Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

 «Δενδρίτες»                     
της Κάλλιας Παπαδάκη, 
από τις εκδόσεις «Πόλις»






Ο Αντώνης και η Ραλλού, ο Μπαζίλ και η Σούζαν, η Λητώ και η Μίνι, και γύρω τους Έλληνες, Ιταλοί, Ιρλανδοί, νοικοκύρηδες αλλά και μαφιόζοι, κακομοίρηδες και κομπιναδόροι, η Αμερική του ονείρου και της διάψευσης, το υποβαθμισμένο Νιου Τζέρσεϋ, η δεκαετία του ’30, του ’80, δύο γενιές μεταναστών. Όλα αυτά σ’ ένα μυθιστόρημα με διαρκή ροή λόγου και εικόνων. Κάτι σαν ταινία που βλέποντάς την δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς, ίσα που σε αγγίζει με την αληθοφάνεια των σκηνών της και σε αφήνει να επεξεργαστείς όσα είδες με τους τίτλους τέλους. Τότε που όλα αποκτούν τη θέση και το νόημά τους. Αυτό συμβαίνει και με τα ‘μαγικά’ βιβλία. Ζουν και δουλεύουν μέσα σου για πολύ χρόνο μετά το διάβασμα της τελευταίας τους σελίδας.

Η Κάλλια Παπαδάκη (προσωπικά τη γνώρισα ως σεναριογράφο) επιλέγει ένα θέμα τόσο μακριά από την ελληνική πραγματικότητα, τόσο πέρα από την ηλικία της και τα όρια των δεδομένων της. Κυρίως τόσο μακριά από τις επιλογές όχι μόνο των συνομηλίκων της αλλά και μεγαλύτερων σε ηλικία συγγραφέων. Και αυτή η διαφορετικότητα δεν μένει μόνο στην επιφάνεια που δηλώνει ο χρόνος και ο τόπος. Η γραφή της χαρακτηρίζεται από έναν συνεχή και γρήγορο στον ρυθμό του λόγο, στον οποίο βασικό χαρακτηριστικό είναι η ελάχιστη χρήση των σημείων στίξης. Αυτό μαζί με τον Ενεστώτα χρόνο των ρημάτων δίνει μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία στο βιβλίο, από την αρχή που θα το πιάσεις στο χέρι σου.  Η αίσθηση της αμεσότητας, η πλοκή που εκτυλίσσεται εδώ μπροστά μας, τώρα, κι ας διαδραματίζεται η ιστορία τόσες δεκαετίες πίσω, αλλά και η προφορικότητα που αποκτά ο λόγος με τη χρήση του παροντικού χρόνου δημιουργούν ένα σκηνικό που νομίζεις ότι λίγο να απλώσεις το χέρι σου θα αγγίξεις τους ήρωες. Μοιάζει να σε κατευθύνει σ’ αυτό η παράθεση πριν από κάθε κεφάλαιο αποσπασμάτων του Νίκολας Βιργίλιο και του Ουόλτ Ουίτμαν, που υπογραμμίζουν την ατμόσφαιρα.

Παρακολουθούμε τη ζωή της παλαιότερης γενιάς μεταναστών, μέσα από την ιστορία του Αντώνη (Νώντα) και της Ραλλούς, ταυτόχρονα όμως και την εξέλιξή της, μέσα από την ιστορία του γιου τους, Βασίλη (Μπαζίλ), και της Σούζαν. Η ματιά της συγγραφέως, η οποία εδώ γίνεται και σκηνοθέτις,  μας οδηγεί με τη ξαφνική εναλλαγή της εποχής από τη μια γενιά στην άλλη στη συνειδητοποίηση των εξελίξεων στη ζωή σ’ αυτή τη γη της επαγγελίας, που όλα τα υποσχέθηκε και στα περισσότερα φάνηκε πολύ λίγη, πολύ μικρή για τις προσδοκίες τους. Το εντυπωσιακό οικοδόμημα μοιάζει να μην αντέχει

[...]ρωγμές που υποσκάπτουν την αντοχή των υλικών, και τότε φτάνει ένας ασήμαντος σεισμός, ένα πρόωρο ξεκαλούπωμα ή έστω μια ατυχής κι ανεπιθύμητη καθίζηση, για να κλονιστούν τα δομικά στοιχεία.  

και είναι τότε που η ζωή των ηρώων καθίσταται επισφαλής και τα όνειρά τους καταργούνται. Ο Μπαζίλ, που θα ήθελε να γίνει συγγραφέας αλλά θα καταλήξει όπως πολλοί συμπατριώτες του με ελληνικό εστιατόριο, η Σούζαν κολλημένη στο χίπικο παρελθόν της θα συμβιβαστεί με μια ζωή λειψή, συμβατική και άδεια, χωρίς κανένα νόημα ούτε για επανάσταση ούτε καν για κάποια διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών

[...η Σούζαν σηκώνεται και παίρνει τα σπασμένα κομμάτια από τα χέρια της Μίνι και τα πετά στο καλάθι των αχρήστων, γιατί δεν έχει ούτε τον χρόνο ούτε την υπομονή ούτε το κουράγιο για περαιτέρω συναισθηματικούς παροξυσμούς, το βάζο έχει σπάσει και η θέση του είναι στα σκουπίδια.





Έτσι είχε συμβεί και με την προηγούμενη γενιά από αυτούς. Ο Αντώνης θα μείνει με το όνειρο της φυγής και του νόστου, η Ραλλού θα επιλέξει(;) τη σκιά του περιθωρίου μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Στο, κατά τη γνώμη μου, καλύτερο κομμάτι του βιβλίου το ιδιόμορφο αυτό ζευγάρι θα το δούμε σε μια απεγνωσμένη κίνηση, χορευτική σχεδόν, να ενώνουν την πορεία τους

[...]κι ο Καμπάνης σηκώνεται αργά, σαν να έχει όλο τον χρόνο στη διάθεσή του, και στέκεται σκυφτός από πάνω της, μετά γονατίζει, την αγκαλιάζει προσεκτικά, πενήντα κιλά όλα κι όλα έχει απομείνει, και την αποθέτει στο καρότσι, κι ύστερα ανοίγει την πόρτα, κι είναι μια νύχτα με όρθιο και λειψό φεγγάρι, κι όπως κυλάνε τα ροδάκια πάνω στην άσφαλτο και το αντρόγυνο ακροβατεί πασχίζοντας να κρατηθεί στη μέση του δρόμου πάνω στη λεπτή και  λευκή διαχωριστική γραμμή, μοιάζουν οι δυο τους με αντίπαλα στρατόπεδα που έχουν ανάγκη το ένα το άλλο για να υπάρξουν.

σε μια σκηνή λες βγαλμένη από την κινηματογραφική μαγεία του Φελλίνι. Αλλά είμαστε στην Αμερική, κι εδώ τα γράφει αυτά μια Ελληνίδα, που διανύει μόλις την τέταρτη δεκαετία της ζωής της. Συμβαίνουν κι αυτά τα θαύματα στην ελληνική λογοτεχνία.

Ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην προσέξει τις δύο παιδικές παρουσίες, τα δύο δωδεκάχρονα κορίτσια, τη Λητώ, αγοροκόριτσο, ατίθασο και δαχτυλοδειχτούμενο στο σχολείο ακόμη και για το παράξενο στο άκουσμα όνομά της, και τη Μίνι, την Πορτορικανή που θα βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη χωρίς τη δική της οικογένεια, για να προστεθεί έτσι απλά σ’ αυτή του Μπαζίλ και της Σούζαν. Είναι αυτή η εκτός προγράμματος Μίνι που θα απομείνει πάλι χωρίς στήριγμα, όταν η θετή οικογένειά της θα διαλυθεί. Σκεφτόμαστε αναπόφευκτα το ακόμη πιο αβέβαιο μέλλον της τρίτης αυτής γενιάς.

Η Κάλλια Παπαδάκη εστιάζει στον άνθρωπο. Τα ιστορικά γεγονότα διαμορφώνουν τη ζωή του με τη βαρύτητά τους αλλά αυτή η ζωή τραβά τον δικό της ανήφορο κάτω από τις προσωπικές επιλογές και αστοχίες. Είναι, θα λέγαμε, μια ιστορία για τη μοναξιά του ανθρώπου, τόσο ασύμφωνη με την πολυκοσμία του χώρου, για τη διάψευσή του μέσα σ’ αυτόν τον πολλά υποσχόμενο νέο κόσμο, για την επιθυμία του να κρατήσει λίγο πιο γήινους ρυθμούς σ’ αυτή την τρελή κούρσα του χρόνου. Τελικά μια ιστορία για το φευγαλέο και μάταιο των επιδιώξεων, που εντυπωσιάζουν όπως οι νιφάδες του χιονιού αλλά που λιώνουν και χάνονται στην επαφή τους με το χώμα, με την πραγματικότητα. Κι ας είχαν η καθεμιά τη μοναδικότητα του σχήματος. Ευφυής και η πολυσημία του τίτλου, δενδρίτες, είτε παραπέμπει ακριβώς σ’ αυτές τις ταπεινές κατά τ’ άλλα νιφάδες του χιονιού είτε στις απολήξεις των νευρώνων του εγκεφάλου που πλάθουν την προσωπική αλλά απατηλή  ιστορία του καθενός είτε ακόμη και στους εγκαταβιούντες στα δέντρα ερημίτες. Από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξουμε οι ήρωες του βιβλίου θα συγκατανεύσουν πως ο όρος τούς αφορά.

Άλλωστε ως προμετωπίδα μας εισάγει στον κόσμο του βιβλίου ο λόγος του Sebald:
«…σύμπας ο χρόνος έχει ήδη παρέλθει…η ζωή μας δεν είναι παρά το ξεθωριασμένο αντιφέγγισμα μιας μη αναστρέψιμης διαδικασίας…».

Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα δείγματα της σημερινής ελληνικής γραφής, ένα μυθιστόρημα που δείχνει ότι γράφονται ακόμη μεγάλα έργα. Μόνο που η μικρή απήχηση της ελληνικής γλώσσας παγκοσμίως τα αναγκάζει σε μια περιορισμένη ανταπόκριση στο ελληνικό κοινό και μόνον. Τουλάχιστον ας πάρει εδώ την αξία που του ταιριάζει.*

(Διώνη Δημητριάδου)


*Το κείμενο αυτό γράφτηκε σχεδόν δυο χρόνια πριν, όταν ακόμα θεωρούσαμε ότι το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα θα περιοριζόταν στο ελληνικό κοινό. Ωστόσο, πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκε η βράβευσή του με τo Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature). Μια απόδειξη ότι η αληθινή αξία δεν χάνεται.