Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

«Το μικρό τέρας»

διήγημα της Κατερίνας Τζωρτζακάκη

 




Ξάπλωσε νωρίς να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Κουρασμένος και παραιτημένος. Ήταν τρομακτικό για εκείνον το ότι δεν είχε διάθεση για τίποτα, όμως είχε αφεθεί. Σπίτι δουλειά και ύπνος για να μη σκέφτεται. "Όλοι κάποια στιγμή θα πάθουν κατάθλιψη", του είχε πει ένας καλός του φίλος, "η εποχή αυτή σε τραβάει σαν τρύπα". Αρνιόταν πως είχε κατάθλιψη αλλά αρνιόταν και να ζήσει. Δεν ήθελε να παίξει μουσική ούτε να περπατήσει ούτε να διαβάσει ούτε να βγει με φίλους ούτε σκεφτόταν πως θα μπορούσε πάλι κάποια στιγμή να ερωτευτεί. Είχε ξεπεράσει κάθε παλιό του έρωτα αλλά δεν ονειρευόταν πια. "Όποιος δεν ονειρεύεται μπορεί να γεράσει μέσα σε λίγες μέρες", του είχε πει άλλη φορά ο ίδιος φίλος του. Τον βαριόταν κι αυτόν. Μιλούσε πολύ, κάπνιζε πολύ και έβγαζε πολλά συμπεράσματα. Δεν ήθελε κανέναν, δεν ήθελε τίποτα. Μόνο να κοιμηθεί. Μόνο να μη σκέφτεται. Ίσως να ήθελε και να πεθάνει. Όμως αυτό σπάνια το παραδέχεσαι.
  Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια. Ευχήθηκε να κοιμηθεί γρήγορα και να περάσουν αργά οι ώρες μέχρι να ξυπνήσει. Το μυαλό του άρχισε να βυθίζεται, άρχισε να ταξιδεύει σε παράξενα τούνελ, οι σκέψεις σιγά σιγά γίνονταν όνειρο και ελευθερωνόταν. Κολυμπούσε. Κολυμπούσε σε μια ωραία θάλασσα. Τα κύματά της πλημμύριζαν μια πόλη, άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι κι εκείνος κολυμπούσε. Και ξαφνικά… κλάμα, ένα μωρό τσίριζε πολύ.
  Πετάχτηκε ιδρωμένος. Το κλάμα ακουγόταν από δίπλα. Το διπλανό ζευγάρι είχε μάλλον επιστρέψει από το μαιευτήριο. Ο απόγονός τους δεν φαινόταν ενθουσιασμένος με το νέο του περιβάλλον. Έκλαιγε σπαρακτικά. Εκνευριστικά. Για ώρες. Όλη τη νύχτα. Εκείνος αγκάλιαζε το μαξιλάρι του και ξεφυσούσε. Άλλαζε πλευρό, καταριόταν, έβαζε το μαξιλάρι στ’ αυτιά του. Το πρωί τον βρήκε στον καθρέφτη να κοιτάζει ένα είδωλο άσχημο, ταλαιπωρημένο. Ήταν τόσο θυμωμένος. Ο ύπνος ήταν η μόνη του ευχαρίστηση και τώρα θα την έχανε κι αυτήν. Πήγε στη δουλειά του με τα πόδια να σέρνονται, και μέσα του βαθύ μίσος για όλους.
 
Αυτό ήταν το πρώτο βράδυ. Ακολούθησαν κι άλλα πολλά. Εφιαλτικά. Έκλεισε τις μπαλκονόπορτες και καταϊδρωμένος μέσα σε πέντε λεπτά άκουγε το κλάμα του μωρού ακόμη. Έβαλε ωτοασπίδες αλλά ένιωσε ενοχλητικότατη φαγούρα στο εσωτερικό των αυτιών και τις πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Μέτρησε πρόβατα και ζήτησε από τον παθολόγο του υπνωτικά χάπια. Ο παθολόγος δεν του έγραψε χάπια, του σύστησε όμως ψυχοθεραπεία γιατί "είναι κρίμα νέοι άνθρωποι να υποφέρουν έτσι". Δεν ήθελε να κάνει ψυχοθεραπεία, ούτε να ξαναπάει στον παθολόγο αυτό. Ένιωσε πως τον πρόδωσε που δεν του έγραψε τα χάπια. "Είναι εθιστικά", του είπε ο φίλος του που έβγαζε πολλά συμπεράσματα, "άρα ψάχνεις να εθιστείς σε κάτι. Ίσως να είναι υπαρξιακή η κρίση και να πρέπει να... ", του έκλεισε το τηλέφωνο και το πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Το μωρό δίπλα λες και κατάλαβε τα νεύρα του άρχισε πάλι να κλαίει. Τότε η μητέρα του μωρού άρχισε να ουρλιάζει στον άντρα της. Το κλάμα της σαν να του τρυπούσε την ψυχή και σαν να τον ενοχλούσε ταυτόχρονα. Ο άντρας δεν ακουγόταν. Εκείνος σκέφτηκε πως, αν περνούσε άλλο ένα βράδυ με αυτούς τους ήχους, θα έπεφτε από το μπαλκόνι.
  Δύο μήνες μετά την άφιξη του μικρού τέρατος, έτσι έλεγε από μέσα του το μωρό, το συνάντησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η γειτόνισσα είχε τα χάλια της. Μαύρους κύκλους, άλουστα μαλλιά και λεκέδες στην μπλούζα. Το κρατούσε στην αγκαλιά της και του χαμογελούσε με προσπάθεια. Μόλις τον είδε σαν να ντράπηκε για την εμφάνισή της, έκανε δυο βήματα πίσω και έσφιξε το μωρό της.
"Ελπίζω να μην σας έχουμε αναστατώσει πολύ", του είπε δειλά.
"Ακούγεστε λίγο", είπε εκείνος και το μετάνιωσε.
"Δεν ξέρω τι να κάνω! Δεν ξέρω πώς να το κάνω να σταματήσει!", είπε εκείνη και βούρκωσε.
"Εντάξει, δεν πειράζει, μωρό είναι", είπε και είχε τόσο μετανιώσει που έπιασαν κουβέντα.
"Ξέρετε, με πιάνει κι εμένα υστερία καμιά φορά..."
Εκεί δεν απάντησε.
"Αλλά καλύτερα", συνέχισε η γειτόνισσα. "Δεν πρέπει να κρατάμε τον θυμό, τη λύπη μέσα μας".
"Δεν πρέπει", είπε αυτός και κοιτούσε την πόρτα. Έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφύγει.
Τα μάτια της γυναίκας έκλειναν. Μπήκαν μέσα και κάλεσαν το ασανσέρ.  Ήταν έτοιμη να κοιμηθεί. Το μωρό παρά λίγο να της πέσει από τα χέρια.
"Είστε καλά;", τη ρώτησε και άγγιξε λίγο το μπράτσο της. Εκείνη τινάχτηκε.
"Δεν έπρεπε να βγω. Ήθελα να πάρω λίγο αέρα... "
   Το τρομαγμένο βλέμμα του μωρού καρφώθηκε μέσα του. Ήταν τόσο μικρό, όσο δεν μπορούσε να φανταστεί. Το παρατήρησε τα λίγα λεπτά που περίμεναν το ασανσέρ. Του φαινόταν έτοιμο να σπάσει Ακουμπισμένο στο μητρικό στήθος ήταν σαν ένα κομμάτι παζλ τέλεια τοποθετημένο. Όταν έφτασαν στον όροφό τους, της άνοιξε την πόρτα. Εκείνη είχε τα κλειδιά περασμένα στον λαιμό της με ένα κορδόνι σαν μενταγιόν. Μόλις συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να τα βγάλει άρχισε να κλαίει σπαρακτικά.
"Να σας βοηθήσω;", της είπε και ο γλυκός τόνος της φωνής του τον παραξένεψε. Ξαφνικά το μικρό τέρας τού φαινόταν σαν κάτι που έπρεπε να προστατέψει.
    Η γυναίκα χωρίς να το σκεφτεί τού έδωσε το μωρό κι έβγαλε το κορδόνι από τον λαιμό της. Εκείνος πάγωσε. Κράτησε το μωρό μακριά του. Τόσο φόβο δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή του.
Η γυναίκα ξεκλείδωσε και πήρε πάλι το μωρό της.
"Σας ευχαριστώ... Συγγνώμη που με είδατε έτσι... Οι ορμόνες, η αϋπνία... Ο άντρας μου λείπει όλη μέρα και είμαι μόνη μου... "
"Θα περάσει κι αυτό", της είπε την αγαπημένη φράση του φίλου του που τελευταία τόσο τον εκνεύριζε. Εκείνη τον κοίταξε σαν να της είχε πει κάτι πολύ σημαντικό. Ύστερα μπήκε μέσα μουρμουρίζοντας κάτι. Ένιωσε μια παράξενη ακατανίκητη ανάγκη να μπει μέσα μαζί τους.
   Το δικό του διαμέρισμα τού φάνηκε άδειο. Οι επόμενες πέντε ώρες τον βρήκαν στο μπαλκόνι. Δεν ήθελε να πέσει, όμως έσπαζε το κεφάλι του να βρει τι σε αυτήν την ανούσια ζωή που είχε φτιάξει θα μπορούσε να τον κρατήσει για να μην πέσει, αν το ήθελε. Δεν έβρισκε τίποτα. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον φίλο του αλλά κατά βάθος δεν ήθελε. Δεν ήθελε κανέναν. Τους μισούσε όλους. Κυρίως και πιο πολύ τον εαυτό του.
   Ήρθε το βράδυ. Δεν ξάπλωσε όπως συνήθως. Σαν να περίμενε το κλάμα του μωρού. Το είχε πια συνηθίσει. Ήταν ο μόνος ζωντανός ήχος στο σπίτι του. Τρομακτικός, ενοχλητικός αλλά ο μόνος ζωντανός. Το μωρό ήταν πιστό στο ραντεβού του. Το τσίριγμά του θα ακουγόταν και στο επόμενο τετράγωνο.
   Τότε συνέβη κάτι πραγματικά πολύ παράξενο. Το χέρι του έπιασε την κιθάρα. Είχε τόσο καιρό να πιάσει την κιθάρα του. Την είχε μισήσει κι αυτήν. Τώρα όμως την αποζητούσε. Τη χάιδεψε λίγο σαν να της ζητούσε συγγνώμη κι άρχισε να παίζει. Είχε καιρό να σκαρφιστεί κάποια μελωδία, τώρα γεννιόταν μέσα του κι ήταν σαν το πρωινό φως. Άρχισε να τραγουδάει. Ασυνάρτητα. Οι λέξεις έβγαιναν από μέσα του και αυτός ο κόμπος που τον έπνιγε τόσο σαν για λίγο να λυνόταν. Σαν να ανέπνεε για λίγο. Σαν και πάλι για λίγο να ζούσε. Λίγη ώρα μετά το μωρό σταμάτησε να κλαίει. Εκείνος μην πιστεύοντας στην τύχη του έπεσε να κοιμηθεί.
   Τρεις ώρες πέρασαν και το μικρό τέρας άρχισε πάλι να κλαίει. Μετά από μερικές κατάρες σηκώθηκε και πήγε στο σαλόνι. Φοβόταν σαν να ήταν έτοιμος να κάνει επικίνδυνο πείραμα που μπορεί να τα ανατίναζε όλα. Πήρε την κιθάρα. Στο μυαλό του ήρθε το μικρό προσωπάκι που τον κοίταξε τόσο χαμένα το απόγευμα, το μικρό σωματάκι που κράτησε στα χέρια του τόσο πρωτόγνωρα. Αυτή η αίσθηση του πολύτιμου, αυτός ο κίνδυνος. Αυτό που πάντα φοβόταν. Η ευθύνη. Πόσο τρομακτικός θα ήταν για το μικρό τέρας αυτός ο κόσμος. Πόσο τρομακτικός θα του είχε φανεί ο ίδιος με τα γένια του και την τόσο αρνητική του διάθεση. Έπαιξε μια γλυκιά μελωδία, τραγούδησε με την πιο γλυκιά φωνή για να εξιλεωθεί. Το κλάμα σταμάτησε πάλι. Εκείνος χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από καιρό, όμως δεν πήγε να κοιμηθεί.
  Καθισμένος στο πάτωμα με την κιθάρα του αγκαλιά έκλαψε μέχρι να ξημερώσει. Σαν τον μελλοθάνατο έγκλειστο που μετά από χρόνια μοναξιάς σε λευκούς τοίχους, ακούει ένα χτύπημα από το διπλανό κελί. Και νιώθει πως έχει λίγο χρόνο και θα τον ακούσουν. Πως έχει ακόμη κάτι να πει.

Κατερίνα Τζωρτζακάκη

Οι πίνακες του Pablo Picasso, από τη "γαλάζια περίοδο")

(Η Κατερίνα Τζωρτζακάκη γεννήθηκε το 1982, μεγάλωσε στον Πειραιά και κατάγεται
από το Τυμπάκι Ηρακλείου και τους Φούρνους Ερμιονίδας. Σπούδασε Ψυχολογία
στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και εκπαιδεύτηκε
στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία. Με το αντικείμενο της ψυχολογίας
ασχολήθηκε εθελοντικά σε διάφορους φορείς. Επαγγελματικά ασχολείται με τον υποτιτλισμό.
Τα βιβλία της "Ο Χορός στη Σκακιέρα" και "Παράλληλα Σύμπαντα" κυκλοφόρησαν
από τις εκδόσεις Βασιλείου το 2009  και το 2010 και το βιβλίο της «Χαμένες Παραστάσεις» το 2015. Στο ιστολόγιό της http://ktistories.blogspot.gr/ δημοσιεύει διηγήματά της)