγμού;» («Άφησε απ’ το χέρι λίγη λίγη την άμμο να κυλήσει», σελ. 19).

Στο 3ο το ποιητικό υποκείμενο επικαλείται τη μνήμη για την καταμέτρηση  των νέων «αναχωρητών» και της απουσίας:


«Ας καταμετρηθεί, λοιπόν, η απουσία

[…]

Όσοι πιο μακρινοί ας περιμένουν

Εδώ έχουμε νέες εγκαταλείψεις»

(«Ας καταμετρηθεί, λοιπόν, η απουσία», σελ. 24). 

 


Το 4η άτιτλο ποίημα πραγματεύεται την αμφιθυμία του ποιητικού υποκειμένου ανάμεσα στην επιθυμία της παραδοχής της ανθρώπινης μοίρας απογυμνωμένης κι ανάλαφρης από παραμυθίες και θαύματα και στη δυσκολία του να την αντέξει:

 

Καθώς σιγοσβήνει το θαύμα μέσα μου

Απατηλές ελπίδες εξαντλώντας

Σαν μια βαριά αλυσίδα εκούσιας υποταγής

Να σύρθηκε αργά ελευθερώνοντας

Τα τσακισμένα μέλη

 

Μόνο που τώρα να βρω σφυρί κι αμόνι πρέπει

Απ’ την αρχή σφυρήλατα να φτιάξω νέα δεσμά

(«Καθώς σιγοσβήνει το θαύμα μέσα μου», σελ. 31)




Στο 5ο άτιτλο, που αποτελεί ένα πυκνό τρίστιχο ποιητικής, πραγματεύεται την ιαματική λειτουργία της ποιητικής γραφής, όπου παρά τον βαθύ ψυχικό πόνο ο ποιητής γράφοντας βιώνει μια αίσθηση κατάργησης του θανάτου, ο οποίος μπορεί να καταργεί την ανθρώπινη ζωή όχι όμως τη γραφή και ιδιαίτερα την καλή ποίηση που υπάρχει και ανασαίνει στο διηνεκές:


«Καθώς εσώκλεισα τον θάνατο στο ποίημα

ένιωσα πως τον νίκησα

κι ας ήτανε τόσο βαθύ το πένθος της ψυχής

(«Καθώς εσώκλεισα τον θάνατο στο ποίημα», σελ. 47).

 

Στο 6ο, προσδίδει την ανάσταση μόνο στον Άδωνη, απομυθοποιώντας την παραμυθητική προσδοκία της ανάστασης της ανθρώπινης ψυχής.


Ο Άδωνις

Πιστός ακόλουθος της μοίρας του

Για μια φορά ακόμη και φέτος θ’ αναστηθεί

 

Οι υπόλοιποι

Ας περιμένουν

Κάποια εύνοια θεϊκή

Μικρό χαιρετισμό αθανασίας

Αντίδωρο ζωής βασανισμένης

(«Ο Άδωνις», σελ. 57)

 

Στο 7ο, λες και μέσα από μια υπερβατική ατμόσφαιρα νέκυιας και φαντασίωσης, το ποιητικό υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με τον άγγελό του, ο οποίος, όπως σκιαγραφείται στο επόμενο ποίημα, αφήνει μαύρο μαντήλι προάγγελο θανάτου:


Σκύβει ο άγγελός μου να τον δω

 Ξαφνιάζομαι

Πόσο μικρός στο σώμα

Ένα άτριχο σουλούπι

Κι οι φωνές μακρινές

Δεν τον αγγίζουν

(«Σκύβει ο άγγελός μου να τον δω», σελ. 63)

 

Στο 8ο και τελευταίο άτιτλο ποίημα ηχεί σπαρακτικά η δέηση προς τον Κύριο, όπου η ζωή θυσία στο ευτελές στερεύει, ενώ το ποίημα μένει ορφανό κι ατέλειωτο, σημάδι του σταυρού και του σισύφειου φορτίου του ανθρώπου, της περατότητας και της τραγικής μοίρας του:  


«Δεν έχω άλλο, Κύριε,

απόσωσε η ζωή

άθλιο ξόδεμα

θυσία στο ευτελές

 

Και τούτο το ορφανό

το στερημένο ποίημα

ατέλειωτο απομένει

σταυρού σημάδι»

(«Δεν έχω άλλο, Κύριε,», σελ. 75).

 

Η ποιήτρια Διώνη Δημητριάδου σε όλη την ποιητική διαδρομή της καταβυθίζεται στους εσωτερικούς της δαίμονες που αφορούν στο άχθος του ανθρώπου και της ποιητικής γραφής, την υπαρξιακή αγωνία και το θάνατο. Ωστόσο με το ποιητικό βιβλίο της «Αδώνιδος κήποι» πάει ακόμα πιο βαθιά σε μια καταπρόσωπο αναμέτρηση με το πιο σκοτεινό και τρομώδες της ανθρώπινης μοίρας, στην καταπρόσωπο αναμέτρηση με τον θάνατο, το άγχος θανάτου, τον ψυχικό πόνο και την οδύνη της απώλειας και του πένθους σημαντικών άλλων και αυτό θέλει κότσια. Πράγματι θέλει γερά ποιητικά κότσια για να σηκώσει κανείς ποιητικά το άχθος του ανθρώπου.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη



[1] «Ρήμα το σκοτεινόν»: Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος, Αθήνα 1991. 

 [2] Συλλογικός τόμος, Επιμ. Σπύρος Αραβανής, Ο μελοποιημένος Μανόλης Αναγνωστάκης Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα 2025.  

 [3] «Κάποια μικρή Παρασκευή»: Διώνη Δημητριάδου, Ο ευτυχισμένος Σίσυφος, ΑΩ Εκδόσεις, Αθήνα 2019.

 [4] Ηλίας Λάγιος, Ματθ β, 18, Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία, Ερατώ, 2004.

 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Ίσαλος γραμμή της Νικολέττας Κατσιδήμα-Λάγιου [Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]

 

Ίσαλος γραμμή

της Νικολέττας Κατσιδήμα-Λάγιου

 

[Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]


 


Ο παράδεισος

των

 ανεκπλήρωτων

ονείρων

 

όταν κουρασμένα πια

παραιτούνται

και πεθαίνουν

 

είναι αιώνια

να ονειρεύονται

πως εκπληρώθηκαν

               (Η κομπίνα)

 

Όνειρα που δεν ολοκληρώθηκαν, που δεν είχες τη χαρά να τα ζήσεις πραγματικά, που έμειναν πόθοι ευσεβείς, βαθιά μέσα μας. Κάποτε μας πονά να τα σκεφτόμαστε που δεν ευοδώθηκαν. Κάποιες φορές όμως τα φέρνουμε στη μνήμη και τα απολαμβάνουμε με τη φαντασία, ίσως τα εμπλουτίζουμε με νέα στοιχεία, όπως ένας ποιητής ξαναδουλεύει τους στίχους ενός ποιήματός του για να πλησιάσει την τελειότητα – έτσι έκανε μια ζωή ο Διονύσιος Σολωμός – και η γεύση που μας προσφέρει αυτό μπορεί να μοιάζει με την χαρά της ολοκλήρωσης! Ζώντας μικρούς παραδείσους αναπολώντας ανεκπλήρωτα όνειρα!...

Τα όνειρα ίσως παίζουν εις βάρος μας «Βρώμικο παιχνίδι», όπως μας λέει η Νικολέττα Κατσιδήμα:

 

Α, όνειρα

από νωρίς κατάλαβα

το βρώμικο παιχνίδι σας.

 

Τους μουχλιασμένους σπόρους

που χαρίζετε

και βεβαιώνετε με θράσος

πως θα καρπίσουν.

(Βρώμικο παιχνίδι)

 

Αναφερόμενη η Νικολέττα σε ποιητική ανθολογία του γνωστού και πολύ καλού ποιητή Χρίστου Λάσκαρη (Μνήμη Χρίστου Λάσκαρη) γράφει:

 

Μ’ ένα μαχαίρι

κόβω τις άκοπες σελίδες.

Και δεν πτοούμαι

από το αίμα.

(Βιβλίο ποίησης)

 

Όποιος έχει διαβάσει Χρίστο Λάσκαρη, ξέρει πόσο δυνατή είναι η ποίησή του, οι λέξεις του κόβουν σαν μαχαίρι.

 

Έγραφα κάποτε, ο υποφαινόμενος:

 

… …

Γιατί κι αυτά τα λόγια μας

ποιήματα σαν γίνουν

πρέπει να καίνε, να πονούν

να προκαλούν εκρήξεις.

… …

 

Γράφει ο Χρίστος Λάσκαρης:

 

Μας αγαπάω τους τρελούς,

μιλάμε με το φεγγάρι·

ενώ αυτοί κοιμούνται

εμείς κόβουμε τις φλέβες μας

ή το αφτί μας τρυφερά

και το προσφέρουμε.

...

 

Με δηκτική γραφή κάνει η ποιήτρια κοινωνική κριτική, όπως όταν αναφέρεται στην αδιαφορία «των αγωνιστών» για τον διπλανό:

 

Κρατικοδίαιτοι συνδικαλισταί

συντρώγουν στο ωραίο εστιατόριο.

 

Και μετά και το dessert

κάθονται μέχρι τις τρεις το πρωί συζητώντας με πάθος

για τα εργασιακά δικαιώματα

των ανθρώπων που τους σέρβιραν.

 

Και οι υπάλληλοι

μισοκοιμισμένοι

περιμένουν υπομονετικά

πότε θα φύγουν

για να μαζέψουν το μαγαζί.

(Αγωνιστές)

 

Γνωρίζω την αγανάκτηση των υπαλλήλων να σερβίρουν πέρα από κάθε ωράριο, από προσωπική πείρα, ως εργαζόμενος φοιτητής, σερβίροντας αφεντικά του χώρου, που απολάμβαναν την ευωχία εκλεκτών εδεσμάτων αδιαφορώντας για την αφόρητη κούραση των υπαλλήλων τους. Πόσο μάλλον όταν οι εσθίοντες, όπως εδώ, είναι οι συνδικαλιστές που …ενδιαφέρονται! Κοινωνικοί επαναστάτες χωρίς ενσυναίσθηση, πόσο μοιάζουν με επαναστάτες του στίχου, που εύστοχα σχολιάζει η Ν. Κατσιδήμα:

 

Γραβατωμένος επαναστάτης

που τρέμει μη χάσει

τη βόλεψη των στίχων του.

(Ο ποιητής)

Μήπως κάποιους τους νοιάζει ο αγώνας, η δράση και η επανάσταση και όχι η σωστή διαχείριση της κατακτημένης ελευθερίας μετά τη νίκη; Μήπως για το λόγο αυτό προδίδονται οι ελπίδες των λαών;

 

Στην ιστορία προτιμούσε πάντα

τα χρόνια των επαναστάσεων

τις περιόδους ξεσηκωμών.

Όταν οι λαοί

σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης

αποτίναζαν ζυγούς.

 

Και κάθε φορά

μόνο μέχρι και τη στιγμή

της έκρηξής τους διάβαζε

μέχρι και τη στιγμή της νίκης του λαού

επί των δυναστών του.

 

Ποτέ

τι απέγινε μετά

τι κάνανε με την ελευθερία

που με τόσο αίμα

κέρδισαν.

(Μαθήματα ιστορίας)


               Οι στίχοι της Ν. Κατσιδήμα έχουν μια δύναμη είτε κάνουν κοινωνική κριτική είτε μιλούν για τις σχέσεις των ανθρώπων γενικότερα ή για το ερωτικό πάθος και όσα μπορεί εξ αιτίας του να προκύψουν προβλήματα, γιατί, όπως το ξέρουμε, έρωτας δεν συνεπάγεται χαρά, προσδοκία και αποδοχή, μπορεί και πόνος να σημαίνει και ψυχική απόσταση: «Αστεία χιλιόμετρα / ανάμεσά μας. / Ούτε φαντάζεσαι / με πόσους τρόπους / τα διανύω κάθε βράδυ» (Ούτε φαντάζεσαι), «με τις μαργαρίτες» να «καραδοκεί εκτελεστικό απόσπασμα / με ζυγό αριθμό πετάλων»: …δεν μ’ αγαπά!

 

Δε με ξεγελά ο Απρίλης

η Άνοιξη η περίλαμπρη

των μελισσών.

 

Εγώ ξέρω.

 

Στ’ απέραντα λιβάδια

με τις μαργαρίτες

καραδοκεί εκτελεστικό απόσπασμα

με ζυγό αριθμό πετάλων.

(Δεν με ξεγελά)

 

Αλλά ο έρωτας μπορεί ακόμα και άπελπις «ζητιάνος» να γίνει σε μια σχέση αμφίβολη:

 

Σαν το σκυλί τού πετάγανε

πού και πού

κανένα ξεροκόμματο

δυο τρεις κουβέντες δηλαδή

προσεκτικά συνηθισμένες

τυπικές

 

μ’ αυτές ανέπνεε.

… …

Κι αν ίσως ήλπιζαν

πως θα είχε

τουλάχιστον

την αξιοπρέπεια

ν’ αυτοκτονήσει

 

αυτός

 

ρωμαλέος ορθώνεται

μπρος στη γελοία

ελπίδα τους

ρωμαλέος και όμορφος πολύ

και τους περιγελά:

 

«Δειλοί,

δεν έχω αξιοπρέπεια εγώ!

Εγώ ειμί ο Έρως

ο αιώνιος Ζητιάνος».

(Ο Ζητιάνος)

 

Αξιοπρέπεια λοιπόν, μα τι είναι αξιοπρέπεια στον έρωτα; Να εγκαταλείψεις, όταν διαπιστώνεις πως σου συμπεριφέρονται «Σαν το σκυλί» ή μήπως να επιδείξεις θάρρος να διατηρήσεις το αγνό σου συναίσθημα, πιστός στον πανάρχαιο θεό που διέπει τη φύση ολόκληρη, δηλώνοντας με παρρησία «Εγώ ειμί ο Έρως / ο αιώνιος Ζητιάνος»; Ας θυμηθούμε εδώ κάτι όμορφο που έγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης:

«Σας παραπέμπω στη Διοτίμα του Συμποσίου του Πλάτωνα – τα λέει πολύ καλά. Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία και καρπός αυτής της ενώσεως υπήρξε ο Έρωτας. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι φτώχεια και ζητιανιά και συγχρόνως αίσθηση μεγάλη πλούτου».

(Γιάννης Τσαρούχης “Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου”, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

Ή πρέπει με αξιοπρέπεια να σβήσεις το άκαρπο συναίσθημα που καίει και μπορεί να σε εξαντλήσει, να σε μαραζώσει;…

Με αξιοπρέπεια ας αντιμετωπίζουμε το τέλος, κάθε τέλος, των σχέσεων, των απωλειών μέσα στη ζωή, το τέλος της ίδιας της ζωής μας. Πρέπει έτοιμοι να είμαστε για το απρόοπτο – πόσο είναι εύκολο να το καταφέρνουμε;…:

 

Κάθε πρωί με επιμέλεια

καλλωπίζεται

αφού τίποτα πιο θλιβερό

από ένα απεριποίητο

πτώμα.

(Με επιμέλεια)

 

Κατέγραψα κάποιες σκέψεις σε πρώτη ανάγνωση των ποιημάτων της συλλογής. Ίσως ξαναδιαβάζοντάς τα άλλη φορά κάνω και άλλες αναγνώσεις, συμβαίνει κι αυτό. Όπως επίσης κάθε ποίημα διαφορετικά το αντιλαμβάνεται και το ερμηνεύει κάθε αναγνώστης. Επ’ αυτού λέει σχετικά η ποιήτρια σε συνέντευξή της (εφημερίδα «Πελοπόννησος», 14 Απρ. 2024):

«…Πολλές φορές, άλλο ποίημα τελικά αντιλαμβάνεσαι πως διαβάζεις, διαβάζοντας για πολλοστή φορά το… ίδιο ποίημα. Προσφέρει βέβαια, εν είδει αποζημίωσης θα λέγαμε, τον πιο βαθύ, τον πιο γοητευτικό κι άρα πιο αποτελεσματικό τρόπο επικοινωνίας και συνάντησης με τον μέγα άγνωστο, τον συνάνθρωπο. Είναι κάτι για το οποίο διψά ο σύγχρονος άνθρωπος, αφού ζει σε συνθήκες σχεδόν απαγορευτικές για επικοινωνία κι επαφή. Για αυτό και πιστεύω πως η απομάκρυνση από την ποίηση και την τέχνη γενικότερα είναι μια βασική αιτία για τα συναισθήματα της μοναξιάς και της αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις».

Γράφω και παρουσιάζω ποίηση, όταν τη θεωρώ πολύ καλή, σημαντική, όχι γιατί μου το ζητούν. Και γράφει η Ν. Κατσιδήμα:

 

Όταν με ρώτησες τη γνώμη μου

είπα με δυσκολία δυο-τρία ψέματα.

 

Μη μου ζητάς

να τα καταγράψω κιόλας.

(Λογοτεχνική κριτική)

 

Όσον αφορά στην ποίηση της Νικολέττας Κατσιδήμα, η ίδια δεν ρώτησε τη γνώμη μου. Ωστόσο κατέγραψα αυθόρμητα όσες σκέψεις μού δημιούργησαν οι εκλεκτοί και προσεγμένοι στίχοι της, με τους οποίους ισορροπεί στην «Ίσαλο γραμμή» το πλοίο της ποίησης! «Ακύμαντη κι ανέκφραστη / η ίσαλος γραμμή» της ποίησής της για το ταξίδι ανάμεσα στη …θάλασσα των στίχων που γράφονται στην εποχή μας, πλήθος ποιημάτων ή απλών στιχουργημάτων, που διανθίζουν ή αναταράσσουν το λογοτεχνικό τοπίο!

Η συλλογή περιλαμβάνει και επιτυχημένα ποιήματα σε έμμετρο στίχο (έχουμε μάλιστα την εντύπωση ότι κάλλιστα θα μπορούσαν να μελοποιηθούν και να γίνουν τραγούδια), ακόμα μια σειρά από χάικου, τρίστιχα ποιήματα, καθώς και τρία κείμενα, με τα οποία κλείνει το βιβλίο, στα οποία, παρά την εντύπωση του πεζού κειμένου, κρύβεται μια ποιητική γραφή και πάλι.

***

Η Νικολέττα Κατσιδήμα-Λάγιου γεννήθηκε και ζει στην Πάτρα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως φιλόλογος. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ:

-            «Τα περιστέρια», 2013, συλλογή διηγημάτων

-            «Ελεγείον έρωτος», 2014, ποιητική συλλογή

-            «Βιογραφικό σημείωμα», 2016, ποιητική συλλογή

-            «Ίσαλος γραμμή», 2024, ποιητική συλλογή