Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Η στάχτη στο κουτί μου

της Θεοδώρας Σπηλιωτάκη




«Πέτα τα παιδί μου αυτά τα κουτιά, μεγάλωσες πια. Δε σου χρειάζονται», είπε κάποτε η μητέρα μου σε μια απέλπιδα προσπάθειά της για ανάκτηση χώρου στη βιβλιοθήκη μου.

«Τα χρειάζομαι εγώ όμως μητέρα, έως ότου τουλάχιστον πάψεις να με διχάζεις μεταξύ παιδιού και μεγάλου», απάντησα πολλές φορές στη ζωή μου, πριν καν με ρωτήσει, με ένα διακαή πόθο διατήρησης του δικού μου ζωτικού χώρου.

Στοιβαγμένα, με καθόλα τυχαίο τρόπο, απροσδιορίστου αριθμού και ακανόνιστου σχήματος κουτιά, καλύπτουν ένα ολόκληρο ράφι στην καθόλα προσχεδιασμένη και πλήρως οργανωμένη βιβλιοθήκη μου. Πρόκειται για ένα τοπικά συγκεντρωμένο ενεργειακό κόμβο που διαταράσσει την υπόλοιπη αρμονία και τάξη του βιβλιοθηκονομικού μου συστήματος. Συνειδητά, επιτρέπω ακόμα την ύπαρξη αυτής της αταξίας στον περιβάλλοντα χώρο μου και έτσι φροντίζω να παραμένει ακλόνητη η εσωτερική μου ισορροπία.
Κατεβάζω ένα από τα κουτιά, με κλειστά τα μάτια, ώστε να προσδώσω στην πράξη μου αυτή μια επίφαση υποσυνείδητης επιλογής. Η ετικέτα απ’ έξω αναγράφει μια ημερομηνία κατά πολλά έτη περασμένη και συνάμα ξεχασμένη. Πόσα χρόνια πίσω το απρογραμμάτιστο ταξίδι των συνειρμών μου! Όλα φαίνονται ίδια εκ πρώτης όψεως. Στο λιμάνι, τα ξεχασμένα καΐκια που σάλπαραν, μαζί με τα παιδικά μου όνειρα, δε τράνταξαν, ως συνήθως, με το ναυτικό μου σφύριγμα. Κοντοστάθηκα στην αποβάθρα και χαμένος στον απόκοσμό μου πήρα μια βαθιά ανάσα. Τι προδοσία! Όχι, δεν είναι ο ίδιος αέρας που αλλοτινά έπαλλε τις χορδές μου και αλάφρωνε η ψυχή μου καθώς το μέσα μου στρεφόταν προς τα έξω ωσάν ναυτική ωδή που αντηχούσε σε κατάρτια. Χαμογελάω καθώς αναλογίζομαι ότι εμμένω να ξορκίζω τη μοναξιά μου ελπίζοντας ακόμα πως κάποιος απεσταλμένος της μοίρας μου γλάρος θα μεταφέρει το τραγούδι μου αυτό σε μέρη και ανθρώπους που ποτέ μου δε θα γνωρίσω.

Το βλέμμα μου πέφτει στο επόμενο κουτί, με προσελκύει η ξεθωριασμένη του ετικέτα. Απροσδόκητη η ματαίωση που καιροφυλακτεί στο ταξίδι αυτό. Εικόνες αναλλοίωτες στο χρόνο και συνταιριασμένες με τα βιώματα μου. Είναι τόσο ανειλικρινείς μαζί μου όμως. Στο δρόμο που τράβηξα ξεμακραίνοντας από το λιμάνι, φοβόμουν να στρέψω το βλέμμα μου προς τα πίσω. Ένας κόμπος έσφιγγε την αποστεγνωμένη μου ψυχή σαν κάποια συναισθηματική δικτατορία να μου απαγόρευε την ηδονή της επιστροφής στα οικεία. Ναυτικούς κόμπους έλυσα πολλούς όλα αυτά τα χρόνια στα καράβια, αυτός όμως είναι υπεράνω των δυνάμεων μου. Κάθε καλοκαίρι το ίδιο παιδικό παιχνίδι· κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Θυμάμαι ακόμα τη φορά εκείνη που αντίκρισα πρώτος μία από τις πέτρες της θάλασσας που χρησιμοποιούσαμε ως το χαμένο αντικείμενο-θησαυρό του παιχνιδιού μας και αναφώνησα κατάπληκτος: «Θεέ μου, είναι όντως χρυσάφι!». Οι φίλοι μου γέλασαν περιπαιχτικά και μέχρι και σήμερα οι παρόμοιες φαντασιώσεις μου συνοδεύονται από αυτήν την ηχητική υπόκρουση όπως έχει διασωθεί στο μυαλό μου μέσα από το πρίσμα της ανάμνησης. Η αλήθεια είναι πως όπως έπεφταν οι ακτίνες του ήλιου πάνω της, έμοιαζε με απολιθωμένο κεχριμπάρι. Άραγε θα έβρισκα, όντας ενήλικας τώρα, στο κεχριμπάρι αυτό, εγκλωβισμένα τα ψήγματα που παράπεσαν στο χρόνο από την εντομή της ψυχής μου, τις παράπλευρες απώλειες από τον προσωπικό μου αγώνα;

Ο τόπος αυτός για μένα δεν ήταν απλά ένας προορισμός που είχε γίνει αυτοσκοπός. Ήταν μια ιδέα που με περιείχε. Δεν ήταν το γραφικό λιμάνι με τα αραγμένα καΐκια που χόρευαν ρυθμικά στον ήχο κάποιου μπάτη ή λεβάντε και οι πέτρες που έπηζαν το φως του ήλιου καθώς αβίαστα έρρεε μέσα τους. Αυτό ήταν το περίγραμμα. Μέσα εκεί είμαι και εγώ ο δισυπόστατος. Πότε κυνηγάω την οφθαλμαπάτη του χρυσού μέσα στο καΐκι και σφύζω από ανεμελιά και αυθεντική χαρά και πότε είμαι πάλι εγώ ενηλικιωμένος στο ίδιο καΐκι που αγωνιώ για τον αληθινό χρυσό, αυτόν που έχει να κάνει με την οφθαλμαπάτη της επιβίωσης.

Ξανά εγώ, με τη μητέρα μου να με παρακολουθεί από τη χαραμάδα της πόρτας, είμαι εκεί και συμμαζεύω τα διαφόρων λογής άψυχα αντικείμενα των έμψυχων παιχνιδιών μου και τα φυλάω σε κουτιά προορισμένα γι’ αυτόν το σκοπό. Ταυτοχρόνως, συντηρώντας μια ψευδαίσθηση ακινητοποίησης του χρόνου, κρυφοκοιτάζω από τη ρωγμή της βαθιάς εσωτερικής πληγής μου και με βλέπω να περισυλλέγω τις δικές μου λέξεις, να τις βάζω στη σειρά σε ένα έγγραφο πόνημα που γεννιέται με ένα και μόνο σκοπό, για να πεθάνει το άγραφο κομμάτι της κάθε ιστορίας μου. Έτσι λοιπόν, όποτε γράφω, όπως συνηθίζω από τότε που ενηλικιώθηκα, καίω συμβολικά τα γραφόμενα μου και φυλάω τις στάχτες στα γνωστά κουτιά. Αυταπατώμαι με αυτόν τον τρόπο ότι εξόντωσα τους δαίμονές μου, γιατί άλλωστε σε ποια μάχη, ποιος νικητής πήρε ως λάφυρα ποτέ τους νικημένους;

Σε μία κίνηση ρουτίνας, επαναλαμβανόμενη εντελώς μηχανικά επί χρόνια, ανοίγω διάπλατα το παράθυρο για να ανανεωθεί ο αέρας του χώρου. Γέρος, με βάση τη βιολογική μου ηλικία και μόνο, τώρα προβαίνω σε μια επιπρόσθετη κίνηση ματ· ανοίγω και τα κουτιά ένα-ένα χωρίς κανένα φόβο και δισταγμό. Τα μάτια μου ορθάνοιχτα παρακολουθούν τη στάχτη που συνενώνεται με τον κουρνιαχτό της σκόνης από τη βιβλιοθήκη, καθώς ωθούνται σε αυτή τη μυσταγωγία από τον αέρα που φυσάει δαιμονισμένα. Ξαφνικά, νιώθω αυτό το παράξενο μίγμα ζωής και θανάτου να μαστιγώνει το πρόσωπο μου. Τώρα πια, ναι, είμαι έτοιμος να τα πετάξω τα κουτιά αυτά, όχι γιατί δεν τα χρειάζομαι, όχι γιατί απελευθερώθηκα εντός μου, αλλά αντιθέτως γιατί τα χρειάζομαι κάθε άλλο παρά ποτέ. Τελικά, διχασμένος δεν υπήρξα ποτέ, παιδί όμως πάντα.

(σε πρώτη δημοσίευση)

Θεοδώρα Σπηλιωτάκη
(Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα. Έχω την ανάγκη να ζω με χίμαιρες πατώντας όμως παράλληλα  στέρεα στη πρακτική και σκληρή πραγματικότητα. Έτσι, ακροβατώ μεταξύ χημικής μηχανικής, λογοτεχνίας και τέχνης εν γένει).

(φωτογραφία: πορτραίτο παιδιού, Κώστας Μπαλάφας)